(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Βασιλειών Α’ (Μασ. Σαμουήλ Α’)
Α’ Βασιλέων 15
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/11/profitis-samouil-i-paradoxi-paradosi-ton-filistaion-ston-ionathan-kai-i-katatroposi-tous-apo-ton-saoul/
Α Βασ. 15,1 Ο Σαμουήλ είπεν στον Σαούλ· «εμέ έστειλεν ο Θεός να σε χρίσω βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού. Άκουσε λοιπόν τώρα την εντολήν του Κυρίου.
Α Βασ. 15,2 Αυτά διατάσσει Κύριος ο παντοκράτωρ· Τώρα εγώ θα τιμωρήσω τους Αμαλικίτας δι’ όσα εκείνοι έπραξαν εναντίον των Ισραηλιτών, όταν τους συνήντησαν καθ’ οδόν, καθώς ανέβαιναν από την Αίγυπτον.
Α Βασ. 15,3 Πήγαινε λοιπόν τώρα να κτυπήσης τους Αμαληκίτας και αναθεμάτισε αυτούς και όλα τα υπάρχοντά των. Δεν θα λυπηθής κανένα, αλλά θα εξολοθρεύσης αυτούς, θα αναθεματίσης αυτούς και τα υπάρχοντά των. Κανένα από αυτούς δεν θα λυπηθής αλλά θα φονεύσης όλους, από άνδρα έως γυναίκα, από νήπιον μέχρι και θηλάζον, από μοσχάρι μέχρι προβάτον, από καμήλαν μέχρι όνον».
Α Βασ. 15,4 Ο Σαούλ έκαμε αυτά γνωστά εις όλον τον λαόν και ώρισεν ως συγκέντρωσιν του στρατού τα Γάλγαλα. Εκεί επεθεώρησε και ηρίθμησεν ο Σαούλ τον στρατόν του, ο οποίος ευρέθη από μεν τας άλλας φυλάς ότι ανήρχετο εις τετρακοσίας χιλιάδας πεζών, από δε την φυλήν του Ιούδα εις τριάκοντα χιλιάδας πεζούς.
Α Βασ. 15,5 Ο Σαούλ με τον στρατόν αυτόν επροχώρησεν έως εις τας πόλεις των Αμαληκιτών και έστησεν ενέδρας εις κάποιον ξηροπόταμον.
Α Βασ. 15,6 Ο Σαούλ, πριν επιχειρήση τι κατά των Αμαληκιτών, είπεν στους Κιναίους απογόνους του πενθερού του Μωυσέως· «φύγετε, εξέλθετε εκ μέσου των Αμαληκιτών, διά να μη συμπεριλάβη και σας η τιμωρία, που θα επιπέση εναντίον εκείνων, πράγμα που δεν επιθυμώ, διότι οι πρόγονοί σας εβοήθησαν τους Ισραηλίτας, όταν ανέβαιναν από την Αίγυπτον». Οι Κιναίοι πράγματι απεμακρύνθησαν εκ μέσου των Αμαληκιτών.
Α Βασ. 15,7 Κατόπιν ο Σαούλ επετέθη και κατενίκησε τους Αμαληκίτας από την Ευϊλάτ έως την Σουρ ανατολικά από την Αίγυπτον.
Α Βασ. 15,8 Συνέλαβε δε αιχμάλωτον τον Αγάγ τον βασιλέα των Αμαληκιτών, τον οποίον και εκράτησεν εις την ζωήν, ενώ όλον τον άλλον λαόν των Αμαληκιτών κατά τον αναθεματισμόν τον επέρασεν εν στόματι μαχαίρας.
Α Βασ. 15,9 Ο Σαούλ και ο ισραηλιτικός λαός ελυπήθησαν και δεν εφόνευσαν τον Αγάγ, τον εκράτησαν ζώντα. Και δεν κατέστρεψαν τα εκλεκτά από τα πρόβατά του, από τα βόδια του, από τα φαγητά του, τους αμπελώνας του και γενικώς όλα εκείνα τα εκλεκτά αγαθά που είχε. Δεν ηθέλησαν να τα καταστρέψουν, όπως ο Θεός τους είχε διατάξει, αλλά κατέστρεψαν κάθε τι μηδαμινόν και ευτελές.
Α Βασ. 15,10 Ο Κύριος είπε τότε προς τον Σαμουήλ τα εξής·
Α Βασ. 15,11 «Μετεμελήθην διότι κατέστησα τον Σαούλ βασιλέα, επειδή αυτός απεμακρύνθη από τον δρόμον μου και δεν ετήρησε τας εντολάς μου». Ο Σαμουήλ όταν ήκουσεν αυτά, περιέπεσεν εις μεγάλην λύπην και με θερμήν προσευχήν όλην την νύκτα εβόησε προς τον Κύριον.
