Το μικρό ανοιχτό σκάφος σκαρφάλωνε σε ένα κύμα και βυθιζόταν στην κοιλιά του με ένα σύγκρυο. Το νησί είχε χαθεί από τα μάτια τους· γύρω τους απλωνόταν γκρίζος ουρανός και ταραγμένη θάλασσα. Ανάμεσα στα σφιγμένα δόντια ανέβαινε σιγανά η προσευχή του Ιησού, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Το μεγαλύτερο πλοίο που είχε μεταφέρει τους ιεραποστόλους από νησί σε νησί βρισκόταν τώρα πολύ πίσω τους. Στη θέση του ήταν αυτή η μικρή λέμβος, που ανέβαινε και κατέβαινε ανάμεσα στους κυματισμούς σαν να ήταν μετέωρη ανάμεσα στον ουρανό και στο νερό.
Ο άνεμος τραβούσε τα ρούχα και τα μαλλιά. Το αλάτι έκαιγε τα μάτια. Κάθε βουτιά της πλώρης έφερνε μια βιαστική εισροή νερού στο κατάστρωμα. Η βάρκα ανασηκωνόταν πάλι, σαν να την ύψωνε ένα αόρατο χέρι. Εκείνη τη στιγμή, η ανθρώπινη βεβαιότητα φαινόταν μικρή, ενώ η κραυγή της καρδιάς άνοιγε διάπλατα. Ο επίσκοπος προσευχόταν δυνατά, εμπιστεύοντας το ταξίδι στον Χριστό και στην Παναγία. Το φιτζιανό πλήρωμα έκανε το σημείο του Σταυρού με την ήσυχη πίστη ανθρώπων που κατανοούν τους τρόπους της θάλασσας. Η τρικυμία συνεχιζόταν, και μέσα στο γκρίζο, μια σκοτεινή γραμμή σχηματιζόταν αργά: στεριά.

Καθώς η βάρκα πλησίαζε την ακτή, τα περιγράμματα ξεχώρισαν σε δέντρα και ακρογιαλιά. Όταν τελικά πάτησαν στην άμμο, το χωριό τούς καλοδέχτηκε με τραγούδια, γιρλάντες και ανοιχτές αγκαλιές. Παιδιά έτρεξαν να τους αγκαλιάσουν. Το ταξίδι μέσα από επικίνδυνα νερά και η ζεστασιά της υποδοχής αποκάλυψαν μιαν αλήθεια: η ανθρώπινη ζωή βρίσκεται μέσα σε δυνάμεις μεγαλύτερες από τη δική μας και κρατιέται σε μια αγάπη βαθύτερη από τον φόβο.
Ο σύγχρονος κόσμος επίσης κινείται όπως τα κύματα του ωκεανού. Προσφέρει αφθονία, ερεθίσματα και ατέλειωτη δραστηριότητα, και πολλές καρδιές κουβαλούν μια ήσυχη κόπωση. Στην ποιμαντική ζωή αυτό εμφανίζεται όταν οι άνθρωποι μιλούν για προσευχή που είναι διασκορπισμένη, ανήσυχα βράδια και βάρη που πολλαπλασιάζονται γρηγορότερα απ’ όσο μπορεί να αντέξει η ψυχή. Μερικοί περιγράφουν ότι απέκτησαν τα πάντα όσα κάποτε ήθελαν, ενώ αισθάνονται ένα εσωτερικό άδειασμα που τους αφήνει ανήσυχους. Όταν την τεντώσουμε πέρα από το όριό της, δεν μπορεί να χωρέσει τα πάντα· αρχίζει να ξεχειλίζει, αλλά όχι από χάρη.

