(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Θυμάμαι το πρωινό εκείνο που θα ξεκινούσαμε το προσκύνημά μας [αγιασμένα χώματα της Μικράς Ασίας]. Ο παππούλης [ο παπα-Φώτης ο διά Χριστόν σαλός] ήρθε στο Τελωνείο της πόλης μας [στην Μυτιλήνη] στην ώρα του και χαρούμενος, γιατί «θα ξαναπήγαινε απέναντι».
Πρέπει να ήταν και η τελευταία του φορά, γιατί αμέσως μετά άρχισαν να επιδεινώνονται τα προβλήματα υγείας που είχε και μετά από μικρό χρονικό διάστημα καθηλώθηκε στο κρεβάτι.
Πέρασε τον έλεγχο των διαβατηρίων, επιβιβάστηκε στο καράβι και περίμενε σα μικρό παιδί τη συνέχεια. Ήταν ευγενικός με όλα τα πρόσωπα, χαμογελαστός και κάποιες στιγμές αστειευόταν μαζί τους, λέγοντάς τους μικρά χαριτωμένα και αυτοσχέδια δίστιχα.
Τον έβλεπα και απορούσα για τη φρονιμάδα του. Είχε απόλυτη συναίσθηση πού θα πηγαίναμε.
Μόλις φτάσαμε στο λιμάνι των Κυδωνιών, στο Αϊβαλί, ο παπα-Φώτης βγήκε σα σίφουνας από το καράβι, δρασκέλισε τα σιδερένια κάγκελα και βρέθηκε ανάμεσα σε φίλους του Τούρκους.
Όλοι τον γνώριζαν με τ’ όνομά Του!
Έφυγε έτσι βιαστικά, χωρίς να περάσει από τον έλεγχο των διαβατηρίων, χωρίς να του σφραγίσουν το διαβατήριο. Κάτι που στην επιστροφή του δημιούργησε ένα μικροπρόβλημα.
Ο παπα-Φώτης όμως δεν αγχωνόταν ποτέ· ούτε και τότε. Εκεί στο Αιβαλί, και κατά την άφιξή μας και κατά την επιστροφή μας, ο παππούλης περιστοιχιζόταν από αρκετούς Τούρκους.
Ένας μάλιστα τον πήρε με πολλή ζεστασιά και αγάπη και τον πήγε σ’ ένα εστιατόριο για να τον φιλοξενήσει.
Ρώτησα αυτόν τον κύριο πώς και γνωρίζει τον παπα-Φώτη κι εκείνος με σπασμένα ελληνικά μου είπε: «Παπα-Φώτης βάφτισε εμένα»!
Και μου έδειξε ένα σταυρό που φορούσε στο λαιμό.
Πότε; Πώς; Ούτε αυτός, ούτε ο παπα-Φώτης θέλησαν να μου πουν. [Ο παπα-Φώτης βάφτισε πολλούς μουσουλμάνους].
Από το βιβλίο του π. Αθανασίου Γιουσμά, «Παπα-Φώτης, ο ‘διά Χριστόν σαλός’ (1912-2010)», Μυτιλήνη 2010.