(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, Ηγαπημένου Ιωάννου του Θεολόγου, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου ενός εκ των επτά Διακόνων.
ζ’. Το τέχνασμα του εχθρού.
Επειδή λοιπόν εγίνοντο τα σημεία ταύτα και έτερα περισσότερα υπό του Ιωάννου, και η φήμη των θαυμάτων έτρεχε πανταχού, ιδών ο δαίμων ο κατοικών εις τον βωμόν της Αρτέμιδος πάντα τα γινόμενα υπό του Ιωάννου και ότι μέλλει να κρημνισθή υπ᾽ αυτού και το ιερόν ακόμη, μετασχηματίζεται ο δαίμων κατά φαντασίαν εις σχήμα δικαστικού υπαλλήλου, και βαστάζων διάφορα χαρτία, εκάθησεν εις ένα τόπον και έκλαιεν.
Διαβαίνοντες δε απ’ εκεί δύο πραγματικοί δικαστικοί υπάλληλοι της πόλεως Εφέσου και ιδόντες τον φαινόμενον συνάδελφον αυτών κλαίοντα, ελυπήθησαν αυτόν και τον ηρώτησαν διά ποίαν αιτίαν κάθεται κλαίων· ο δε δαίμων δεν απεκρίθη προς αυτούς.
Επειδή όμως εκείνοι παρεκάλουν αυτόν λέγοντες· «Ειπέ εις ημάς διά ποίαν αιτίαν κλαίεις και υποσχόμεθα να σε βοηθήσωμεν εις την συμφοράν σου», ο δαίμων κλαίων και οδυρόμενος είπε προς αυτούς· «Εις πολλήν θλίψιν ευρίσκομαι, αδελφοί, και δεν δύναμαι ο άθλιος να ζήσω πλέον· εάν λοιπόν δύνασθε να με βοηθήσητε, να σας ειπώ την συμφοράν μου· εάν όμως δεν δύνασθε να μου χρησιμεύσητε, διατί να σας είπω και το μυστικόν μου;».
Απεκρίθησαν εκείνοι· «Ειπέ εις ημάς την συμφοράν σου και θα ίδης ότι δυνάμεθα να σε βοηθήσωμεν».
Λέγει προς αυτούς ο δαίμων· «Ποιήσατε όρκον εις το όνομα της μεγάλης θεάς Αρτέμιδος, ότι θα αγωνισθήτε έως θανάτου διά τον φίλον σας, και τότε θα σας είπω την υπόθεσιν. Δείξατε λοιπόν αγάπην και διάθεσιν καλήν προς φίλον και ξένον άνθρωπον, και εκτός ότι θα διασώσητε την ψυχήν μου, θα λάβητε και τον μισθόν σας»· και ομού με τον λόγον, επέδειξε ποσότητα χρυσίου, την οποίαν υπέσχετο να δώση εις αυτούς.
Αφού λοιπόν οι άνθρωποι εκείνοι εποίησαν τον όρκον ότι με όλην την δύναμίν των θα φροντίσωσι διά την υπόθεσιν αυτού ωσάν να επρόκειτο περί ιδικής των υποθέσεως, λέγει προς αυτούς κλαίων ο δαίμων· «από Καισαρείας της Παλαιστίνης είμαι εγώ ο άθλιος βοηθός εις το βασιλικόν δικαστήριον και μοί εδόθησαν προς φύλαξιν δύο άνδρες επίσημοι, μάγοι από Ιερουσαλήμ καταγόμενοι, Ιωάννης και Πρόχορος ονομαζόμενοι, τους οποίους έβαλον εις την φυλακήν· και γενομένης ανακρίσεως αυτών, ευρέθησαν ούτοι ένοχοι πολλών και μεγάλων πονηρών πράξεων, ένεκα των οποίων απέστειλεν αυτούς πάλιν ο άρχων εις την φυλακήν διά να προσαχθώσιν εις δευτέραν εξέτασιν· παραλαβών δε εγώ τούτους ίνα μεταφέρω αυτούς εις την φυλακήν, διά μαγικής κακοτεχνίας εξέφυγον ούτοι εκ των χειρών μου.
Τούτο μαθών εις εκατόνταρχος, συμπαθών προς εμέ, μου είπε· ‘Φύγε, άθλιε, και καταδίωξον αυτούς, διότι κακώς θα αποθάνης· και εάν μεν εύρης αυτούς, επίστρεψον φέρων τούτους· εάν δε δεν τους εύρης, μήτε συ να φανής εδώ διότι εγώ γνωρίζω τον θυμόν του άρχοντος’.
Λαβών λοιπόν εγώ τα χρήματα ταύτα, ανεχώρησα εκ της πατρίδος μου εγκαταλείψας την οικίαν και την γυναίκα μετά των τέκνων μου· ιδού δε και η κατάθεσις και καταδίκη αυτών (δεικνύων προς αυτούς φανταστικούς χάρτας)· καθώς δε επληροφορήθην παρά πολλών, εις την πόλιν ταύτην ευρίσκονται ούτοι, και διά τούτο ήλθον εδώ· όθεν παρακαλώ σας ελεήσατε με και βοηθήσατέ με τον ξένον».
