Την γιορτή του θαυματουργού Αγίου Νεκταρίου στις 9 Νοεμβρίου διαδέχεται την επόμενη μέρα η γιορτή του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη. Πρόκειται ουσιαστικά για δύο νέους Άγιους οι οποίοι και οι δύο είναι ιδιαίτερα θαυματουργοί.
Με την διαφορά, όμως, πως ο Άγιος Αρσένιος έκανε τα πολλά, συνεχή και καθημερινά θαύματα του εν ζωή και μάλιστα, συνήθως ενώπιον κόσμου. Και όταν ο ίδιος έμενε στο σπίτι του έγκλειστος για λόγους νηστείας και προσευχής, οι κάτοικοι του χωριού του, τα Φάρασσα της Καπαδοκίας, ήξεραν πως μπορούσαν να πάρουν χώμα από το κατώφλι της πόρτας του σπιτιού του και να τρίψουν το πονεμένο μέλος του σώματός τους και να γίνουν καλά.
Είναι χαρακτηριστική η σκηνή που εξελίχτηκε στα Φάρασα όταν πήγαν μια Τουρκάλα οι ομοεθνείς της για να την θεραπεύσει ο Άγιος, αλλά ήταν μέρα νηστείας.
Να πώς περιγράφει την σκηνή αυτή ο συγγραφέας του βίου του Αγίου Αρσένιου, Άγιος Παίσιος ο Αγιορείτης (1924-1994):
«Είχαν φέρει κάποτε από τους Τελέληδες μια τυφλη Μουσουλμάνα, ονόματι Φάτμα, ημέρα Τετάρτη στον Χατζεφεντή, να την διαβάση να γίνη καλά. Επειδή ήταν έγκλειστος, αφού χτύπησαν την πόρτα του κελλιού του αρκετά οι συνοδοί της τυφλης, την άφησαν απ’ έξω και πήγαν στο Μεσοχώρι.
Εκείνη την ώρα μια Φαρασιώτισσα, που της είχε αγκυλωθή το χέρι της, πήγε στο κέλλι του Χατζεφεντή και πήρε από το κατώφλι της πόρτας του χώμα, άλειψε το παθεμένο της χέρι και έγινε καλα. (Έτσι έκαναν όλοι οι Φαρασιώτες αυτές τις δύο ημέρες, που έμενε έγκλειστος, και δεν τον ενοχλούσαν). Όταν λοιπόν είδε την τυφλη, την ρώτησε γιατί περιμένει και η τυφλή της είπε την αιτία.
Τότε η Φαρασιώτισσα της απάντησε:
– Τι κάθεσαι και χασομεράς; Δεν ξέρεις ότι ο Χατζεφεντής την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν ανοίγει; Πάρε χώμα από το κατώφλι της πόρτας και τρίψε τα μονη μάτια σου να γίνης καλά, όπως κάνουμε και όλοι αυτές τις ημέρες, όταν αρρωσταίνουμε.
Η Φαρασιώτισσα έφυγε και πήγε στην δουλειά της. Η Μουσουλμάνα όμως είχε παραξενευθή στην αρχή γι’ αυτό που άκουσε, αλλά μετά έψαξε και βρήκε το κατώφλι, πήρε χώμα και έτριψε τα μάτια της και αμέσως άρχισε να βλέπη θαμπά.
Από την χαρά της τότε πήρε μια πέτρα και χτυπούσε σαν τρελή την πόρτα του Πατρός Αρσενίου, ο οποίος άνοιξε και, επειδή είδε πως ήταν Μουσουλμάνα, ενώ δεν μιλούσε αυτήν την ημέρα, έκανε διάκριση και την ρώτησε τι θέλει.
Του είπε τον λόγο και ο Πατήρ πήρε το Ευαγγέλιο και την διάβασε και αμέσως της ήρθε όλο της το φως.
Εκείνη τότε από την χαρά της έπεσε στα πόδια του και τον προσκυνούσε με ευλάβεια, αλλ’ ο Πατήρ την μάλωσε και της είπε:
– Εάν θέλης να προσκυνήσης, να προσκυνήσης τον Χριστό που σου έδωσε το φως, και όχι εμένα
Έφυγε μετά χαρούμενη να βρη τους συνοδούς της και ανεχώρησαν για το χωριό τους».
Όπως είδαμε από το πιο πάνω θαύμα ο Άγιος Αρσένιος δεν αρνιόταν να θεραπεύει και τους αλλόθρησκους μουσουλμάνους, πράγμα που με καλωσύνη συνέχιζε να κάνει, ακόμη και όταν οι Καππαδόκες πήραν τον δρόμο για την Ελλάδα κατά την διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμων μετά την μικρασιατική τραγωδία.
