Προφήτης Σαμουήλ, Η παράδοξη παράδοση των Φιλισταίων στον Ιωνάθαν και η κατατρόπωσή τους από τον Σαούλ

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Βασιλειών Α’ (Μασ. Σαμουήλ Α’)

Α’ Βασιλέων 14

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/11/profitis-samouil-oi-filistaioi-apeiloun-tous-israilites-to-atopima-tou-vasilia-saoul-kai-o-profitis-etoimazetai-na-ton-antikatastisei/

Α Βασ. 14,1 Όταν εξημέρωσεν, ο Ιωνάθαν ο υιός του Σαούλ είπεν εις ένα νεαρόν δούλον του, ο οποίος έφερε τον οπλισμόν του· «έλα, ας περάσωμεν στο φυλάκιον των Φιλισταίων, που ευρίσκεται εκεί εις την άλλην πλευράν». Δεν ανέφερε δε τίποτε στον πατέρα του διά το διάβημα αυτό.

Α Βασ. 14,2 Ο Σαούλ ευρίσκετο στο άκρον του υψώματος και εκάθητο κάτω από μίαν ροδιάν εις Μαγδών. Μαζί του ήσαν εξακόσιοι περίπου άνδρες.

Α Βασ. 14,3 Επίσης μαζί του ήτο και ο αρχιερεύς Αχιά, υιός του Αχιτώβ του αδελφού του Ιωχαβήδ, ο οποίος ήτο υιός του Φινεές υιού του Ηλί. Ο Αχιά ήτο αρχιερεύς εις Σηλώμ φορών το αρχιερατικόν εφούδ. Ούτε δε ο λαός εγνώριζε τίποτε διά το διάβημα αυτό του Ιωνάθαν.

Α Βασ. 14,4 Από το ένα μέρος και το άλλο της στενωπού, που ήθελε να διαβή ο Ιωνάθαν διά να φθάση εκεί όπου υπήρχον οι Φιλισταίοι, ήσαν δύο απότομοι βράχοι, ο ένας εις την μίαν πλευράν και ο άλλος εις την άλλην. Το όνομα του ενός βράχου ήτο Βασές, το δε όνομα του δευτέρου Σεννά.

Α Βασ. 14,5 Δύο δε δρόμοι ωδηγούσαν προς τους Φιλισταίους, ο ένας προς βορράν απέναντι της Μαχμάς, ο δε άλλος δρόμος ήτο προς νότον απέναντι της Γαβαά.

Α Βασ. 14,6 Ο Ιωνάθαν είπεν στον νεαρόν δούλον του, ο οποίος εκρατούσε τον οπλισμόν του· «έλα, ας περάσωμεν το φυλάκιον των απεριτμήτων αυτών. Πιθανόν ο Κύριος να μας βοηθήση, διότι τίποτε δεν ημπορεί να εμποδίση τον Κύριον στο να σώση, διά πολλών ή δι’ ολίγων, κάποιον, που ευρίσκεται εις στενόχωρον θέσιν».

Α Βασ. 14,7 Ο νεαρός δούλος, ο φέρων το οπλισμόν του Ιωνάθαν, είπεν εις αυτόν· «κάμε ό,τι ποθεί η καρδιά σου. Εγώ ιδού, θα είμαι μαζί σου. Η καρδιά σου είναι καρδιά μου, το θέλημά σου θέλημά μου».

Α Βασ. 14,8 Ο Ιωνάθαν είπεν· «ιδού, ημείς μεταβαίνομεν προς τους Φιλισταίους, του άνδρας της προφυλακής. Θα παρουσιασθώμεν έξαφνα ενώπιόν των.

Α Βασ. 14,9 Εάν λοιπόν εκείνοι οι άνδρες μας είπουν· Σταθήτε αυτού και θα σας δώσωμεν απάντησιν δεν θα προχωρήσωμεν εναντίον των.

