Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, Μια όαση αγιότητας-αγάπης!

Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως αποτελεί το πενταπόσταγμα της αγιότητας του 19ου αιώνος και των αρχών του 20ού αιώνα. Αποτελεί μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη περίπτωση η οποία διέπρεψε σε διάφορους τομείς και σφράγισε την εποχή του διά της αγιότητας του.

Και μάλιστα την αγία κοίμησή του διαδέχθηκε η εκ μέρους του Θεού η άμεση αποθέωσή του, η αναγνώριση, η γνωστοποίηση και η προβολή της αγιότητάς του.

Γιατί τι άλλο μαρτυρούν τα κατά συρροήν θαύματά του σε όλη την Ελλάδα και την οικουμένη;

Ο Θεός χάρισε έναν πραγματικό θείο θρίαμβο σ’ αυτόν που αποδοκίμασαν οι άνθρωποι -και ιδιαίτερα από τους εκκλησιαστικούς άρχοντες. Και, όχι μόνον από το πατριαρχείο Αλεξανδρείας από το οποίο διώχτηκε κακήν κακώς, αλλά και από την Ελλαδική Εκκλησία, αφού δεν αποκαταστάθηκε ποτέ σε κάποια αρχιερατική θέση παρ’ όλες τις εκκλήσεις του.

Ζητούσε μια κάποια τακτοποίηση ως αρχιερέας, πράγμα που δεν έγινε και έτσι παρέμεινε εν ζωή και διά παντός ως παρεπιδημών επίσκοπος! (Παρεπιδημών= ξένος, περαστικός, προσωρινά εγκατεστημένος).

Μέχρι, βεβαίως, την 9η Νοεμβρίου του 1920 ημέρα κατά την οποία αποκαταστάθηκε! Αυτήν την φορά εσαεί γιατί δεν μπορούσε να υπάρξει, πλέον, κάτι ενδιάμεσο. Ο μόνος προς μόνον έφτασε στον προορισμό του.

Επιτέλους πολιτογραφήθηκε πολίτης της Άνω Ιερουσαλήμ, της πραγματικής του πατρίδας, κάτι που όπως φαίνται και ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί εντελώς, λόγω της ταπείνωσης που τον διακατείχε. Ήταν ήδη πολίτης της, ένας εξαγιασμένος άρχοντάς της, αλλά ως ταπεινόφρων έκανε προσπάθειες για να ριζώσει, να ρίξει ρίζες στο χώμα, για να μην είναι εσαεί παρεπιδημών, δηλαδή μετέωρος.

Όμως, όπως φαίνεται, ο Θεός απαγόρευσε στους ανθρώπους την «αποκατάστασή» του σε ξένα χώματα, εδάφη, χώρες, πόλεις, κώμες, χωρία. Ακόμη και σε μονή.

Κάθε πολιτογράφηση του Αγίου έξω από την Άνω Ιερουσαλήμ ήταν παράτυπη.

Ζηλοτύπως, ο Παντοκράτωρ τον ήθελε μετέωρο για να είναι κοντά του όσο κοντά ήταν και στην γη και για να μην μπορεί, ουσιαστικά, κανείς άλλος να επικυριαρχήσει σ’ αυτόν, να τον διεκδικήσει. Ήταν πραγματικά δικός Του υπήκοος και αυτό ο Άγιος της αγάπης το αποδείκνυε με την στοργή που απέπνεε, και κυρίως με την συγχώρεση που παρείχε σε όσους τον έβλαπταν.

Η οσιακή του και ασκητική του ζωή συμπεριελάμβανε και το μαρτύριο της αιμάτινης, της σταυρωμένης αγάπης, της συγγνώμης και της άφεσης σε όσους τον έβλαψαν.

Ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός είχε πει για τις σκληρές του διώξεις που δέχτηκε από το αθεϊστικό καθεστώς της ΕΣΣΔ πως: «Πολύ αγάπησα το μαρτύριο»!

Άλλο τόσο, φαντάζομαι, θα μπορούσε να πει και ο Άγιος Νεκτάριος για τα δικά του μαρτύρια! Και ας μην ήταν από εχθρούς και αντιπάλους και αυτό, μάλλον, αυξάνει την σκληρότητα και την τραχύτητα του μαρτυρίου του! Όπως αποδείχτηκε σαφώς, ο Άγιος αγάπησε το μαρτύριο γιατί αγάπησε και τίμησε τους ανθρώπους και τους εχθρούς του. Και γι’ αυτό, όπως φαίνεται εδέχτηκε την άμεση ευμένεια και εύνοια του Θεού.