Ο Χριστός μιλάει απευθείας σε αυτή την κρυφή κόπωση όταν μακαρίζει τους πτωχούς τῷ πνεύματι: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε′, 3). Η πτωχεία τῷ πνεύματι είναι μια εσωτερική ευρυχωρία, η συνειδητοποίηση ότι η καρδιά ανθίζει όταν δέχεται αντί να αρπάζει, όταν παραμένει ανοιχτή αντί να είναι παραφορτωμένη. Οι Πατέρες παρομοιάζουν την καρδιά με σκεύος πλασμένο να μεταφέρει τη θεία ζωή. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει ότι η χάρη ενοικεί στην καρδιά όταν ο άνθρωπος χαλαρώνει την εξάρτησή του από τη δική του δύναμη και στηρίζεται στον Θεό. Ο Μέγας Βασίλειος διδάσκει ότι ο πόθος για αγιότητα αυξάνει όταν η καρδιά ελευθερώνεται από τα περιττά βάρη και δεσμεύσεις. Ο ίδιος ο Χριστός μάς προσκαλεί: «Δεῦτε πρὸς με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια′, 28). Αυτός γεμίζει τον χώρο που ανοίγει η ταπείνωση.
Ο Ζακχαίος δείχνει αυτή την ελευθερία. Ανέβηκε στη συκομορέα για να δει καθαρά χωρίς να πλησιάσει (πρβλ. Λουκ. ιθ′, 1-10). Ο Χριστός τον καλεί να κατέβει: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι» (Λουκ. ιθ′, 5). Αυτή η κάθοδος γίνεται η σωτηρία του. Ο Ζακχαίος κατεβαίνει από το δέντρο, ανοίγει το σπίτι του και ο Κύριος εισέρχεται. Η μακαριότητα των «πτωχῶν τῷ πνεύματι» γίνεται χειροπιαστή πραγματικότητα. Η βασιλεία πλησιάζει τον άνθρωπο που κατεβαίνει από τη δική του συκομορέα.

Η ίδια η Θεοτόκος διδάσκει αυτή την ετοιμότητα. Τα λόγια της «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» (Λουκ. α′, 38) φανερώνουν τη στάση της ανοικτής καρδιάς. Δεν προσφέρει κάποια στρατηγική, αλλά διάθεση και προσφορά. Η ανθρώπινη φύση της γίνεται το σκεύος μέσα από το οποίο ο Θεός εισέρχεται στον κόσμο. Όταν οι ιεραποστόλοι προσεύχονταν πάνω σε εκείνη τη μικρή βάρκα, στράφηκαν προς Εκείνη, όπως έχουν κάνει οι χριστιανοί μέσα στους αιώνες, ζητώντας δύναμη που πηγάζει από την εμπιστοσύνη. Όπου η ορθόδοξη ιεραποστολή είναι ζωντανή, αυτό το «γένοιτό μοι…» της Παναγίας επαναλαμβάνεται σιωπηρά στη ζωή απλών ανθρώπων που ανοίγουν τα σπίτια, τον χρόνο και τις πληγές τους στον Χριστό.
Ο Χριστός φανερώνει την ίδια αλήθεια και σε άλλες ευαγγελικές σκηνές. Η γη ενός πλουσίου ανθρώπου καρποφόρησε άφθονα (πρβλ. Λουκ. ιβ′, 16-21). Εκείνος επεκτείνει τις αποθήκες του, αλλά παραβλέπει τη ζωή της ψυχής του. Οι ημέρες του γεμίζουν από συσσώρευση αγαθών, όμως οι βαθύτεροι χώροι της καρδιάς του μένουν ανέγγιχτοι από τη χάρη. Σε πολλές κοινωνίες εμφανίζεται ένα παρόμοιο μοτίβο: η ζωή είναι γεμάτη κίνηση, αλλά φτωχή σε εσωτερική ηρεμία. Οι δραστηριότητες πολλαπλασιάζονται, η χαρά ξεθωριάζει και η προσευχή μοιάζει απόμακρη. Μέχρι που ακούγεται ο θεϊκός λόγος: «Ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ» (Λουκ. ιβ′, 20). Ο πλούσιος της παραβολής δείχνει πώς η μέθη των υλικών αγαθών στερεί τον άνθρωπο από τη χάρη.