Α Βασ. 14,10 Εάν όμως μας είπουν· Ελάτε κοντά μου θα μεταβώμεν τότε προς αυτούς, διότι αυτό σημαίνει ότι ο Κύριος τους παρέδωκεν εις τα χέρια μας. Αυτό θα είναι το σημείον της νίκης μας».

Α Βασ. 14,11 Και οι δύο, ο Ιανάθαν και ο δούλος του, ενεφανίσθησα στο φυλάκιον των Φιλισταίων. Οι άνδρες του φυλακίου εκείνου είπαν μεταξύ των· «ιδού, οι Εβραίοι βγαίνουν από τας τρώγλας όπου είχαν κρυφθή».

Α Βασ. 14,12 Ωμίλησαν δε οι άνδρες του φυλακίου προς τον Ιωνάθαν και προς τον υπηρέτην, που είχεν τον πολεμικόν οπλισμόν του Ιωνάθαν, και τους είπαν· «ανεβήτε προς ημάς και έχομεν να σας ανακοινώσωμεν κάτι». Είπε τότε ο Ιωνάθαν προς αυτόν, που έφερε τον οπλισμόν του· «ανέβα υστέρα από εμέ, διότι ο Κύριος έχει παραδώσει αυτούς εις τα χέρια ημών των Ισραηλιτών».

Α Βασ. 14,13 Ο Ιωνάθαν ανερριχήθη με τα χέρια και με τα πόδια και μαζί του, έπειτα από αυτόν, ακολουθούσε και ο νεαρός δούλος του, που έφερε τον οπλισμόν του. Ο Φιλισταίοι είδον ενώπιόν των τον Ιωνάθαν. Ο Ιωνάθαν ώρμησε τότε και εφόνευσεν αυτούς. Πίσω από αυτόν ο δούλος που έφερε τον οπλισμόν του, έδιδεν ει τον Ιωνάθαν ακόντια και λίθους, διά να κτυπά τους Φιλισταίους.

Α Βασ. 14,14 Η αιφνιδιαστική αυτή και ορμητική επίθεσις του Ιωνάθαν και του δούλου, που έφερε τον οπλισμόν του, εναντίον των Φιλισταίων τούτων, είχεν ως αποτέλεσμα τον θάνατον είκοσι ανδρών, οι οποίοι εφονεύθησαν με ακόντιον, με πετροβολισμούς και με χαλίκια ακόμα της υπαίθρου.

Α Βασ. 14,15 Σύγχυσις και πανικός επεκράτησεν στο στρατόπεδον των Φιλισταίων εις την ύπαιθρον και εις όλον τον λαόν του φυλακίου. Και αυτό το κύριον σώμα του στρατού των Φιλισταίων κατελήφθη από τρόμον και δεν ήθελαν να κάμουν τίποτε εις απόκρουσιν της επιθέσεως. Εσείσθη η γη και τρόμος παρά Κυρίου κατέλαβεν όλους.

Α Βασ. 14,16 Οι σκοποί του Σαούλ, που ήσαν εκ Γαβαά της φυλής Βενιαμίν, παρετήρησαν με έκπληξιν ότι το στρατόπεδον των Φιλισταίων είχε περιέλθει εις μεγάλην ταραχήν και σύγχυσιν, οι δε στρατιώται επγαινοήρχοντο από εδώ και από εκεί.

Α Βασ. 14,17 Είπε τότε ο Σαούλ στους ανθρώπους, τους στρατιώτας που τον περιέβαλλαν· «εξετάσατε, λοιπόν, και εξακριβώσατε ποιος έχει φύγει από ημάς». Εξήτασαν, και αίφνης είδον ότι δεν ευρίσκετο ο Ιωνάθαν μαζί των και ο φέρων τον οπλισμόν νεαρός δούλος του.

Α Βασ. 14,18 Ο Σαούλ είπεν στον Αχιά· «φέρε εδώ το εφούδ και ρώτησε τον Θεόν, τι πρέπει να κάμωμεν». Αυτός, ο Αχιά, ως αρχιερεύς που ήτο, εφορούσε κατά την εποχήν εκείνην ενώπιον των Ισραηλιτών το ιερατικόν άμφιον, το εφούδ.