Α Βασ. 15,12 Εσηκώθη δε λίαν πρωί και επορεύθη, διά να συναντήση τους Ισραηλίτας. Εγνωστοποιήθη στον Σαούλ το γεγονός και του είπαν· «έχει έλθει ο Σαμουήλ στο Κάρμηλον όρος». Εκεί ο Σαούλ είχεν ανεγείρει τρόπαιον. Ο Σαμουήλ ιδών το τρόπαιον αυτού ήλλαξε κατεύθυνσιν του άρματός του. Κατέβη εις τα Γάλγαλα προς τον Σαούλ. Και ιδού είδεν αυτόν να προσφέρη θυσίαν ολοκαυτώματος προς τον Κύριον τα εκλεκτότερα από τα λάφυρα, που είχε πάρει κατά τον πόλεμον εναντίον των Αμαληκιτών.
Α Βασ. 15,13 Ο Σαμουήλ ήλθε προς τον Σαούλ, ο δε Σαούλ τον εχαιρέτησεν ειρηνικώς και είπε προς αυτόν· «ευλογημένος ας είσαι από τον Κύριον. Εγώ ετήρησα όλα όσα ο Κύριος είχε διατάξει».
Α Βασ. 15,14 Ο Σαμουήλ τον ηρώτησε· «τι είναι αυτά τα βελάσματα προβάτων, που φθάνουν εις τα αυτιά μου και τι σημαίνουν οι μυκηθμοί αυτοί των βοών, που ακούω;»
Α Βασ. 15,15 Ο Σαούλ απήντησεν· «αυτά προέρχονται από τους Αμαληκίτας. Είναι δε τα καλύτερα από τα πρόβατά τους και από τα βόδια τους, τα οποία ο λαός δεν εξωλόθρευσε, διά να τα προσφέρη θυσίαν εις Κύριον τον Θεόν· όλα δε τα άλλα τα κατέστρεψα».
Α Βασ. 15,16 Είπε τότε ο Σαμουήλ προς τον Σαούλ· «άφησε αυτάς τας δικαιολογίας. Θα σου αναγγείλω όσα μου είπεν ο Θεός κατά την νύκτα αυτήν». Ο Σαούλ απήντησεν· «ειπέ τα».
Α Βασ. 15,17 Ο Σαμουήλ είπε τότε προς αυτόν· «συ δεν ήσουνα πολύ μικρός ενώπιον του Θεού, όταν έγινες βασιλεύς και έλαβες εις τα χέρια σου το σκήπτρον των φύλων του Ισραηλιτικού λαού, τότε που ο Θεός σε έχρισε βασιλέα του λαού αυτού;
Α Βασ. 15,18 Ο Θεός σε ωδήγησεν στον δρόμον εκείνον της καταστροφής των Αμαληκιτών και είπε προς σε· Πήγαινε, εξολόθρευσε αυτούς, οι οποίοι ημάρτησαν απέναντί μου, τους Αμαληκίτας. Θα πολεμήσης, μέχρις ότου ότι ολοκληρώσης τον όλεθρόν των.
Α Βασ. 15,19 Διατί δεν ήκουσες την εντολήν του Κυρίου, αλλά ερρίφθης και άπλωσες τα χέρια σου εις τα λάφυρα και έτσι διέπραξες την μεγάλην αυτήν παράβασιν ενώπιον του Κυρίου;»
Α Βασ. 15,20 Ο Σαούλ απήντησε προς τον Σαμουήλ· «υπήκουσα εις την φωνήν του λαού. Επορεύθην στον δρόμον, στον οποίον με είχε στείλει ο Κύριος και έφερα ζωντανόν τον βασιλέα των Αμαληκιτών τον Αγάγ, αλλά τους Αμαληκίτας τους εξωλόθρευσα.
Α Βασ. 15,21 Ο λαός επήρεν από τα καλύτερα εκ των αναθεματισμένων λαφύρων, πρόβατα και βόδια, διά να θυσιάση αυτά προς τον Κύριον εις τα Γάλγαλα».
Α Βασ. 15,22 Ο Σαμουήλ είπε· «νομίζεις ότι είναι προτιμότερα διά τον Κύριον τα ολοκαυτώματα και αι άλλαι θυσίαι, από το να υπακούη κανείς εις την εντολήν του; Η υπακοή εις την εντολήν του είναι ανωτέρα από κάθε θυσίαν και η προσεκτική ακρόασις του θελήματός του είναι προτιμοτέρα και από το λίπος των κριών.