Μια άλλη ευαγγελική σκηνή αποκαλύπτει την ίδια πνευματική κατάσταση με διαφορετικό τρόπο. Ο παραλυτικός στην Καπερναούμ κατεβαίνει από τη στέγη με τη βοήθεια των φίλων του (πρβλ. Μάρκ. β′, 1-12). Η θεραπεία του ξεκινά με μια πράξη παράδοσης του εαυτού του. Ο Χριστός πρώτα του μιλά για συγχώρηση: «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Μάρκ. β′, 5). Οι Πατέρες διδάσκουν ότι η συγχώρηση ισιώνει την ψυχή εκεί που την είχε κυρτώσει η αμαρτία. Η τρύπα στη στέγη γίνεται θύρα για τη χάρη. Η πατερική παράδοση, όπως τη διατυπώνει και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μας λέει ότι ο Θεός μερικές φορές επιτρέπει αναστατώσεις ώστε κρυμμένες πληγές να προσεγγιστούν από τη θεία θεραπεία. Ο παραλυτικός δείχνει τι συμβαίνει όταν η καρδιά δεν προσπαθεί πια να σηκωθεί με τη δική της δύναμη, αλλά κοιτάζει με εμπιστοσύνη προς τον Χριστό για να υψωθεί.
Αυτές οι Γραφές αντικατοπτρίζουν την εμπειρία πολλών σήμερα. Οι άνθρωποι ανεβαίνουν αόρατες σκάλες αναζητώντας σταθερότητα και συχνά νιώθουν πιο διχασμένοι όσο ψηλότερα ανεβαίνουν. Ο χρόνος γίνεται κάτι που το φυλάμε αντί να το μοιραζόμαστε. Η ζωή βιώνεται σαν παράσταση αντί ως δώρο. Ο Απόστολος Παύλος μιλάει για τον κόσμο που πιέζει το σχήμα του επάνω στον νου και προτρέπει: «καὶ μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός ὑμῶν» (Ρωμ. ιβ′, 2). Αυτή η κλήση του Ευαγγελίου να μην συσχηματιζόμαστε με τον κόσμο, αλλά να μεταμορφωνόμαστε, παίρνει συγκεκριμένη μορφή στα νησιά του Ειρηνικού.

Η Ορθόδοξη Ζωή και Ιεραποστολή στον Ειρηνικό
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ορθόδοξη ιεραποστολή στα νησιά Φίτζι αποκαλύπτει έναν διαφορετικό ρυθμό. Στα χωριά, η ζωή ξετυλίγεται με απλότητα και βάθος. Τα σπίτια είναι λιτά, αλλά οι καρδιές ανοιχτές. Οι επισκέπτες καλωσορίζονται με ευγνωμοσύνη που πηγάζει από τη σχέση και όχι από την αφθονία. Ο χρόνος μοιράζεται, δεν περιφρουρείται. Η ταυτότητα πηγάζει από την εμπειρία του ανήκειν. Η προσωπικότητα αναπτύσσεται εν κοινωνία.
Εδώ, η φιτζιανή έννοια του vanua, της ενότητας λαού, γης και ιστορίας, θυμίζει την χριστιανική κατανόηση της Εκκλησίας. Ένας άνθρωπος ανακαλύπτει ποιος είναι μέσω σχέσεων, που κορυφώνονται στο να ανήκει στον Χριστό και στο Σώμα Του. «Ὑμεῖς δὲ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» (Α′ Κορ. ιβ′, 27). Το ανήκειν γίνεται η ατμόσφαιρα της ζωής, όχι μια ιδέα.
Μια εμπειρία από τα πρώτα χρόνια της ιεραποστολής εκφράζει αυτή τη διαφορά με ιδιαίτερη δύναμη. Η τρικυμία στο μικρό σκάφος, οι ψιθυριστές προσευχές, η εμπιστοσύνη στη Μητέρα του Θεού, και ύστερα η υποδοχή στην ακτή του χωριού της Σωφρονίας, όλα αποκάλυψαν ότι η ζωή κρατιέται μέσα σε μια κοινωνία που ξεπερνά τα σχέδιά μας. Το ταξίδι προς εκείνο το μικρό koro (χωριό) απαίτησε ρίσκο, σωματικό κόπο και εμπιστοσύνη. Το τελευταίο σκέλος δεν έγινε με μεγάλο πλοίο αλλά με εκείνο το ανοιχτό σκάφος που πάλευε με τα κύματα και τον άνεμο. Οι ιεραπόστολοι είδαν με τα μάτια τους πόσο εύθραυστη ήταν η προσπάθειά τους. Κι όμως, όταν έφτασαν, το χωριό ήταν έτοιμο, με τα τραγούδια ήδη στα χείλη των ανθρώπων. Ήταν σαν το Ευαγγέλιο να είχε φτάσει στο vanua πριν από αυτούς και να περίμενε να πατήσουν το πόδι τους στην άμμο.

