(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, Ηγαπημένου Ιωάννου του Θεολόγου, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου ενός εκ των επτά Διακόνων.
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/11/parakalo-se-pliroforison-me-poios-eisai%c2%b7-dioti-kathos-vlepo-i-theos-i-yios-theou/
δ’. Βάπτισις των Διοσκορίδου, Δόμνου και Ρωμάνας.
Ταύτα ειπόντος του Ιωάννου, αποκριθείς ο Διοσκορίδης είπεν· «Άνθρωπε του Θεού, βάπτισον ημάς εις το όνομα του Θεού σου»· λέγει εις αυτόν ο Ιωάννης· «Διάταξον πάντας τους ευρισκομένους εντός του οίκου σου ίνα εξέλθωσιν έξω».
Και αφού εξήλθον πάντες εκ της οικίας, ιδού και έρχεται η Ρωμάνα βαστάζουσα εις τας χείρας της τα χαρτία της αγοράς ημών, και πεσούσα εις τους πόδας του Ιωάννου, κλαίουσα έλεγε· «Δέξαι ταύτα και σχίσον τα χειρόγραφα των αμαρτιών μου, και δώρησαι εις εμέ την εν Χριστώ σφραγίδα του αγίου Βαπτίσματος».
Ο δε Ιωάννης, λαβών τους χάρτας και σχίσας αυτούς, κατ’ αυτήν την ώραν εβάπτισε τον Διοσκορίδην, τον υιόν αυτού Δόμνον και την Ρωμάναν.
Μετά δε ταύτα και κατά παράκλησιν του Διοσκορίδου, εξελθόντες εκ της οικίας αυτού ήλθομεν πάντες ομού εις το λουτρόν, εις το οποίον προηγουμένως υπηρετούμεν, και εισελθών ο Ιωάννης εις το μέρος όπου ήτο το ακάθαρτον πνεύμα, το οποίον έπνιγε τους ανθρώπους, εδίωξεν αυτό εκείθεν· και λαβών πάλιν ημάς ο Διοσκορίδης επανήλθομεν εις τον οίκον αυτού, ένθα ετοιμάσας ούτος τράπεζαν, ηυχαριστήσαμεν τω Θεώ και εφάγομεν τροφήν, μείναντες εκεί πλέον.
ε’. Κήρυγμα του Ιωάννου προς τους Εφεσίους. Συντριβή της Αρτέμιδος.
ΜΙΑΝ λοιπόν των ημερών μετά ταύτα οι κάτοικοι της Εφέσου επανηγύριζον μεγάλην εορτήν της ψευδοθεάς Αρτέμιδος, και πάντες ελευκοφόρουν· ο δε Ιωάννης, φορέσας σκοπίμως τα ιμάτια της υπηρεσίας της καμίνου του λουτρού, όπως ήσαν κεκαπνισμένα, ανέβη και εστάθη εις υψηλόν τόπον, εκεί όπου ήτο το άγαλμα της θεάς Αρτέμιδος· ένεκα δε τούτου θυμωθέντες οι Εφέσιοι ιδόντες αυτόν εκεί, ελάμβανον λίθους και έρριπτον κατά του Ιωάννου.
Η Χάρις όμως του Θεού, σκεπάζουσα τούτον, δεν επέτρεπεν εις κανένα εκ του λαού ίνα εγγίση επάνω αυτού τας χείρας· οι δε ριπτόμενοι κατά του Ιωάννου λίθοι εκτύπων το είδωλον, το οποίον εκ των πολλών κτυπημάτων των λίθων εθραύσθη τελείως, γενόμενον συντρίμματα.
Τότε λοιπόν ο Ιωάννης, υψώσας την φωνήν αυτού, λέγει προς τον λαόν ταύτα: «Άνδρες Εφέσιοι, διατί είσθε τόσον μεθυσμένοι εις την πλάνην των ειδώλων; διατί εγκατελείψατε τον Δεσπότην Θεόν τον πάσης της κτίσεως Δημιουργόν, ο οποίος σας έκτισε και σας ετίμησε με λογικήν ψυχήν, και υπετάγητε εις τα θελήματα των δαιμόνων, οι οποίοι χαίρουσι διά την απώλειάν σας;
Εξυπνήσατε λοιπόν και έλθετε εις τον εαυτόν σας εκ της αισχράς μέθης των λογισμών, και τον σκοτασμόν της αγνωσίας απορρίψατε, απομακρυνόμενοι από της ματαίας δεισιδαιμονίας και της πατροπαραδότου πλάνης σας, και γνωρίσατε τον αληθινόν Θεόν, διά του οποίου θα λάβητε άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον.
Διά να πληροφορηθήτε δε ότι είναι ανωφελή και αδύνατα τα σεβάσματά σας, ιδού είδετε ότι η θεά σας Άρτεμις συνετρίβη υπό των λίθων των κατ’ εμού ριπτομένων· όθεν ή βοηθήσατε αυτήν διά να γίνη όπως ήτο πρότερον, η ποιήσατε προσευχήν ίνα ποιήση εις εμέ κανέν θαύμα ή να με τιμωρήση, διά να ίδω και εγώ την δύναμίν της και πιστεύσω εις αυτήν».
Συνεχίζεται
Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Σεπτέμβριος, τόμος 9ος.