Ο Άγιος Αρσένιος, όμως, δεν υποδεχόταν το ίδιο συγκαταβατικά τους μουσουλμάνους ληστές που πήγαιναν στα Φάρασα για να τα ληστέψουν και να κακοποιήσουν τους κατοίκους τους. Το θαυματουργικό χάρισμα που είχε λάβει ήταν ιδιαίτερα «δυνατό» και μπορούσε με μόνο ένα βλέμμα του να κάνει κάποιον να μείνει επί τόπου ακίνητος.
Και έτσι τις ποικίλες συμμορίες που πήγαιναν στο χωριό τις τιμωρούσε με αυτόν τον τρόπο και αφού τους παιδαγωγούσε έτσι, τους έλυνε και έφευγαν έντρομοι ζητώντας συγχώρεση. Και, βεβαίως, δεν ξαναπήγαιναν για αντίστοιχους λόγους στα Φάρασα.
Ας δούμε ένα τέτοιο γεγονός από το βιβλίο του Αγίου Παΐσιου:
«Ο Ιωάννης Κυρκαλάς διηγήθηκε ότι μια φορά είχαν πάει πολλοί Τούρκοι (Τσέτες) στα Φάρασα και, αφού έπιασαν κρυφά δώδεκα πλουσίους του χωριού, ειδοποίησαν τις οικογένειες τους· ή θα τους πάνε πεντακόσιες χρυσές λίρες ή θα τους κόψουν.
Επίσης εμήνυσαν και το εξής στους Φαρασιώτες: Η παραμικρή τους κίνηση για να τους χτυπήσουν, θα είναι εις βάρος των κρατουμένων, διότι πρώτα θα κόψουν αυτούς και μετα θα αρχίσουν την μάχη
Όλα τα Φάρασα είχαν αναστατωθή τότε, και άλλοι έτρεξαν να συγκρατήσουν τα παλληκάρια του χωριού, για να μην κάνουν καμμιά τρέλλα και τους χτυπήσουν, και άλλα γυναικόπαιδα έτρεξαν στον Χατζεφεντή [τον Άγιο Αρσένιο], που ήταν η μόνη τους ελπίδα, γιατί οι Τούρκοι ήταν πολλοί και οχυρωμένοι: λέγουν γύρω στους τριακόσιους ογδόντα
Ο Πατήρ Αρσένιος, μόλις το μαθαίνει, πηγαίνει στην Εκκλησία και λέγει στους επιτρόπους να του δώσουν όλα τα χρήματα, που είχε το παγκάρι, τα οποία ήταν γύρω στις πενήντα λίρες. Τα παίρνει λοιπόν ο Πατήρ μαζί του και με δυο γέρους ανεβαίνει στο λημέρι των Τσετών και ζητάει τον Καπετάνιο τους, ο όποιος ήρθε χαρούμενος, γιατί νόμιζε ότι έφεραν τις πεντακόσιες λίρες.
Μόλις είδε τον Καπετάνιο τους ο Πατήρ Αρσένιος, άρχισε να τον μαλώνη με τα εξής λόγια:
– Δεν φοβάσαι τον Θεό; Δεν ντρέπεσαι καθόλου; Από πού θα τις βρουν τις πεντακόσιες λίρες οι φτωχοί αυτοί άνθρωποι και λέτε ότι θα τους κόψετε, αν δεν σας τις δώσουν;
Παίρνει μετά την σακκούλα με τα χρήματα της Εκκλησίας (τα ψιλά), τα πετάει και τους λέγει.
– Πάρτε αυτά για τον κόπο που κάνατε και φέρτε γρήγορα τους ανθρώπους μου, γιατί αλλιώς θα σας κόψω εγώ πέτρες επί τόπου όλους σας.
Με τα λόγια αυτά που τους είπε, «Θα σας κόψω πέτρες», όλοι οι Τούρκοι είχαν μείνει στον τόπο τους ακίνητοι σαν αγάλματα. Μετά από λίγο, ενώ εμέναν έτσι μαρμαρωμένοι, τους λέγει ξανά ο Πατήρ.
Γρήγορα, φέρτε τους ανθρώπους μου και φύγετε
Τότε μόνον μπόρεσαν να ελευθερωθούν από εκείνο το αόρατο δέσιμο, που ένιωθαν, και έλυσαν τους δώδεκα κρατουμένους Φαρασιώτες και έφυγαν κατατρομαγμένοι από εκείνο το μαρμάρωμα που έπαθαν, χωρίς να σκύψουν να πάρουν ούτε τις πενήντα λίρες, που ήταν στην γη σκορπισμένες.
Ο Πατήρ Αρσένιος είπε στους κρατουμένους: ‘Μάστε τα χρήματα της Εκκλησίας και πάμε να φύγουμε’· και γύρισαν μετά στο χωριό χαρούμενοι».
