Η προφορικότητα και η χειρόγραφη παράδοση διαδραματίζουν τους σημαντικότερους ρόλους στον τρόπο με τον οποίο ο μελοποιός οργανώνει το μουσικό υλικό του μαθήματος, μέσα από μια σειρά μελοποιητικών πρακτικών βασισμένων σε με ποικιλία μετρικών σχημάτων με τα οποία ντύνει το ποιητικό κείμενο με το μουσικό λόγο, βάσει των θέσεων που χαρακτηρίζουν το κάθε γένος και είδος της μελοποιίας. Ο μελοποιός δημιουργεί αποκλειστικά με τον τρόπο αυτό τα έργα του, εάν θέλει να υπερασπιστεί το δικαίωμα του δημιουργού παραδοσιακών μελοποιημάτων μιας και οι δύο αυτές παράμετροι, η προφορικότητα και η χειρόγραφη παράδοση, αποτελούν και τα κριτήρια τόσο για αυτόν όσο και για τον ερμηνευτή εάν θέλουν να διεκδικούν τον τίτλο των θεραπευτών της παραδόσεως και όχι των νεωτεριστών[1] που κατά το δοκούν μελοποιούν και ερμηνεύουν τα μαθήματα, αμαυρώνοντας τις έννοιες διάσωση και διάδοση της ψαλτικής μας κληρονομιάς.
Το όλο εγχείρημα-δημιουργία και ερμηνεία- αποκτά πνοή και μετατρέπεται σε ζωντανό οργανισμό μέσα από έναν διάλογο μεταξύ σιωπής και ήχου τόσο κατά τη μελοποιητική διαδικασία όσο και κατά την ερμηνευτική. Εν τη σιωπή βιώνει τα μυστικά της μελοποιίας και της ερμηνείας ο μουσικός και εν συνεχεία το όλο βίωμα της γλυκιάς αυτής εσωστρεφούς αναζήτησης ηχο-χρόνων το καταθέτει, σημειογραφικά ο πρώτος και ηχοχρωματικά ο δεύτερος. Κάνουμε λόγο για μια διάσταση βιώματος όπου ο μεν μελοποιός διεκδικεί την αποκάλυψη του Λόγου μέσα από την αναζήτησή Του, σκιαγραφώντας στα μελωδικά του τόξα τις εμπειρίες των αποκαλύψεων, ο δε ερμηνευτής, στη συνέχεια, μετουσιώνει με ήχο τις πτυχές των αναζητήσεων του μελοποιού μέσα από ηχολογικά τοπία που δημιουργεί και που ορίζονται στην εσχατολογική διάσταση της Οκταηχίας και των κλάδων αυτής.
Κάνουμε λόγο για ένα ταξίδι τέχνης αποκαλύψεων του Θείου στο ανθρώπινο που ξεκινά από τις εμπνεύσεις του υμνογράφου όταν έχουμε ποιητικό κείμενο που επενδύει ο μελοποιός και παρουσιάζει ο ερμηνευτής ή ένα αποκαλυπτικό πλάνο ηχοτοπίων της γλώσσας των αγγέλων όταν κάνουμε λόγο για κρατήματα όπου απουσιάζει το ποιητικό κείμενο.
Τόσο ο υμνογράφος, όσο ο μελοποιός και ο ερμηνευτής δομούν το μουσικό τους λόγο μέσα από μια αέναη αναζήτηση του φωτός όπου το ήθος των λέξεων, των ήχων και η δυναμική των σημαδοφώνων υφαρπάζουν τον ασχολούμενο από τα της γης δρώμενα στα άφθαρτα-αναστάσιμα του ουρανού. Και όλο αυτό το γεγονός καταγράφεται όχι με συμβολικά αλλά με ρεαλιστικά ηχο-χρώματα, με ήχους «εορταζώντων».