Μια εμφανής αγαπητική, ερωτική… εμμονή του Θεού προς τον δικό του υπήκοο και ελεύθερο με τα φτερά της αγάπης δούλου του. Και προφανώς όχι χωρίς λόγο, αφού και ο ίδιος ο Άγιος «δεν βολευόταν με λιγότερο ουρανό». Όσο και αν γύρευε ένα αποκούμπι, κάπου δηλαδή να γύρει, να ακουμπήσει, να ξαποστάσει.

Ο Θεός, όμως, έμοιαζε να του το απαγορεύει συνεχώς, λέγοντάς του κατά κάποιον τρόπο του πως: Αρκεί σου η χάρις!

Ο χαριτωμένος άοικος αρχιερέας άνευ μητροπόλεως ζούσε στο ενδιάμεσο της ζωής και του κόσμου, ανάμεσα δηλαδή της γήινης ζωής και της παραπληρωματικής ουράνιας συμπλήρωσής της. Όλα όσα έπραττε και πραγματοποιούσε είχαν αυτό το άρωμα, αυτήν την ευωδία.

«Όταν χτίζης για να χτίζης φτιάχνεις τον τάφο σου. Όταν γράφης για να γράφης, πλέκεις τα σάβανα σου», γράφει ο Γέροντας Βασίλειος Ιβηρίτης στον λόγο του για την «Υπέρβαση του θανάτου στη μοναχική ζωή».

Ο Άγιος Νεκτάριος έμοιαζε να το γνώριζε αυτό και γι’ αυτό ότι δημιουργούσε ήταν μια αιματηρή προσφορά προς τους άλλους. Ο ίδιος, για παράδειγμα, όταν ατακτούσαν οι νεαροί μαθητές του στην Ριζάρειο τιμωρούσε τον εαυτό του με αυστηρή νηστεία. Αυτό δεν περνούσε απαρατήρητο από τους πιο φιλότιμους μαθητές του, πράγμα που έφερνε την συμμόρφωσή τους. Οπότε ο μεγάλος παιδαγωγός ήταν ουσιαστικά ένας μεγάλος μυσταγωγός στον μαρτυρικό βίο και στην ουράνιο πολιτεία στην οποία ζούσε ο ίδιος.

Φιλότιμος γαρ ο δεσπότης Νεκτάριος, φιλότιμοι και οι μαθητές του. Και πιο φιλότιμος, βεβαίως, ο Δεσπότης Θεός ο οποίος του χάρισε πέραν από τον δοξασμό, την θέωση και τον ανεπανάληπτο θρίαμβο, αμέσως μετά την κοίμησή του. Το πλήθος θαυμάτων όχι μόνον πιστοποιούσε την αγιότητά του, αλλά και την κοινοποιούσε εξ ίσου θριαμβευτικά. Έμοιαζε σαν ένα… σκάνδαλο ευαρέσκειας που δεν μπορούσε να κρυφτεί. Ήταν μια ιδιαίτερη διάκριση του Θεού που έπρεπε να γίνει καταφανής και να βεβαιωθεί.

Ο Θεός ευαρεστήθηκε από τον εσαεί παρεπιδημούντα αρχιερέα. Τον εις τύπον Χριστού, αλλά ουσιαστικά χωρίς ποίμνιο. Και να αυτό που του έλειψε στην επίγειο του ζωή του το χαρίζει μετά την αναστάσιμη αποκατάστασή του. Και πώς αποδεικνύεται αυτό;

Μα και από το πλήθος των παιδιών που οι οικογένειές τους έδιναν το όνομα του Αγίου σ’ αυτά. Ακόμη και πριν την αγιοκατάταξη του το 1961. Και αυτό φανέρωνε, πως ήταν ήδη ένας αναγνωρισμένος Άγιος εν αναμονή της επίσημης αγιοκατάταξης. Έμοιαζε ο ίδιος ο Θεός να προωθούσε την έκβαση αυτή. Έδειχνε με την πλήρη θαυματουργική χάρη που τον κόσμησε πως επρόκειτο για ολόδικό Του φίλο. (Τα νέα παιδιά θα έλεγαν «κολλητό» Του! Ίσως και αυτοκόλλητο Του με την κόλλα της ενεργής θείας αγάπης και την διαρκή προθυμία της συγχώρεσης).

