(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Εκείνον τον καιρό, ένας στρατιώτης, ονόματι Στέφανος, αρμένικης καταγωγής, από τα μέρη της Ευρώπης, ήταν μισοπαράλυτος ήτοι, ο μισός του κορμός ήταν παράλυτος και γερμένος προς τη γη, χωρίς να μπορεί καθόλου να σηκώσει το κεφάλι του.
Αυτός, λοιπόν, όταν άκουσε τα θαύματα του Αγίου Στεφάνου του Ομολογητού και Μάρτυρος του Νέου, πήγε στο νησί Προικόνησο στο οποίο τον είχε εξορίσει ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε’ ο Κοπρώνυμος και, πέφτοντας στα πόδια του Αγίου, ζητούσε τη θεραπεία του.
Ο Όσιος, ως γνήσιος δούλος του Θεού, δεν δίστασε να προσφέρει αυτό που του ζητούσε.Λέει λοιπόν στον πάσχοντα: «Προσκύνησε την Εικόνα του Κυρίου και της Αγίας του Μητέρας για να λάβεις τη θεραπεία».
Μόλις το έκανε αυτό, θεραπεύτηκε αμέσως. Όταν επέστρεψε στη βάση του, οι άλλοι στρατιώτες τον ρωτούσαν τι έκανε και θεραπεύτηκε.
Αυτός τους απάντησε ότι ένας Μοναχός, ονόματι Στέφανος, που βρίσκεται στην Προικόνησο, του έδειξε δύο Εικόνες, του Χριστού και της Θεοτόκου, και ότι, μόλις τις προσκύνησε, ίσιαξε.
Εκείνοι οι βλάσφημοι και μιαροί διέβαλαν το θαύμα στον άρχοντα της Θράκης, ο οποίος έγραψε αμέσως στον βασιλιά, στέλνοντας του και τον θεραπευμένο Στέφανο.
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος, αφού άκουσε από τον Στέφανο τον τρόπο της θεραπείας, δεν πίστεψε, αλλά, άμυαλος καθώς ήταν, επέμεινε στην απιστία του.
Ρωτούσε όμως τον θεραπευμένο αν προσκυνούσε ακόμη τα «είδωλα», δηλαδή τις εικόνες που του έδειξε ο Όσιος Στέφανος.
Ο αχάριστος αυτός στρατιώτης απάντησε ότι μετανόησε πολύ για αυτό που έκανε, μάλιστα δε, ο μιαρότατος αναθεμάτισε και τις άγιες Εικόνες.
Τότε, ο τύραννος χάρηκε και, θέλοντας να τον ανταμείψει, τον έκανε κεντυρίωνα, δηλαδή διοικητή εκατό στρατιωτών. Αλλά η Θεία δικαιοσύνη τιμώρησε δίκαια τον άδικο, επειδή ήταν αχάριστος.
Μόλις κατέβηκε από τα ανάκτορα και ανέβηκε στο άλογό του, το άλογο εξαγριώθηκε και τον πέταξε κάτω, κλωτσώντας τον μέχρι που ο άθλιος ξεψύχησε.
Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Νοέμβριος, τόμος 11ος.