Ο μονοφωνικός χαρακτήρας της ψαλτικής τι άλλο μπορεί να συμβολίζει πέρα από την αναζήτηση του μοναχικού περιπατητή για τη βιωματική διεκδίκηση του τριπτύχου: κάθαρση-φωτισμός-θέωση; Και μόνο σε αυτή την εικόνα πόσο ξένος φαντάζει ένας ηλεκτρονικός ισοκράτης; Πώς χωρά το άψυχο του ήχου του μηχανήματος στα της ψυχής αισθητήρια[2];
Ο μελοποιός, με έξυπνο τρόπο μέσα από την ιστορική προοπτική κάνει έντονη την παρουσία μελοποιητικών πρακτικών του παρελθόντος. Σμιλεύονται και μετουσιώνονται στο μελοποιητικό του γίγνεσθαι πραγματικότητες του χτες, δημιουργώντας την αίσθηση ότι αυτό που θέλει να δημιουργήσει επιθυμεί να το «δέσει» με το χτες, λες και θέλει να μας τονίσει ότι η ανθρώπινη αναζήτηση δεν ξεκινά σήμερα αλλά στο σήμερα μετουσιώνεται η πληροφορία του χτες με την προοπτική της εξέλιξης στα όσα αύριο θα αποκαλυφθούν κατά την ανάλυση και ερμηνεία του κάθε έργου, ορίζοντας με τον τρόπο αυτό την έννοια της παράδοσης ως στοιχείο ζωντανό που παραλάβαμε και το χρωστάμε στους απογόνους μας, ως μια μεγάλης σημασίας παρακαταθήκη.
Κάθε δημιουργία δεξιοτεχνικών μερών δεν αποτελεί μέσο επίδειξης μελοποιητικών και ερμηνευτικών ικανοτήτων αλλά προσπάθεια διαλογικής σχέσης με την απλότητα κάποιων μερών του μουσικού έργου μιας και μέσω αυτού του τεχνάσματος δημιουργείται ένας «μηχανισμός αναπνοής» κατά τη διάρκεια της μουσικής αφήγησης. Δημιουργείται ένα μοντέλο αναπνοής όπως εκφράζεται από την εισπνοή (δεξιοτεχνία) και εκπνοή (απλότητα) του έργου όπου ο μελοποιός και ο ερμηνευτής, στη συνέχεια, προσκαλούνται να το δημιουργήσουν μέσα από την ψυχολογική τους διάθεση, όπως αυτή δημιουργείται και καλλιεργείται κατά τη μελοποίηση, την ανάλυση, τη μελέτη και την ερμηνεία του έργου.
Δημιουργείται ένας ζωντανός μουσικός οργανισμός με τον προσωπικό-μοναδικό του ψυχολογικό χρόνο[3] αφήγησης όπου η ερμηνευτική ταυτότητα συν-δημιουργεί με τη μελοποιητική πρακτική μιας και το πνεύμα της ψαλτικής δεν είναι η αυτοπροβολή αλλά η από κοινού δοξολογία του Θεού μέσα από την κίνηση της οποιασδήποτε δημιουργίας.
Να, λοιπόν, γιατί πολλά έργα δεν φέρουν το όνομα του δημιουργού ή φέρουν μόνο το όνομα και την ιδιότητά του, όπως για παράδειγμα: μάθημα Αρσενίου μοναχού. Παρατηρούμε ότι απουσιάζει το επίθετο. Απουσιάζει η ανθρώπινη ταυτότητα μιας και ο Κύριος μας γνωρίζει με τα «μικρά» μας ονόματα.