Αυτή η ανθρωπολογία της σχέσης και του ανήκειν διαπερνά όλη την ιεραποστολή. Στο χωριό Savudrodro, κάποτε η ομάδα περπατούσε στον δρόμο αναζητώντας μια μικρή Ορθόδοξη οικογένεια. Πριν προλάβουν να φωνάξουν, μια φωνή από την πλαγιά κραύγασε: «Πάτερ Μιχαήλ!» και ο Φανούριος έτρεξε ξυπόλυτος, με δάκρυα να ρέουν. Το αγκάλιασμα δεν ήταν απλώς συγκινητικό· ήταν εκκλησιαστικό. Η διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου ότι οι πιστοί είναι «συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Εφ. β′, 19) έγινε ορατή εκείνη τη στιγμή. Η ιεραποστολή αναδείχθηκε ως οικογένεια που αναγνωρίζει οικογένεια, ως veiwekani (συγγένεια) αποκατεστημένη εν Χριστῷ.
Μια άλλη στιγμή εκτυλίχθηκε κοντά στη Λαμπάσα. Οι καρέκλες ήταν ήδη τοποθετημένες σε ένα απαλό ημικύκλιο, ένα τραπέζι στρωμένο με ένα πανί, ένα κερί και μια απλή εικόνα. Πέταλα ιβίσκου είχαν διασκορπιστεί με φροντίδα. Κανένα μήνυμα δεν είχε επιβεβαιώσει την ώρα· η οικογένεια απλώς σηκώθηκε νωρίς με πίστη. Μετά τις προσευχές, ο πατέρας είπε: «Σήμερα το πρωί ζήτησα από τον Θεό να επισκεφθεί το σπίτι μας. Όταν ήρθατε, ήξερα ότι είχε απαντήσει». Τα λόγια του φανέρωσαν μια καρδιά έτοιμη για τον Χριστό, αντανακλώντας την προσευχή του Αποστόλου Παύλου «κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» (Εφ. γ′, 17).

Πολλά σπίτια στη Δύση προσφέρουν χώρο, αλλά όχι ανάπαυση. Οι άνθρωποι μοιράζονται την ίδια στέγη, κι όμως νιώθουν απομακρυσμένοι. Τα σπίτια είναι μεγαλύτερα, αλλά ο χώρος τους γεμίζει από οθόνες και προγράμματα. Μια οικογένεια μπορεί να ζει κάτω από την ίδια στέγη, και όμως τα μέλη της να αισθάνονται σαν ξένοι μεταξύ τους. Το σπίτι γίνεται τόπος διαρκούς κίνησης, θορύβου και περισπασμού. Προσφέρει καταφύγιο στο σώμα, αλλά όχι πάντα ανάπαυση στην ψυχή. Ένας άνθρωπος μπορεί να μετακινείται από την κρεβατοκάμαρα, στο αυτοκίνητο, στο γραφείο, στην πολυθρόνα του σαλονιού, χωρίς ποτέ να νιώσει ότι έφτασε πραγματικά «σπίτι» με τη βαθύτερη έννοια.
Στα φιτζιανά σπίτια, η παρουσία γεμίζει τα δωμάτια. Το σπίτι γίνεται τόπος κοινής ζωής, προσευχής και φιλοξενίας. Το vanua (η ενότητα του λαού με τη γη) εισέρχεται στο σπίτι και το σπίτι υψώνεται προς τον Θεό. Όταν μια οικογένεια προσεύχεται, το yalo της (η εσωτερική της ζωή) δεν είναι ένας κρυφός, ιδιωτικός χώρος· εντάσσεται στη μοιρασμένη ζωή του χωριού και της Εκκλησίας.

Αυτή η κοινή ζωή λάμπει ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών. Όταν δυνατοί άνεμοι προκάλεσαν ζημιές σε σπίτια, οι χωρικοί συγκεντρώθηκαν το επόμενο πρωί. Οι άντρες στερέωσαν τις στέγες, τα παιδιά μετέφεραν ξύλα, οι μητέρες μαγείρεψαν για όλους και οι πρεσβύτεροι προσεύχονταν. Κινούνταν σαν ένα σώμα. Η προτροπή του Αποστόλου Παύλου «ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε» (Γαλ. στ′, 2) ήταν ήδη υφασμένη στον τρόπο ζωής τους. Ήταν μια περιγραφή αυτού που ήδη υπήρχε, ένας απόηχος της ζωής των πρώτων χριστιανών στις Πράξεις, οι οποίοι «εἶχον ἅπαντα κοινά» και «μετελάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας» (Πραξ. β′, 44-46).
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η μυστηριακή ζωή δεν εμφανίζεται ως προσθήκη στην καθημερινότητα, αλλά ως η καρδιά της. Βαπτίσεις τελούνται σε απλές κολυμβήθρες, μερικές φορές κάτω από τον ανοιχτό ουρανό, όπου το νερό καθρεφτίζει τα σύννεφα και το φως. Όσοι αναδύονται από το νερό δεν προσχωρούν απλώς σε έναν θεσμό· αρχίζουν να ζουν από ένα διαφορετικό κέντρο. Η αίσθηση που έχουν για τον εαυτό τους μεταμορφώνεται. Γνωρίζουν πλέον ότι είναι παιδιά του Θεού και μέλη μιας κοινότητας που εκτείνεται πολύ πέρα από το χωριό τους, μιας κοινότητας που περιλαμβάνει τους αγίους και τους πιστούς σε κάθε γη. «εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινὴ κτίσις» (Β′ Κορ. ε′, 17). Με φιτζιανούς όρους, η vakabauta (πίστη) τους είναι πλέον υφασμένη σε μια ευρύτερη veilomani (αμοιβαία αγάπη) που απλώνεται από το δικό τους koro ως την οικουμενική Εκκλησία.

