(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ο πολιούχος της Καστοριάς Άγιος Μηνάς, που εικόνα του υπήρχε στο καθολικό της μονής [Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας], πολλές φορές παρουσιάστηκε καβαλάρης, και τον άκουσαν και άλλα πρόσωπα, που εργάζονταν εκείνον τον καιρό εκεί.
Άκουσαν το ποδοβολητό του αλόγου του γύρω από την εκκλησία και έβλεπαν ένα σύννεφο σκόνης, χωρίς να βλέπουν την μορφή του.
Όμως η Σοφία [η Οσία Σοφία της Κλεισούρας] όχι μόνον τον άκουγε, αλλά και τον διέκρινε καθαρά, μέσα στην φωτεινή ομίχλη που τον περιέβαλε.
Να πώς διηγείται μία τέτοια εμφάνιση η γερόντισσα Χρυσαυγή:
«Ένα βράδυ οι Μαντριναίοι, ο Σύλλογος από την Σαλονίκη, πήραν τηλέφωνο, θα ρθούμε να φάμε φασολάδα. Ήρθαν, έφαγαν, ήπιαν, μέθυσαν ρακιά, κρασιά, πράματα. Ώρα μία, μεσάνυχτα, σηκώθηκαν να φύγουν.
Ήταν και η γυναίκα του Κώστα, του υπάλληλου. Με λέει· νύσταξα, θα πάω να κοιμηθώ. Εγώ, λέω, την σημερινή δουλειά δεν την αφήνω. Τα έπλενα [μάλλον τα πιάτα από το φαγητό των επισκεπτών].
Ακούω τα παράθυρα να τρίζουν. Ένα άλογο γύρω-γύρω στην εκκλησία· αμάν, τρόμαξα, τώρα, λέω, κοντεύει να ανεβεί την σκάλα. Κόλλησα στην πόρτα και περίμενα με κομμένη ανάσα.
Πριν ξημερώσει, παίρνω την λάμπα και πηγαίνω στην Σοφία.
“Τι ήταν αυτό”, της λέω, “πήγα να πεθάνω από τον φόβο”.
Αλλά εκείνη ήταν ατάραχη.
“Μαρία, τον άγιο Μηνά φοβήθηκες”; με λέει.
“Ήρθε με το άλογο, εγώ τον είδα μέσα στην ομίχλη. Και άλλες φορές μας έρχεται”.
Για ό,τι χανόταν, προέτρεπε τους ανθρώπους να ανάβουν κερί μπροστά στο εικόνισμα του καβαλάρη Αγίου Μηνά, που η ίδια τους το έδειχνε. Και τα χαμένα αντικείμενα, ή ακόμη και ζώα, αμέσως τα εύρισκαν.
Από το βιβλίο, «Σοφία η ασκήτισσα της Παναγίας».