Α Βασ. 14,19 Καθ’ όν χρόνον ωμιλούσεν ο Σαούλ προς τον αρχιερέα τον Αχιά, ο θόρυβος και η οχλοβοή, που προήρχετο από το πανικοβληθέν στρατόπεδον των Φιλισταίων, ολοένα και εμεγάλωνεν. Ο Σαούλ είπε τότε προς τον αρχιερέα Αχιά· «απόσυρε τα χέρια σου και παύσε να ερωτάς τον Θεόν».

Α Βασ. 14,20 Έπειτα ο ίδιος ο Σαούλ και όλος ο στρατός, που ήτο μαζί του, επροχώρησαν και έφθασαν στο στρατόπεδον των Φιλισταίων εις την πεδιάδα της μάχης. Και ιδού, είδον ότι η ρομφαία του ενός Φιλισταίου εστρέφετο φονική κατά του άλλου και έτσι επικρατούσε μεταξύ των πολύ μεγάλη σύγχυσις.

Α Βασ. 14,21 Οι δε δούλοι των Φιλισταίων, οι Εβραίοι, οι οποίοι είχον λιποτακτήσει προηγουμένως στο στρατόπεδον των Φιλισταίων, επέστρεψαν προς τους ομοεθνείς των τους Ισραηλίτας, οι οποίοι ήσαν μαζί με τον Σαούλ και με τον Ιωνάθαν.

Α Βασ. 14,22 Όλοι δε οι Ισραηλίται, οι οποίοι εκρύπτοντο εις την ορεινήν περιοχήν της φυλής Εφραίμ, όταν επληφορήθησαν ότι οι Φιλισταίοι ετράπησαν εις φυγήν, έσπευσαν και ηνώθησαν με τους άλλους Ισραηλίτας και έλαβον μέρος εις την καταδίωξιν των Φιλισταίων.

Α Βασ. 14,23 Έτσι ο Κύριος έσωσε κατά την ημέραν εκείνην τον ισραηλιτικόν λαόν από τους Φιλισταίους. Η μάχη όμως εσυνεχίζετο και έφθασε μέχρι της Βαμώθ. Όλος ο ισραηλιτικός λαός, ο οποίος ήτο μαζί με τον Σαούλ, ανήρχετο τώρα εις δέκα χιλιάδες άνδρας. Ο δε πόλεμος είχεν επεκταθή εις όλας τας πόλεις της ορεινής περιοχής της φυλής Εφραίμ.

Α Βασ. 14,24 Κατά την ημέραν εκείνην της καταδιώξεως των Φιλισταίων ο Σαούλ διέπραξε μίαν μεγάλην απερισκεψίαν, διότι ώρκισε τον λαόν του ειπών· «κατηραμένος θα είναι ο άνθρωπος εκείνος, που θα φάγη κάτι κατά την ημέραν αυτήν έως την εσπέραν. Διότι θέλω να εξοντώσω τους εχθρούς μου τους Φιλισταίους». Κανείς πράγματι από τον λαόν δεν έφαγε τίποτε. Όλοι ενήστευσαν.

Α Βασ. 14,25 Εις το δάσος της Ιάαλ υπήρχε μελισσών εις μίαν ανοικτήν περιοχήν.

Α Βασ. 14,26 Ο ισραηλιτικός λαός διήλθε διά του μελισσώνος αυτού και επροχωρούσε συζητών. Κανείς όμως δεν ετόλμησε να φέρη με το χέρι του στο στόμα του τροφήν και να φάγη κάτι, διότι όλοι εφοβήθησαν το τάξιμον που είχε κάμει ο Σαούλ στον Κύριον.