Η Θεία Λειτουργία αντικατοπτρίζει την ίδια πραγματικότητα. Σε παρεκκλήσια από ξύλο και τσίγκο, ή σε μικρές εκκλησίες χτισμένες με αμέτρητες, σιωπηλές θυσίες, ο λαός συναθροίζεται χωρίς επίδειξη. Τα παιδιά παρατηρούν τους γονείς τους να κάνουν το σταυρό τους και να υποκλίνονται. Οι νεαροί στέκονται ήσυχα πίσω ή βοηθούν στο αναλόγιο. Οι γυναίκες ψάλλουν με πραότητα που κρύβει δύναμη. Το ψάλσιμο μπορεί να μην είναι τεχνικά άρτιο, όμως ανεβαίνει από ειλικρινή καρδιά. Η σιωπή πριν από τη Θεία Κοινωνία έχει ένα βάθος που τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν. Οι άνθρωποι πλησιάζουν το Άγιο Ποτήριο με συναίσθηση ότι ο Χριστός δεν είναι σύμβολο, αλλά Παρουσία.
Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας διδάσκει ότι διά των αγίων Μυστηρίων, και ιδιαίτερα διά της Θείας Ευχαριστίας, ανανεώνεται και τελειώνεται η εικόνα του Θεού στον πιστό. Στο Φίτζι, αυτή η αποκατάσταση διακρίνεται στα πρόσωπα εκείνων που επιστρέφουν από το Άγιο Ποτήριο. Οι εκφράσεις τους μαλακώνουν. Το άγχος χαλαρώνει. Τα μάτια γίνονται πιο διάφανα. Οι Πατέρες λένε ότι η καρδιά είναι ένα μικρό μέρος, κι όμως μπορεί να χωρέσει τον Θεό. Ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος γράφει ότι μέσα στην καρδιά υπάρχουν λιοντάρια και δράκοντες, αλλά εκεί επίσης βρίσκονται ο Θεός και οι άγγελοι. Σε αυτές τις εκκλησίες των χωριών, αυτή η διδασκαλία παύει να είναι μόνο μια εικόνα. Η καρδιά που φανερώνεται στη λατρεία γίνεται πράγματι ένας τόπος όπου συναντώνται ο ουρανός και η γη. Το σκεύος της καρδιάς δέχεται τον Χριστό και με τον καιρό αρχίζει να ξεχειλίζει την ειρήνη Του προς τους άλλους.

