askitaskitΑββάς Εκύτιος, Για τον μάγο που κατέφυγε στο μοναστήρι του για να βρει άσυλο
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Εκύτιος, αββάς μονών της επαρχίας Βαλερίας
Ένας αγιώτατος άνδρας ονόματι Εκύτιος στα μέρη της Βαλερίας απελάμβανε μεγάλου θαυμασμού, αντάξιου της πολιτείας του, από όλους εκεί.
[…]
Ο Εκύτιος λοιπόν για τη μεγάλη του άγιωσύνη υπήρξε πατήρ πολλών μοναστηριών στην ίδια επαρχία. Αυτόν όταν κατά τη νεανική του ηλικία τον ταλαιπωρούσαν με σφοδρά πόλεμο οι πειρασμοί της σάρκας, η ίδια η στένωση της δοκιμασίας τον έκανε πιο φιλόπονο στη σπουδή της ευχής.
Και καθώς σε αυτή την κατάσταση με συνεχείς δεήσεις ζητούσε ανακούφιση από τον Παντοδύναμο Θεό, μια νύκτα είδε πως ευνουχιζόταν από έναν άγγελο που παρουσιάσθηκε και που στο όραμα φάνηκε πως απέκοπτε κάθε σαρκική κίνηση από τα μέλη του. Και από εκείνη τη στιγμή υπήρξε τόσο αλλότριος από τον πειρασμό, σαν να μην είχε σάρκα στο σώμα του.
Από αυτό το σημείο τειχισμένος, με τη βοήθεια του Παντοδυνάμου Θεού, όπως προηγουμένως οδηγούσε άνδρες, έτσι άρχισε στη συνέχεια να οδηγεί και γυναίκες. Ωστόσο δεν έπαυε να νουθετεί τους μαθητές του, να μην εμπιστεύονται εύκολα στον εαυτό τους σε αυτό το θέμα από το δικό του παράδειγμα και με κίνδυνο πτώσεως πάνε να οικειοποιηθούν ένα δώρο που δεν τους δόθηκε.
Τον καιρό που συνελήφθησαν οι «φαρμακοί» [μάγοι] εδώ στη Ρώμη, ο Βασίλειος, που ήταν πρώτος στα μαγικά έργα, ξέφυγε και με μοναχικό σχήμα κατέφυγε στη Βαλερία.
Εκεί απευθύνθηκε στον ευλαβέστατο άνδρα Καστόριο, επίσκοπο της πολιτείας Αμιτέρνου, και είχε την προσδοκία από αυτόν να τον συστήσει στον αββά Εκύτιο και να μεσολαβήσει να γίνει δεκτός στο μοναστήρι εκείνου, τάχα για να ιαθεί μία αρρώστια του.
Τότε ήλθε ο επίσκοπος στη μονή παίρνοντας μαζί του τον μοναχό Βασίλειο και παρακάλεσε τον δούλο του Θεού Εκύτιο να δεχθεί αυτόν τον μοναχό στη συνοδεία του. Κοιτώντας τον αμέσως ο άγιος ανήρ, είπε: «Αυτόν που μου συ στήνεις, πάτερ, εγώ δεν τον βλέπω μοναχό, αλλά διάβολο».
Εκείνος του απάντησε: «Πρόφαση ζητείς για να μην πραγματοποιήσεις ό,τι σου ζητάμε».
Αμέσως του λέει ο δούλος του Θεού: «Εγώ απλώς καταγγέλλω αυτό που βλέπω πως είναι. Όμως για να μη νομίζεις πως δεν θέλω να υπακούσω, ό,τι προστάζεις το κάνω».
Έτσι ο Βασίλειος έγινε δεκτός στη μονή.
Μετά από λίγες μέρες ο δούλος του θεού βγήκε κάπως μακριά από τη μονή για να οικοδομήσει τους πιστούς στον ουράνιο πόθο.
Ενόσω απουσίαζε, στο μοναστήρι των παρθένων όπου άγρυπνος φρουρός ήταν η φροντίδα του πατρός, μία από αυτές, η οποία κατά την σαπρότητα αυτής της σαρκός φαινόταν ευπαρουσίαστη, συνέβη να αρχίσει να ανεβάζει πυρετό, έντονα να αδημονεί και με μεγάλες όχι πια φωνές αλλά με ουρλιαχτά να φωνάζει: «Πρόκειται να πεθάνω σε λίγο, αν δεν έρθει ο μοναχός Βασίλειος και δεν μου δώσει τη λύτρωση με την εφαρμογή της ιατρείας του».
Αλλά σε καιρό απουσίας τέτοιου πατρός κανείς από τους μοναχούς δεν τολμούσε να πλησιάσει στη συνοδεία των παρθένων. Ακόμη περισσότερο αυτός που είχε προσέλθει πρόσφατα και ακόμα η συνοδεία των αδελφών αγνοούσε τον βίο του.
Αμέσως έστειλαν και εμήνυσαν στον δούλο του Θεού Εκύτιο, πως εκείνη η μονάστρια φλεγόταν από λάβρο πυρετό και ζητούσε επίσκεψη του μοναχού Βασιλείου.
Σαν το άκουσε αυτό υπομειδίασε με βδελυγμία και είπε: «Μήπως δεν το είπα πως αυτός είναι διάβολος, όχι μοναχός; Πηγαίνετε και ρίξτε τον έξω από το μοναστήρι. Όσο για τη δούλη του Θεού που συνέχεται από την αδημονία του πυρετού, μην ανησυχείτε, γιατί από αυτή την ώρα ούτε από πυρετό θα καταπονηθεί, ούτε τον Βασίλειο θα ζητήσει».
Επέστρεψε ο μοναχός, και εξακρίβωσε πως αποκαταστάθηκε η υγεία της παρθένου του Θεού την ίδια ώρα που το είπε αυτό, αν και από μακριά, ο δούλος του Θεού Εκύτιος.
Στην θαυματουργία δηλαδή αυτή τήρησε το παράδειγμα του Διδασκάλου, ο οποίος, όταν Τον κάλεσε για τον γιο του ο αξιωματούχος του βασιλέως, του αποκατέστησε την υγεία με τον λόγο Του μόνο, και επιστρέφοντας ο πατέρας έμαθε πως ο γιος του αποκαταστάθηκε στη ζωή, την ίδια ώρα που άκουσε από το στόμα της Αλήθειας πως ζούσε εκείνος.
Όλοι λοιπόν οι μοναχοί εκπληρώνοντας την εντολή του πατέρα τους, εξεδίωξαν αυτόν τον Βασίλειο από την κατοίκηση του μοναστηριού. Όταν εκδιώχθηκε, είπε πως συχνά είχε κρεμάσει στον αέρα το κελλί του Εκυτίου με μαγικές τέχνες, αλλά όμως δεν μπόρεσε να βλάψει κανέναν από τους δικούς του.