Α Βασ. 14,27 Ο Ιωνάθαν όμως δεν είχεν ακούσει τον πατέρα του, όταν ενόρκως εδέσμευε τον λαόν να μη φάγη τίποτε έως την εσπέραν. Δι’ αυτό άπλωσε την ράβδοον, που εκρατούσε εις το χέρι του, και εβύθισε το άκρον αυτής εις κηρήθραν. Έστρεψε κατόπιν το άκρον της ράβδου του, που κρατούσε στο χέρι του, το έφερε στο στόμα του και έφαγε το μέλι που είχε κολλήσει εις αυτήν. Έτσι οι οφθαλμοί του με την ελαχίστην αυτήν τροφήν εζωήρευσαν.

Α Βασ. 14,28 Ένας δε εκ του λαού απεκρίθη και είπεν στον Ιωνάθαν· «ο πατήρ σου εδέσμευσε με όρκον τον λαόν και είπε· Καταράμενος ο άνθρωπος, που θα φάγη σήμερον οποιαδήποτε τροφήν». Έτσι δε ο λαός είχεν εξαντληθή από την πείναν.
Α Βασ. 14,29 Όταν ο Ιωνάθαν έμαθε τον όρκον του πατρός του, είπεν· «ο πατέρας μου έβλαψε τον λαόν. Κυττάξτε ότι το φως των οφθαλμών μου εζωήρευσε με το ολίγον μέλι το οποίον εγεύθην.

Α Βασ. 14,30 Εάν ο λαός έτρωγε σήμερον από την πολεμικήν λείαν, από τα λάφυρα που περιήλθον εις τα χέρια του, θα ενισχύετο και η θραύσις κατά των Φιλισταίων θα ήτο πολύ μεγαλύτερα».

Α Βασ. 14,31 Ο Ισραηλιτικός λαός εν τούτοις κατά την ημέραν αυτήν εκτύπησε το τμήμα των Φιλισταίων, που ευρίσκετο εις Μαχμάς, αλλά εκοπίασε πολύ και περιέπεσεν εις μεγάλην εξάντλησιν λόγω της πείνης.

Α Βασ. 14,32 Μετά το πέρας της νηστείας, ο λαός προσεκλήθη εις τα λάφυρα των Φιλισταίων να λάβη και να φάγη. Έλαβαν λοιπόν πρόβατα, βόδια, μοσχάρια, τα οποία έσφαζαν κάτω στο χώμα και έφαγαν το κρέας πριν ακόμη στραγγίση το αίμα.

Α Βασ. 14,33 Εγνωστοποιήθη στον Σαούλ τούτο, ότι δηλαδή ο λαός ημάρτησεν απέναντι του Κυρίου, διότι έφαγε κρέας μαζί με το αίμα, πράγμα το οποίον απηγόρευεν ο Θεός. Ο Σαούλ ο οποίος ευρίσκετο εις Γεθθαίμ, είπε· «κυλίσατέ μου και φέρετε εδώ ένα μεγάλον λίθον.

Α Βασ. 14,34 Είπεν ακόμη Σαούλ· «διασκορπισθήτε ανάμεσα εις όλον τον λαόν και είπατε στους ανθρώπους να φέρη ο καθένας από αυτούς εδώ το μοσχάρι του, το πρόβατόν του και ας σφάξουν αυτά εις το μέρος τούτο. Έτσι, δεν θα αμαρτήσετε τρώγοντες τας σάρκας μαζί με το αίμα». Πράγματι ο καθένας εκ του λαού έφερε το ζώον, που ήτο εις την κατοχήν του, το έσφαζεν εκεί και το αίμα εχύνετο κοντά στον λίθον, που επείχε θέσιν θυσιαστηρίου.

Α Βασ. 14,35 Έτσι ο Σαούλ οικοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον προς τιμήν του Κυρίου. Αυτό δε ήτο το πρώτον θυσιαστήριον, το οποίον οικοδόμησεν ο Σαούλ προς τιμήν του Κυρίου.