Η εξομολόγηση επίσης αποκτά ξεχωριστό χαρακτήρα σε αυτό το περιβάλλον. Συχνά γίνεται κάτω από ένα δέντρο, δίπλα σε ένα ποτάμι ή σε μια ήσυχη γωνιά μακριά από τους άλλους. Ένας πατέρας μπορεί να μιλήσει για τον θυμό του, τις οικονομικές πιέσεις, τον φόβο για τα παιδιά του. Μπορεί να εξομολογηθεί ότι έγινε σκληρός στο σπίτι, ότι δεν ξέρει πώς να σηκώσει όλα τα βάρη μόνος του. Το talanoa, η βαθιά, ειλικρινής συζήτηση της φιτζιανής κουλτούρας, γίνεται προσευχή. Όταν δίνεται η άφεση, κάποτε λέει πως ένα βάρος έφυγε από πάνω του. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρουσιάζει τη μετάνοια ως αφαίρεση του βάρους που πλακώνει και φράζει την ψυχή. Στον Ειρηνικό, η σύνδεση μεταξύ μετάνοιας και ελευθερίας δεν αναλύεται· βιώνεται. Η καρδιά που ήταν κυρτωμένη προς τα μέσα αρχίζει πάλι να ισιώνει προς τον Θεό.
Από αυτό το μυστηριακό κέντρο, η ιεραποστολή ρέει ως κάτι φυσικό. Το Ευαγγέλιο δεν προωθείται με στρατηγικές ή συνθήματα· περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο, σαν φλόγα από κερί σε κερί στη σιγαλιά της νύχτας του Πάσχα. Οι οικογένειες που έλαβαν έλεος γίνονται ελεήμονες. Τα σπίτια που γνώρισαν ευλογία γίνονται τόποι όπου άλλοι βρίσκουν ανάπαυση. Μια γιαγιά που διαβάζει το Ψαλτήρι το βράδυ φέρνει όλο το σπιτικό σε μια απαλή αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Ένας νέος που έμαθε να ψάλλει στην εκκλησία αρχίζει να διδάσκει τα μικρότερα αγόρια, όχι επειδή του ανατέθηκε, αλλά επειδή το νιώθει ως το σωστό. Το σκεύος της καρδιάς λαμβάνει, και στη συνέχεια ξεχειλίζει.

Αυτό αποκαλύπτει κάτι για το πώς το Ευαγγέλιο διαμορφώνει την ανθρώπινη ταυτότητα. Σε πολλές δυτικές κοινωνίες, το «εγώ» φαντάζεται τον εαυτό του ως ένα απομονωμένο κέντρο επιλογών που πρέπει να κατασκευάσει το δικό του νόημα. Ο άνθρωπος πρέπει να αποφασίσει ποιος είναι, να το επιδείξει και να το υπερασπιστεί. Στον Ειρηνικό, ο εαυτός ανακαλύπτεται μέσα στην εμπειρία του ανήκειν. Κάποιος γνωρίζει ποιος είναι χάρη στην οικογένεια, το χωριό, τη γη του, και τώρα, την Εκκλησία. Όταν η Ορθοδοξία φτάνει σε μια τέτοια κουλτούρα, δεν σβήνει αυτή την αίσθηση ότι ανήκεις κάπου, αλλά την εκπληρώνει. Δείχνει ότι η βαθύτερη κοινότητα είναι το Σώμα του Χριστού, και ότι κάθε χωριάτικη Λειτουργία τελείται εν κοινωνία με τη Λειτουργία ολόκληρης της Εκκλησίας. Το vanua βρίσκει τον αληθινό του ορίζοντα στη Βασιλεία.
Η ιστορία των πρώτων Ορθόδοξων κοινοτήτων στο Φίτζι το φωτίζει αυτό. Όταν ο Γέροντας Μητροπολίτης Αμφιλόχιος ταξίδεψε πρώτη φορά στο Φίτζι, συνάντησε ανθρώπους όπως τον Παντελή Μπαραβιλάλα και τη Σωφρονία, των οποίων οι καρδιές ήταν ήδη ανοιχτές στον Χριστό. Το ταξίδι προς το χωριό τους ενείχε ρίσκο, κόπο και εμπιστοσύνη. Και πάλι, το τελευταίο μέρος του ταξιδιού προς το νησί της Σωφρονίας έγινε όχι με μεγάλο πλοίο, αλλά με μια μικρή ανοιχτή βάρκα που πάλευε με τα κύματα και τον άνεμο. Οι ιεραπόστολοι είδαν πόσο εύθραυστα ήταν τα σχέδιά τους. Ωστόσο, όταν έφτασαν, τους υποδέχθηκε μια κοινότητα έτοιμη να δεχτεί το Ευαγγέλιο σαν κάτι που περίμεναν καιρό, σαν να ολοκλήρωνε αυτό που ήδη υπήρχε στην έννοια του vanua τους, στη σχέση τους με τη γη και μεταξύ τους.