Οι έντονες αλλαγές στην ηχητική δυναμική των εικόνων που κάποιες φορές παρατηρούμε άλλοτε πυροδοτούν εντάσεις και άλλοτε γαληνεύουν τη μουσική αφήγηση του ερμηνευτή, στον προσευχόμενο πιστό. Είναι τα μέρη όπου ο μελοποιός δημιουργεί κατά την εξιστόρηση του μουσικού του συλλογισμού τους ψυχολογικούς του χρόνους, τις ψυχικές του καταστάσεις που έζησε ζώντας μαζί με τις αποκαλύψεις του ποιητικού κειμένου και καταγράφοντας αυτές στο έργο του. Εμπλουτίζει την ηχοπαλέτα του με τρόπους όπου το ξαφνικό κατακλύζει τον ερμηνευτή και εν συνεχεία τον ακροατή, γεγονός που τονίζεται μέσα από την αλλαγή των ποδών για την ακριβή απόδοση του νοήματος του ποιητικού κειμένου, οδηγώντας σε συνυπάρξεις διαθέσεων όπου η αφήγηση επιτακτικά καθηλώνει ερμηνευτή και ακροατή, μέσα από το δίπολο: ποιητικός λόγος και μέλος.
Ο καταιγισμός διαφορετικών ηχο-εικόνων όπως αυτές δημιουργούνται από τις αλλαγές των ήχων και της μετρικής του ποιητικού κειμένου οδηγούν τις μελωδικές γραμμές σε σταδιακές εντάσεις ή και ξαφνικές εξάρσεις, όπου η δημιουργία ηχο-τοπίων προκαλεί, άλλοτε έντονες ψυχικές καταστάσεις φόρτισης στον πιστό και άλλοτε την απόλυτη έννοια της φιλοκαλλικής ησυχίας ως αντίβαρο στα προηγηθέντα ακούσματα. Ίσως, ο δημιουργός και εδώ να λειτουργεί συμβολικά. Έτσι δεν είναι η ζωή του ανθρώπου σε μια αυθόρμητη εξιστόρησή της; Εναλλαγές κραυγής και αγωνίας με την ησυχία-ανακούφιση της ηρεμίας.
Όλα τα παραπάνω τονίζονται από τις εναλλαγές των ηθών που χαρακτηρίζουν τις αλλαγές των θέσεων που περιέχονται σε κάθε ήχο της ψαλτικής μας και μέσα από τα μουσικο-ποιητικά φραζαρίσματα του μέλους αποδίδουν τα θεόπνευστα νοήματα της εκκλησιαστικής μας μουσικής και υμνογραφικής πατριδογνωσίας, όπου υμνογράφος, μελοποιός και ερμηνευτής μας διασώζουν προφορικά και χειρόγραφα.
Η αφήγηση του μουσικού λόγου δεν είναι στατική αλλά με διαρκή διάθεση επεξεργασίας των μουσικών πληροφοριών που η περιγραφικότητα του σημειογραφικού συστήματος[4] περικλείει σμιλεύοντας κόσμους φθόγγων και συναισθημάτων, μπλέκοντας χωροχρόνους ποιητικών και μουσικών φράσεων όπως αυτοί μπλέκονται με τους κόσμους των θέσεων και των ποιητικών προτάσεων κοινωνώντας στο φιλότεχνο λαό τα θεόπνευστα μηνύματα των Πατέρων και Μητέρων της εκκλησίας μας.
Ο ιεροψάλτης μελετώντας, αναλύοντας και ερμηνεύοντας μουσικές δημιουργίες προσπαθεί να μετουσιώσει σε ήχο έκφρασης ότι βίωσε. Μελετώντας τον ποιητικό και το μουσικό λόγο, ανάλογα με το βαθμό κατάκτησης των νοημάτων που η πνευματικότητά του του επιτρέπει να βιώσει, στη συνεχεία, μεταγγίζει στους φιλακόλουθους πιστούς την Αλήθεια που έζησε, στον βαθμό που αξιώθηκε να γευθεί. Βλέπετε, η ποιότητα της φωνής στην ψαλτική έρχεται σε δεύτερη μοίρα μιας και ακολουθεί την τέχνη του βιώματος στην ποιητική και μελοποιητική της διάσταση.