Α Βασ. 14,36 Είπε τότε ο Σαούλ στον λαόν του· «ας καταβώμεν και να συνεχίσωμεν την καταδίωξιν των Φιλισταίων κατά την νύκτα. Ας λεηλατήσωμεν αυτούς, έως ότου εξημερώση, και ας μη αφήσωμεν κανένα από αυτούς να ζήση». Οι Ισραηλίται απήντησαν· «ό,τι σου φαίνεται καλόν, αυτό και κάμε». Ο δε αρχιερεύς Αχιά επρότεινεν· «ας πλησιάσωμεν και ας ερωτήσωμεν διά τούτο τον Θεόν».

Α Βασ. 14,37 Ο Σαούλ ηρώτησε τον Θεόν· «να καταβώ και να συνεχίσω την καταδίωξιν των Φιλισταίων; Θα παραδώσής αυτούς εις τα χέρια ημών των Ισραηλιτών;» Ο Θεός δεν του απήντησε κατά την ημέραν εκείνην.

Α Βασ. 14,38 Ο Σαούλ έδωσεν εντολήν και είπε· «φέρετε εδώ όλους τους αρχηγούς του λαού. Εξετάσατε και μάθετε, ποιος διέπραξε την αμαρτίαν αυτήν σήμερον.

Α Βασ. 14,39 Διότι, ορκίζομαι στον ζώντα Κύριον, ο οποίος έσωσε τον ισραηλιτικόν λαόν, ότι και αν ακόμη η απάντησις είναι εναντίον του υιού μου του Ιωνάθαν, θα καταδικασθή και αυτός εις θάνατον». Κανείς όμως από τον λαόν δεν απήντησεν εις την ένορκον αυτήν έκκλησιν του Σαούλ.

Α Βασ. 14,40 Ο Σαούλ είπε τότε στους σιωπώντας Ισραηλίτας· «σεις με την σιωπήν σας, που δεν αποκαλύπτετε τον ένοχον, οδηγείτε τον εαυτόν σας εις υποδούλωσιν. Μαζί δε με σας θα γίνωμεν δούλοι των Φιλισταίων και εγώ και ο Ιωνάθαν». Ο λαός τότε απήντησε· «κάμε ό,τι θέλεις».

Α Βασ. 14,41 Είπε τότε ο Σαούλ προς τον Θεόν· «Κύριε, Θεέ του Ισραηλιτικού λαού, διατί δεν απήντησες εις εμέ τον δούλον σου σήμερον, που σε ηρώτησα; Εάν η παράβασις έγινεν από εμέ ή από τον Ιωνάθαν, ω Κύριε, Θεέ του Ισραηλιτικού λαού, φανέρωσε τούτο με την δήλωσίν που υπάρχει στο αρχιερατικόν εφούδ. Εάν όμως η ενοχή βαρύνη τον λαόν, φανέρωσον τούτο με την αλήθειαν που υπάρχει στο εφούδ». Έγινε κλήρος και ο κλήρος έπεσε και ώρισεν ως ενόχους τον Ιωνάθαν και τον Σαούλ. Ο λαός απηλλάγη από κάθε ευθύνην.

Α Βασ. 14,42 Είπε τότε ο Σαούλ· «βάλτε κλήρους δι’ εμέ και διά τον υιόν μου τον Ιωνάθαν. Εκείνος δε, τον οποίον διά του κλήρου θα δείξη ο Κύριος, θα καταδικασθή εις θάνατον». Ο λαός απήντησε· «δεν ημπορεί να γίνη κάτι τέτοιο». Αλλά, η γνώμη του Σαούλ επεκράτησεν. Έγινε κλήρωσις μεταξύ αυτού και του υιού του του Ιωνάθαν, ο δε κλήρος έδειξεν ως ένοχον τον Ιωνάθαν.

Α Βασ. 14,43 Ο Σαούλ ηρώτησε τον Ιωνάθαν· «πες μου, τι έκαμες;» Ο Ιωνάθαν ανέφερεν εις αυτόν και είπεν· «με το άκρον της ράβδου μου, που ευρίσκετο εις τα χέρια μου, επήρα και εγεύθην ολίγον μέλι. Και να, τώρα εγώ διά τούτο καταδικάζομαι εις θάνατον».