Στη Λαμπάσα, η μικρή εκκλησία των Αγίων Αθανασίου και Νικολάου ξεκίνησε ως ένα ταπεινό παρεκκλήσι. Έγινε κέντρο πίστης όπου οικογένειες ταξίδευαν μεγάλες αποστάσεις για να συναθροιστούν με χαρά. Η veilomani τους (η αγάπη μεταξύ τους) αυξήθηκε στο Άγιο Ποτήριο και διαμόρφωσε ολόκληρη τη ζωή τους.
Σε όλα αυτά τα παραδείγματα, το σκεύος της καρδιάς δεν αναγκάζεται να βαστάζει τα πάντα μόνο του. Η ζωή σηκώνεται από πολλούς ώμους μαζί. Αυτό έχει βαθιές συνέπειες για τον τρόπο που οι άνθρωποι βιώνουν τον Θεό. Όταν μια μητέρα στο Φίτζι προσεύχεται για τα παιδιά της, γνωρίζει ότι και άλλοι προσεύχονται μαζί της. Όταν ένας νέος αγωνίζεται, δεν κοιτάζει απλώς μέσα του· στρέφεται στον ιερέα του, στους γεροντότερους, στους άλλους πιστούς. Η καρδιά μαθαίνει να είναι ανοιχτή, επειδή δεν έχει εκπαιδευτεί να είναι απομονωμένη.
Γι’ αυτό η χαρά παραμένει ένα από τα πιο πειστικά σημεία του Ευαγγελίου στον Ειρηνικό. Όχι μια παροδική έξαψη, ούτε ένα απλό συναίσθημα, αλλά η ήσυχη, σταθερή χαρά, σαν «το άρωμα της ψυχής που επισκέφθηκε το Άγιο Πνεύμα». Αυτή η χαρά εμφανίζεται στα παιδιά που ψάλλουν με ζήλο, στους γέροντες που υποκλίνονται με αξιοπρέπεια, στις οικογένειες που συγκεντρώνονται μετά από μια γεμάτη ημέρα δουλειάς για να ευχαριστήσουν τον Θεό, στα τραγούδια των παιδιών του ορφανοτροφείου της Αγίας Ταβιθάς, καθώς χορεύουν με ευγνωμοσύνη κάτω από τον απογευματινό ουρανό. Η χαρά αυτή δεν αγνοεί τον πόνο· συνυπάρχει μαζί του και μάλιστα αυξάνεται μέσα από αυτόν. Είναι η χαρά εκείνων που γνωρίζουν ότι δεν είναι μόνοι, ότι ο Χριστός έχει μπει στα σπίτια τους και ότι η Παρουσία Του φέρνει ειρήνη. Αντηχεί την υπόσχεση του Κυρίου: «ἵνα ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ ἐν ὑμῖν μείνῃ καὶ ἡ χαρὰ ὑμῶν πληρωθῇ» (Ιω. ιε′, 11).

Το Ευαγγέλιο του ανήκειν στον σύγχρονο κόσμο
Ίσως να μην επισκεφθείτε ποτέ τα νησιά Φίτζι. Η καθημερινότητά σας μπορεί να εκτυλίσσεται σε μια πόλη μακριά από τον Ειρηνικό, σε ένα διαμέρισμα πάνω από έναν θορυβώδη δρόμο ή σε ένα σπίτι που μοιάζει περισσότερο με σταθμό παρά με εστία. Κι όμως, το ίδιο Ευαγγέλιο σας μιλάει. Ο ίδιος Χριστός περιμένει στην πόρτα της καρδιάς σας. Οι πρακτικές που έχουν ριζώσει σε ένα koro μπορούν διακριτικά να διαμορφώσουν τη ζωή σε ένα προάστιο ή ένα χωριό σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Μερικά απλά πράγματα μπορούν να γίνουν τρόποι με τους οποίους το σκεύος της καρδιάς αρχίζει να αδειάζει από τον φόβο, την ανησυχία και την υπερηφάνεια, και να γεμίζει με χάρη:
Μια μικρή γωνιά ενός δωματίου μπορεί να μετατραπεί σε χώρο προσευχής.
Ένα απλό κερί μπροστά σε μια εικόνα του Χριστού ή της Παναγίας μπορεί να θυμίσει στην οικογένεια ότι το αληθινό της κέντρο δεν είναι η οθόνη, αλλά το θυσιαστήριο της καρδιάς.
Ένα κοινό δείπνο με μια άλλη οικογένεια.
Λίγα λεπτά οικογενειακής προσευχής κάθε βράδυ.
Ένας λόγος συγχώρησης πριν τον ύπνο.
Όλα αυτά γίνονται τρόποι με τους οποίους η καρδιά αδειάζει τον εαυτό της από το φόβο, το άγχος και την υπερηφάνεια, και γεμίζει με χάρη.