Ο μελοποιός και ο ιεροψάλτης δεν διεκδικούν τον τίτλο της αυθεντίας στην ανάλυση και ερμηνεία των έργων. Όμως, σίγουρα μπορούν με βεβαιότητα, όταν ακολουθούν τα όσα η παράδοση προτάσσει, να μοιραστούν μαζί μας αληθινούς χωροχρόνους προσευχής.
Οι χωροχρόνοι αυτοί αποτελούν τα φίλτρα για να πιούμε την παράδοση καθάρια. Χωρίς πολλά ρεύματα σε καμπάνες, καντήλια και ισοκρατήματα[5]. Χωρίς μουσικούς βερμπαλισμούς και μελωδίες δανεισμένες από διάφορες γωνιές της ανατολικής Μεσογείου και όχι μόνο. Μελωδίες που δεν κατοχυρώνονται από την προφορική και χειρόγραφη παράδοση της ψαλτικής μας κληρονομιάς αλλά την αλλοιώνουν με εγωκεντρικούς νεωτερισμούς.
Κάθε τι που υπάρχει στη λατρεία είναι ζωντανό και αληθινό. Η παράδοση θα μας πει ο Γιάννης Τσαρούχης ότι πρέπει να είναι «προσαρμοστική στα εκάστοτε νέα δεδομένα των πολιτισμών της Οικουμένης» χωρίς όμως να αλλοιώνεται η ουσία της Αλήθειας. Μιας Αλήθειας που οι αντίλαλοι των λόγων των αγίων της εκκλησίας μας με σιγουριά την κρατούν ζωντανή όταν με πίστη τους ακολουθούμε.
[1] Περισσότερα περί του θέματος βλέπε στο: Σωτήριος Κ. Δεσπότης, Ιερότητα και κοσμικότητα ως ερμηνευτικές ταυτότητες σε ηχοτοπία της ψαλτικής μας τέχνης του 20ού και 21ου αιώνα, ηλεκτρονικό περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Κυρηνείας, τ. 11, Κύπρος 2022: 19-32.
[2] Η μητέρα εκκλησία απορρίπτει από τις λατρευτικές συνάξεις τον ηλεκτρονικό ισοκράτη με σχετική εγκύκλιο 1630/726/11. 5. 1992.
[3] Περισσότερα περί του ψυχολογικού χρόνου μελοποίησης και ερμηνείας και των όσων οι εντάσεις και οι λύσεις των εντάσεων δημιουργούν στο έργο βλέπε στο : Σωτήριος Κ. Δεσπότης, Ερμηνευτικές προσεγγίσεις στο μουσικό υλικό της ελληνικής ψαλτικής τέχνης, Γρηγόριος ο Παλαμάς τ. 818, Θεσσαλονίκη 2007: 417-428.
[4] Περισσότερες πληροφορίες περί της περιγραφικότητας του σημειογραφικού συστήματος της ψαλτικής τέχνης βλέπε στο: Σωτήριος Κ. Δεσπότης, Το σημειογραφικό σύστημα της νέας μεθόδου: Ιστορικές και μορφολογικές παρατηρήσεις, πρακτικά του Διεθνούς Μουσικολογικού και Ψαλτικού Συνεδρίου με τίτλο: Η Βυζαντινή Μουσική μέσα από την Νέα Μέθοδο Γραφής 1814-2014, καθιέρωση-προβληματισμοί-προοπτικές, Θεσσαλονίκη 30η Οκτωβρίου με 1η Νοεμβρίου 2014, Άγιον Όρος 2021: 555-574.
[5] Περί της ιστορίας και της λειτουργίας του ισοκρατήματος βλέπε στο: Σωτήριος Κ. Δεσπότης, Η ισοκρατηματική πρακτική της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής: ιστορική και μορφολογική προσέγγιση. Γρηγόριος ο Παλαμάς τ. 816, Θεσσαλονίκη 2007: 143-175.