Α Βασ. 14,44 Ο Σαούλ είπεν εις αυτόν· «οιανδήποτε τιμωρίαν και αν θέλη ας μου επιβάλη ο Κύριος, και την ακόμη βαρυτέραν ας προσθέση, εάν δεν καταδικασθής σήμερον εις θάνατον».
Α Βασ. 14,45 Ο ισραηλιτικός όμως λαός είπεν στον Σαούλ· «θα θανατωθή λοιπόν ο Ιωνάθαν σήμερον, αυτός ο οποίος υπήρξεν ο αίτιος της μεγάλης νίκης των Ισραηλιτών; Ο Κύριος ζη και δεν θα πέση ούτε τρίχα από την κεφαλήν του Ιωνάθαν». Ο λαός του Θεού, ο οποίος επέτυχε την νίκην εκείνην, αυτός προσηυχήθη υπέρ του Ιωνάθαν κατά την ημέραν εκείνην και έτσι δεν κατεδικάσθη αυτός εις θάνατον.

Α Βασ. 14,46 Ο Σαούλ συνέχισε την καταδίωξιν των Φιλισταίων εις Γαβαά, οι δε Φιλισταίοι πανικόβλητοι επανήλθον εις την χώραν των.

Α Βασ. 14,47 Ο Σαούλ είχε λάβει με θείον κλήρον την βασιλικήν εξουσίαν επί του Ισραηλιτικού λαού και επολέμησε τους γύρω εχθρούς του, δηλαδή τους Μωαβίτας, τους Αμμωνίτας, τους Ιδουμαίους, τους κατοικούντας Βαιθεώρ, τον βασιλέα Σουβά και τους Φιλισταίους. Οπουδήποτε δε και αν έστρεφε τας πολεμικάς του επιχειρήσεις, ενικούσε.

Α Βασ. 14,48 Συνεκέντρωσε δε πολύν στρατόν και επολέμησε τους Αμαληκίτας, τους ενίκησε και έτσι απήλλαξε τον ισραηλιτικόν λαόν από τα χέρια των εχθρών των, κάτω από την εξουσίαν των οποίων ευρίσκοντο και συνεχώς ελεηλατούντο.

Α Βασ. 14,49 Οι υιοί του Σαούλ ήσαν· Ο Ιωνάθαν, ο Ιεσσιού και ο Μελχισά. Οι δε δύο θυγατέρες του ωνομάζοντο, η μεν πρωτοτόκος ωνομάζετο Μερόβ, η δε δευτερότοκος ωνομάζετο Μελχόλ.

Α Βασ. 14,50 Η σύζυγος του Σαούλ ωνομάζετο Αχινοόμ, ήτο δε θυγάτηρ του Αχιμάας. Ο αρχιστράτηγός του ωνομάζετο Αβεννήρ και ήτο υιός του Νηρ, υιού του θείου του Σαούλ.

Α Βασ. 14,51 Ο πατήρ του Σαούλ ωνομάζετο Κις. Ο δε πατήρ του Αβεννήρ ωνομάζετο Νηρ, ήτο δε υιός του Ιαμίν, ο οποίος πάλιν ήτο υιός του Αβιήλ.

Α Βασ. 14,52 Καθ’ όλον το διάστημα της ζωής του Σαούλ ο πόλεμος των Ισραηλιτών εναντίον των Φιλισταίων υπήρξεν έντονος. Ο Σαούλ, όταν έβλεπε άνδρα δυνατόν και ικανόν, τον προσελάμβανεν εις την υπηρεσίαν του.

Συνεχίζεται

Ο Προφήτης Σαμουήλ τιμάται στις 20 Αυγούστου.

Μετάφραση Ιωάννης Κολιτσάρας. Από την ιστοσελίδα Ιεράς Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου:  http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/09.%20VasilionA.htm