Α Βασ. 15,23 Είναι δε αμαρτία, ομοιάζει με ειδωλολατρικήν θυσίαν και φέρει οδύνην και πόνον η προσφορά θυσιών χωρίς υπακοήν στο θείον θέλημα. Επειδή δε κατεφρόνησες την εντολήν του Κυρίου, διά τούτο θα σε αποδοκιμάση ο Κύριος, ώστε να μη είσαι πλέον βασιλεύς στους Ισραηλίτας».
Α’ Βασ. 15, 23 Είπε τότε συγκινημένος ο Σαουλ προς τον Σαμουήλ· «ημάρτηκα, διότι παρέβην την εντολήν του Κυρίου και τον ιδικόν σου λόγον. Εκαμα όμως αυτό, διότι εφοβήθην τον λαόν και την φωνήν του λαού ήκουσα».
Α Βασ. 15,25 Τώρα συγχώρησέ με και εξάλειψε το αμάρτημά μου και έλα πάλιν μαζί μου και θα λατρεύσω τον Κύριον τον Θεόν σου».
Α Βασ. 15,26 Ο Σαμουήλ είπε προς τον Σαούλ· «δεν θα είμαι πλέον μαζί σου, διότι κατεφρόνησες την εντολήν του Κυρίου. Διά τούτο θα σε εξουθενώση ο Κύριος, ώστε να μη είσαι πλέον βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού».
Α Βασ. 15,27 Και ο Σαμουήλ εγύρισε το πρόσωπόν του, διά να απομακρυνθή από τον Σαούλ. Εκείνος εκράτησε το άκρον από το επανωφόριον του Σαμουήλ και το έσχισεν.
Α Βασ. 15,28 Ο Σαμουήλ του είπε τότε· «έσχισεν ο Κύριος την βασιλείαν σου επί του Ισραηλιτικού λαού σήμερον. Την επήρε από τα χέρια σου και θα την δώση στον πλησίον σου, ο οποίος θα είναι πολύ καλύτερος από σέ.
Α Βασ. 15,29 Ο δε Ισραηλιτικός λαός θα διαιρεθή εις δύο βασίλεια. Ο Θεός θα πραγματοποιήση τούτο και δεν θα αλλάξη γνώμην, ούτε θα μετανοήση, διότι δεν είναι άνθρωπος ώστε να μετανοή».
Α Βασ. 15,30 Ο Σαούλ είπε πάλιν· «ομολογώ ότι ημάρτησα. Σε παρακαλώ όμως αποκατάστησέ με, όπως ήμουνα πριν ενώπιον των πρεσβυτέρων και του Ισραηλιτικού λαού. Έλα και συ μαζί μου και σου υπόσχομαι ότι θα λατρεύσω Κύριον τον Θεόν σου».
Α Βασ. 15,31 Ο Σαμουήλ επέστρεψε πράγματι και ηκολούθησε τον Σαούλ, ο οποίος και ελάτρευσε τον Κύριον.
Α Βασ. 15,32 Ο Σαμουήλ έδωσεν εντολήν και είπε· «φέρετε εδώ τον Αγάγ τον βασιλέα των Αμαληκιτών». Και τον έφεραν. Προσήλθεν ο Αγάγ πλησίον στον Σαμουήλ τρέμων. Βλέπων δε τον θάνατον που επήρχετο, είπε· «τόσον λοιπόν πικρός είναι ο θάνατος!»
Α Βασ. 15,33 Ο Σαμουήλ είπε προς τον Αγάγ· «όπως η ρομφαία σου αφήκε μητέρας χωρίς παιδιά, έτσι και εν μέσω των άλλων μητέρων η δική σου μητέρα θα μείνη χωρίς σέ, το τέκνον της». Ο Σαμουήλ έσφαξε τον Αγάγ εις Γάλγαλα ενώπιον του Κυρίου.
Α Βασ. 15,34 Ανεχώρησεν ο Σαμουήλ διά την ιδιαιτέραν του πατρίδα, την Αρμαθαίμ, ο δε Σαούλ ανέβη στον οίκον του εις Γαβαά.
Α Βασ. 15,35 Ο Σαμουήλ δεν επεδίωξε να επανίδη πλέον τον Σαούλ μέχρι του θανάτου του και εθρήνει διά το κατάντημα του Σαούλ. Ο δε Κύριος μετεμελήθη, διότι κατέστησε βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού τον Σαούλ.
Συνεχίζεται
Ο Προφήτης Σαμουήλ τιμάται στις 20 Αυγούστου.