Γέροντας Χαράλαμπος Διονυσιάτης: Χωρίς να προσέξω, εδέχθηκα μέσα μου ένα λογισμόν κατακρίσεως…

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/11/gerontas-charalabos-den-tha-tous-mimitheis-alla-kai-kai-den-tous-memftheis/

Κι όμως, όταν ήμασταν στην Ν. Σκήτη, ξεχάστηκα κι έπαθα την ζημιά.

Μια φορά μ’ έστειλε ο Γέροντας σε μια πανήγυρι στον Άγιον Παύλον*, για να λειτουργήσω.

Μπαίνω στο ιερό γεμάτο παπάδες.

Κάθησα σε μια γωνιά κι έλεγα με πολλήν προθυμίαν τόσον ωραία την ευχήν, που αισθανόμουν πραγματικήν πνευματικήν αγαλλίασιν. Όμως συγχρόνως το αυτί έπιανε και κάτι ψιθύρους. Δυο-δυο, τρεις-τρεις οι παπάδες τα λέγανε.

Τι λέγαν δεν ξέρω.

Χωρίς να προσέξω, εδέχθηκα μέσα μου ένα λογισμόν κατακρίσεως. “Βρε, λέω. Τόση χαρά δίνει η ευχούλα στην ψυχήν και αυτοί την καταφρονούν και κουβεντιάζουν;”.

Ε, αυτό ήταν. Φεύγει η ζεστασιά και η γλυκύτητα της προσευχής και την διαδέχεται αμέσως μια εσωτερική ψύχρα, ένα πάγωμα σε βαθμόν, ούτε και με το στόμα να μη μπορώ να προσευχηθώ.

Αμέσως εννόησα το σφάλμα μου, αλλά ο κανόνας συνεχίστηκε.

Στο διάστημα όλης εκείνης της αγρυπνίας, έμεινα μέσα μου παγωμένος και κατάξερος.

Γυρνάω το πρωί στον Γέροντα και με δάκρυα και λυγμούς διηγούμαι το πάθημά μου, ζητώντας και θεραπείαν.

Και πάλιν ο σπλαγχνικός Γέροντας με βάζει στην αγκαλιά του, με παρηγορεί και μου υπόσχεται, ότι εφ’ όσον αναγνώρισα το σφάλμα μου, σύντομα και πάλιν θα επανακάμψη η φλόγα της προσευχής.

Πράγματι ήδη την ίδιαν νύχτα επανήλθα στην σειρά μου».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Ιωσήφ Διονυσιάτη, «Ιερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης, Ο διδάσκαλος της νοεράς προσευχής».