Η αρετή της ακτημοσύνης, όπως παρουσιάζεται στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αφορά αποκλειστικά τον μοναχισμό. Πράγματι, ο μοναχός εγκαταλείπει την ιδιοκτησία, ζει εν κοινότητι ή εν ερήμω, και αφιερώνει ολόκληρη τη ζωή του στην άσκηση της ελευθερίας από τα υλικά πράγματα. Ωστόσο, η πατερική παράδοση μαρτυρεί ότι η ουσία της ακτημοσύνης δεν περιορίζεται στον μοναχικό βίο. Η εσωτερική της διάσταση αφορά κάθε χριστιανό, ακόμη και τον άνθρωπο που ζει μέσα στον κόσμο, έχει οικογένεια, επαγγελματικές ευθύνες και υλικά καθήκοντα.
Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, στα Ασκητικά του, τονίζει ότι ο αληθινά ακτήμων αποκτά «άφοβον και σταθερά καρδίαν κατά παντός κινδύνου» και «καταφρονεί τον θάνατον», διότι έχει μάθει να θυμάται και να περιμένει τον θάνατο με ελπίδα, ενώ όλη η πεποίθησή του είναι ακλόνητα στραμμένη στον Θεό (Ασκητικά, σελ. 342). Η εικόνα αυτή δεν σχετίζεται απλώς με την απουσία υλικών αγαθών, αλλά με μια καρδιά ελεύθερη από την τυραννία των λογισμών, των φοβιών και των εξαρτήσεων.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκφράζει με σαφήνεια τη διαφορά ανάμεσα στην εξωτερική και την εσωτερική ακτημοσύνη: «Ου το έχειν τα χρήματα, αλλά το δουλεύειν τοις χρήμασι κακόν» (PG 62, 627). Δεν είναι πρόβλημα να έχει κανείς χρήματα, αλλά να τα υπηρετεί σαν να ήταν κύριοι της ζωής του. Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι η μεγαλύτερη φτώχεια είναι η πλεονεξία της καρδιάς, ενώ ο αληθινός πλούτος είναι η αυτάρκεια και η ελευθερία (PG 57, 309).
Ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας ασκεί κριτική στην προσκόλληση στα πράγματα, επισημαίνοντας ότι πολλά απ’ όσα θεωρούμε «αναγκαία» είναι στην πραγματικότητα προϊόντα συνήθειας και όχι αληθινής ανάγκης. Γράφει: «Πολλά η χρεία ου ζητεί, η δε φαντασία πολλά πλεονάζει» (Επιστολή 2). Έτσι υπογραμμίζει ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζει με αυτά που πραγματικά χρειάζεται, ενώ ο αχόρταγος νους δημιουργεί πλασματικές ανάγκες που τον υποδουλώνουν.
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, στην 17η βαθμίδα περί ακτημοσύνης, παρουσιάζει την αρετή αυτή ως την «αποβολή πάσης φροντίδος περί βίου» (Κλίμαξ, Λόγος 17). Δεν εννοεί να αμελεί κανείς τις πρακτικές του υποχρεώσεις, αλλά να αποκόψει την εσωτερική ανησυχία που γεννιέται από την υπερβολική φροντίδα για τα πρόσκαιρα. Η καρδιά που είναι δεμένη με τα υλικά πράγματα χάνει την ελευθερία της· η καρδιά που τα χρησιμοποιεί με λογισμό και ευγνωμοσύνη μένει ανοικτή στη χάρη.
Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος συμπληρώνει αυτή τη θεώρηση, λέγοντας: «Ακτήμων εστίν ουχ ο μη έχων, αλλά ο μη δεδεμένος τω έχοντι» (Ασκητικά, Λόγος 2). Ακτήμων δεν είναι αυτός που δεν έχει πράγματα, αλλά αυτός που δεν είναι δεμένος με αυτά που έχει. Με τον τρόπο αυτό, η ακτημοσύνη δεν γίνεται μια άκαμπτη εξωτερική απαίτηση, αλλά μια εσωτερική κίνηση που απελευθερώνει την καρδιά από την εξάρτηση.
Για τον άνθρωπο του κόσμου, λοιπόν, η προσέγγιση της ακτημοσύνης δεν συνίσταται στην εγκατάλειψη της οικογένειας, της εργασίας ή των υλικών μέσων, αλλά στην απόρριψη της ψυχικής προσκόλλησης και του φόβου που συνοδεύει την κατοχή. Ο κοσμικός καλείται να ζει με απλότητα, με μέτρο, με ελεημοσύνη που καθαρίζει την καρδιά, και με μνήμη ότι όλα είναι πρόσκαιρα. Η ελευθερία αυτή δεν τον απομακρύνει από τις ευθύνες, αλλά τον βοηθά να τις αντιμετωπίσει με ειρήνη και εμπιστοσύνη στη θεία πρόνοια, χωρίς να συνθλίβεται από άγχος και υπερβολικές μέριμνες.
Καθώς καταλήγουν οι Πατέρες, ο μοναχός απαρνείται εξωτερικά τα αγαθά, ενώ ο κοσμικός καλείται να απαρνηθεί εσωτερικά την προσκόλληση σε αυτά. Η πρώτη μορφή ακτημοσύνης αφορά το σώμα· η δεύτερη την καρδιά. Και σε αυτή τη δεύτερη, που είναι και η βαθύτερη, όλοι οι άνθρωποι μπορούν να προσεγγίσουν την ελευθερία και την ειρήνη που υπόσχεται ο άγιος Ισαάκ: μια καρδιά άφοβη, σταθερή, δοσμένη ολοκληρωτικά στον Θεό.