Η ιδιαίτερη εύνοια του θαυματουργικού του χαρίσματος που αξιώθηκε ο Άγιος φαίνεται να το φανερώνει και να το αποδεικνύει. Με κάθε νέο θαύμα έμοιαζε να το επιβεβαιώνει!

Η χαριτωμένη μορφή του παρουσιαζόταν, θαυματουργούσε, συστηνόταν και προσκαλούσε τους διασωθέντες από σίγουρο θάνατο και από διάφορες σοβαρές παθήσεις, ακόμη και από ναυάγια στο μοναστήρι του στην Αίγινα.

Και αυτό το… σκάνδαλο θεϊκής εύνοιας συμπληρώνεται και από ένα άλλο το οποίο «κανονάρχησε», το επέβαλε ο ίδιος ο Άγιος Νεκτάριος λίγες μέρες μετά την ταφή του.

Όπως είναι γνωστό από τον βίο του ο ίδιος ο Άγιος ζήτησε από τον πνευματικό του συνοδοιπόρο, τον Άγιο Σάββα της Καλύμνου να ζωγραφίσει την εικόνα του και να την δώσει στην αγία ηγουμένη της Μονής του στην Αίγινα, την Γερόντισσα Ξένη την τυφλή (ξένη και αυτή) και να την βάλει στο εικονοστάσι της εκκλησίας!

Και μόνο από μπορούμε να αντιληφθούμε την παρρησία που βρήκε μπροστά στον θρόνο του Θεού ο φίλος Του.

Άλλωστε οι δύο Άγιοι ο ένας εν ζωή και ο άλλος κεκοιμημένος συνομιλούσαν για μέρες μετά τον θάνατό του Νεκταρίου σαν να μην είχε αλλάξει κάτι. Σαν να βρίσκονταν και οι δύο εν ζωή. Και πράγματι αυτό συνέβαινε. Ο Άγιος Νεκτάριος μετέβη από την ζωή στην αναστάσιμη ζωή!

Βεβαίως η Γερόντισσα αντέδρασε, γιατί το μοναστήρι, παρ’ όλες τις προσπάθειες του Αγίου Νεκταρίου δεν είχε αναγνωριστεί επίσημα από τις εκκλησιαστικές αρχές και φοβόταν μήπως το κλείσουν. (Οι διώξεις του Αγίου συνεχίζονταν και μετά θάνατο). Αλλά ο Άγιος Σάββας της είπε πως αυτό έπρεπε να κάνει. Ήταν εντολή του Αγίου! Και, βεβαίως, το έκανε! 

Και η φαινομενικά αδιάκριτη πράξη του Αγίου δεν ενόχλησε κανέναν. Δεν είχε καμία δυσμενή επίπτωση στην ζωή της μονής του φτωχού αλλά φιλάνθρωπου Αγίου και των φτωχών μοναστριών της. Ήταν ιδιαίτερο φανερό σε όλους, πραγματικά σε όλους, πως εκεί ήταν η θέση του.

Και πως η «ύψωση» της εικόνας του ήταν η από Θεό ύψωσή του!  

Και έτσι ο παρεπιδημών επίσκοπος, ο μάρτυρας της αγάπης, της συγχώρεσης και της αγιότητας, Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, από τον εκδιωγμένο επισκοπικό θρόνο, ανέβηκε στο εικονοστάσιο κάθε εκκλησίας και κυρίως στις καρδιές και τις ψυχές των ανθρώπων. Προσφέροντάς μας ως πενταπόσταγμα το νέκταρ της ζωής του, την αγάπη και την συγχώρεση ως αρχή ζωής, αγιότητας!

Ο ίδιος ήταν μια όαση αγιότητας-αγάπης, ένα δοχείο της θείας χάριτος που μετακένωσε σε όλους τα νάματα, τα καθαρά νερά και τους ανεξάντλητους ποταμούς της θείας αγάπης. Σε όσους θέλουν να ζήσουν πραγματικά και πλήρη!

Ότι η αγάπη έξω βάλλει την αδιαφορία, την θλίψη, την μιζέρια, το μίσος, την έχθρα, τον θάνατο!

Ας είναι μαζί μας εσαεί!

Χρόνια πολλά!