Ταύτα ακούσαντες οι βασιλικοί εκείνοι άνθρωποι παρά του φαινομένου συναδέλφου αυτών, απήντησαν· «Μη λυπείσαι, ω φίλε· διότι οι άνθρωποι περί των οποίων λέγεις εδώ ευρίσκονται».
Λέγει πάλιν ο δαίμων· «Φοβούμαι πολύ μήπως διά μαγείας φύγωσι πάλιν· αλλά τούτο ποιήσατε, ω φίλοι· αποκλείσατε αυτούς εις ένα οίκον χωρίς να γνωρίζη κανείς, και εκεί θανατώσατε αυτούς, και λάβετε τα ολίγα ταύτα χρήματα τα οποία έχω ακόμη».
Απεκρίθησαν εκείνοι ειπόντες προς αυτόν· «Συμφέρει καλλίτερον εις σε να συλλάβωμεν αυτούς, και να σου παραδώσωμεν αυτούς ζώντας· διότι εάν θανατωθώσιν εδώ, πώς θα επιστρέψης συ χωρίς αυτούς εις την πατρίδα σου;».
Απήντησε προς αυτούς ο δαίμων· «Θανατώσατε αυτούς, ω φίλοι, και δεν θέλω να ίδω πλέον την πατρίδα μου». Ούτοι δε υπεσχέθησαν ίνα ποιήσωσι τούτο, διά να λάβωσι παρ’ αυτού του δαίμονος τα κατά φαντασίαν φαινόμενα χρήματα.
Γνωρίσας πάντα ταύτα διά της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος ο Ιωάννης, είπε προς με· «Τέκνον Πρόχορε, θέλω να γνωρίζης και να ετοιμάζης την ψυχήν σου διά πειρασμούς· διότι πολλήν θλίψιν ετοιμάζει εναντίον ημών ο δαίμων, ο οποίος μένει εις τον βωμόν της Αρτέμιδος. Ιδού ήγειρε καθ’ ημών δύο βασιλικούς ανθρώπους, και ο Κύριος εφανέρωσεν εις εμέ πάντα όσα ωμίλησε προς αυτούς ο δαίμων».
Και μετ’ ολίγην ώραν ήλθον οι δύο στρατιωτικοί άνθρωποι και συνέλαβον ημάς κατά την στιγμήν την οποίαν δεν ευρίσκετο μαζί με ημάς ο Διοσκορίδης.
Λέγει προς αυτούς ο Ιωάννης· «Διά ποίαν αιτίαν εκρατήσατε ημάς;».
Απήντησαν ούτοι· «Διά μαγικήν κακοτεχνίαν».
Είπε πάλιν ο Ιωάννης· «Και ποίος είναι ο κατηγορών ημάς περί τούτου;».
Απεκρίθησαν οι άνθρωποι εκείνοι· «Θα εισέλθητε πρώτον εις την φυλακήν και εκεί θα ίδητε και τον κατήγορόν σας».
Λέγει πάλιν ο Ιωάννης· «Δεν δύνασθε να κλείσητε ημάς εις την φυλακήν, εάν δεν παρουσιάσητε πρώτον τους κατηγόρους ημών».
Τούτο ακούσαντες εκείνοι ερράπισαν αυτόν, και σύραντες ημάς μετέφερον όχι εις την κοινήν φυλακήν, αλλ’ εις μίαν ιδιωτικήν οικίαν διά να μας θανατώσωσι κατά την συμβουλήν του δαίμονος.
Ακούσασα η Ρωμάνα τα γενόμενα και δραμούσα ανέφερεν εις τον Διοσκορίδην· ούτος δε ευθέως ελθών εκεί όπου είμεθα αποκεκλεισμένοι, ημάς μεν απέλυσεν εκ της φυλακής, προς δε τους φυλακίσαντας ημάς ωμίλησε λόγους σκληρούς και κατηγορητικούς ειπών προς αυτούς, μεταξύ των άλλων, και τα εξής· «Δεν επιτρέπεται εις σας να φυλακίζητε ανθρώπους ακατακρίτους χωρίς να υπάρχη κατήγορος αυτών και μάλιστα όχι εις φανερόν τόπον και δημοσίαν φυλακήν, αλλ᾽ εις απόκρυφον οικίαν διά να κακοποιήσετε η και να θανατώσητε αυτούς. Ιδού οι άνθρωποι ούτοι θα παραμένωσιν εις τον οίκον μου, και όστις έχει δίκην κατ’ αυτών, ας έλθη να λάβη αυτούς και κατά τον νόμον ας κριθώσιν».
Συνεχίζεται
Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Σεπτέμβριος, τόμος 9ος.