Τέρατα και σημεία, λοιπόν, έκανε ο Άγιος Αρσενιος (1840-1924) ο οποίος έζησε περίπου την ίδια εποχή με τον Άγιο Νεκτάριο (1846-1920). Και οι δύο γεννήθηκαν σε τουρκοκρατούμενες περιοχές, ο Άγιος Αρσένιος όπως είπαμε γεννήθηκε στην Καππαδοκία, ενώ ο Άγιος Νεκτάριος στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης.
Και οι δύο πάντως κοιμήθηκαν σε νησιά της Ελλάδας. Ο Άγιος Νεκτάριος στην Αίγινα και ο Άγιος Αρσένιος στην Κέρκυρα.
Και για να μην αδικήσουμε τον Άγιο Νεκτάριο ας αφηγηθούμε και ένα δικό του δυνατό και φοβερό θαύμα όπως το διέσωσε ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης Παντελής Πάσχος:
Τα χρόνια της κατοχής, ένα πλοίο που ταξίδευε στη Μεσόγειο, βρέθηκε μέσα σε μια φοβερή θαλασσοταραχή και κινδύνευε να βυθιστεί. Ο καπετάνιος, βλέποντας πως δεν υπήρχε πια καμιά ελπίδα σωτηρίας, έδωκε διαταγή να εγκαταλείψουν το πλοίο.
Ο φόβος και ο πανικός άρχισε να περονιάζει τους ναύτες. Τα νερά είχαν αρχίσει να κατακλύζουν το σκάφος. Το τέλος δεν θ’ αργούσε να σημάνει. Έρριξαν τις σωσίβιες λέμβους στη θάλασσα κι ο καπετάνιος κατέβηκε να πάρει το ημερολόγιο του καραβιού.
Εκεί που κατέβηκε, βλέπει έναν ασπρογένη γέροντα να κάθεται ατάραχος. Τον πήρε για λαθρεπιβάτη, μια που το καράβι δεν είχε ιερέα, και τον ρωτάει: «Τι θέλεις εσύ εδώ;».
Ο Γέροντας του απαντά γαλήνια: «Μη φοβάσαι. Δεν θα πάθει κανείς σας τίποτε. Πες σε όλους να γυρίσουν στο πλοίο».
Ο πλοίαρχος ρωτάει με απορία: «Και πώς το γνωρίζεις εσύ, πως δεν θα πάθουμε κακό; Εδώ πνιγόμαστε»!
Τότε ο γέροντας τον καθησυχάζει: «Εγώ, παιδί μου, είμαι από την Αίγινα, και στο πλοίο σου έχεις πολλούς που με γνωρίζουν. Τώρα, λοιπόν, πήγαινε να
πάρεις το καντήλι του αγίου Νικολάου που έχεις μέσα, και να το ρίξεις στη θάλασσα».
Ο καπετάνιος, τρέχει αμέσως, αρπάζει το καντήλι του Άη-Νικόλα και το πετάει στη θάλασσα.
Και τότε έγινε το θαύμα η ταραχή της θάλασσας κόπηκε, σαν με το μαχαίρι κ’ έγινε μεγάλη νηνεμία και γαλήνη.
Φωνάζει τότε ο πλοίαρχος, όσους ήταν από την Αίγινα και τους ρωτάει, ποιον Άγιο έχουνε στην Αίγινα, που κάνει τέτοια θαύματα.
Κ’ εκείνοι μ’ ένα στόμα του απαντούν: «Τον άγιο Νεκτάριο»!
Κι ο καπετάνιος συγκινημένος τους λέγει: «Ξέρετε, ο άγιος Νεκτάριος ήρθε στο πλοίο μας, είναι μέσα».
Σταυροκοπήθηκαν όλοι και πήγαν να τον ιδούν, μα ο άγιος είχε φύγει, μετά το θαύμα που έκαμε για να τους σώσει.
Αντίθετα, λοιπόν από τον Άγιο Αρσένιο, ο Άγιος Νεκτάριος τα πολλά και συνεχή θαύματά του τα έκανε μετά την κοίμησή του. Και οι δύο, πάντως, έλαβαν απλόχερα το θαυματουργικό χάρισμα χάρισμα από τον Θεό. Ο Άγιος Αρσένιος για να στηρίξει, όπως φαίνεται τον Ελληνισμό της Καππαδοκίας τα δύσκολα εκείνα χρόνια και ο Άγιος Νεκτάριος για να στηρίξει όλο τον Ελληνισμό μέσα στα ταραγμένα και σκληρά χρόνια που ακολούθησαν την κοίμησή το 1920.
Πάντως και οι δύο έλαβαν το θαυματουργικό χάρισμα γιατί παραδόθηκαν ευλαβικά ψυχί τε και σώματι στον Θεό και την Εκκλησία του και έτσι και τα χαρίσματα που έλαβαν βοήθησαν να στηριχτεί τόσο η Εκκλησία όσο και όλο ο λαός.
Να έχουμε την ευχή τους.