Η Ορθόδοξη ιεραποστολή στο Φίτζι, την Τόνγκα και τη Σαμόα δείχνει ότι το Ευαγγέλιο δεν απαιτεί ιδανικές περιστάσεις· ζητά ανοιχτές καρδιές. Ευδοκιμεί όπου οι άνθρωποι επιτρέπουν στην αίσθηση του εαυτού τους να ανακαινισθεί από τον Χριστό, όπου ο χρόνος προσφέρεται αντί να φυλάσσεται, όπου τα σπίτια γίνονται τόποι προσευχής και φιλοξενίας. Ο Ειρηνικός διδάσκει ότι η πτωχεία τῷ πνεύματι δεν είναι αδυναμία αλλά ελευθερία. Ελευθερώνει την καρδιά από την ψευδαίσθηση ότι πρέπει η ίδια να κρατάει τα πάντα. Διδάσκει στην ψυχή να λέει μαζί με τη Θεοτόκο: «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» (Λουκ. α′, 38). Όταν αυτό ψιθυρίζεται σε μια καλύβα κάτω από φοίνικες ή σε ένα διαμέρισμα σε μια πολύβουη πόλη, η ίδια χάρη κατέρχεται.
Σε έναν κόσμο που συχνά μετατρέπει τους ανθρώπους σε απομονωμένα άτομα με φορτωμένες καρδιές, ο Ειρηνικός προσφέρει μια άλλη μαρτυρία. Δείχνει ότι η αληθινή ανθρώπινη υπόσταση βρίσκεται στην κοινωνία, ότι η καρδιά γίνεται ο εαυτός της όταν μάθει να ανήκει, και ότι η ιεραποστολή δεν είναι ένα εξωτερικό σχέδιο, αλλά το ξεχείλισμα μιας ευχαριστιακής ζωής. Το σκεύος λαμβάνει και μετά ξεχειλίζει. Όσο περισσότερο αδειάζει από φόβο, υπερηφάνεια και αυτονομία, τόσο περισσότερο γεμίζει με τον Χριστό. Από αυτή την πληρότητα, η χάρη ρέει προς τα έξω, στα παιδιά, τις οικογένειες, τα χωριά, και πέρα από τα ίδια τα νησιά, σε κάθε τόπο όπου οι άνθρωποι διψούν για ειρήνη.

Ο κόσμος συνεχίζει να πεινάει για τέτοιες μαρτυρίες. Η Εκκλησία καλείται να τις προσφέρει με ταπείνωση και αγάπη. Όπου ο Χριστός γίνεται δεκτός με αυτόν τον τρόπο, ακολουθεί η σωτηρία, όχι μόνο ως εξωτερικό γεγονός, αλλά ως μια ήσυχη, βαθιά μεταμόρφωση της ανθρώπινης καρδιάς και του τρόπου που οι άνθρωποι συμβιώνουν. Κάτω από τον Νότιο Σταυρό και σε κάθε γη, ο ίδιος Κύριος περιμένει να Τον υποδεχθούμε. Ο ίδιος Χριστός που γαλήνεψε την τρικυμία στη θάλασσα της Γαλιλαίας αγρυπνά πάνω από τις μικρές βάρκες στον Ειρηνικό, και πάνω από τις κρυμμένες καταιγίδες στην ανθρώπινη καρδιά. Το σκεύος της καρδιάς αρκεί να ανοίξει, και Εκείνος θα εισέλθει.
Του π. Μιχαήλ Ψαρομμάτη
Σημείωση
Η Ορθόδοξη Ιεραποστολή στα νησιά Φίτζι, Τόνγκα και Σαμόα υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Νέας Ζηλανδίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και σήμερα τελεί υπό την πνευματική καθοδήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νέας Ζηλανδίας κ. Μύρων. Η ιεραποστολή ιδρύθηκε από τον τότε Μητροπολίτη Νέας Ζηλανδίας Αμφιλόχιο (Τσούκο), ο οποίος έθεσε τα θεμέλια των πρώτων Ορθοδόξων κοινοτήτων στην περιοχή. Σήμερα, η Μητρόπολη διακονεί ενεργά στα νησιά αυτά, με κέντρο αναφοράς τον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος στη Saweni, την Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, καθώς και το ορφανοτροφείο της Αγίας Ταβιθά, συνεχίζοντας να καλλιεργεί και να στηρίζει ζωντανές Ορθόδοξες κοινότητες στον Ειρηνικό.




