Αγία Βαρβάρα, Λίγο πριν από το μαρτύριό της ζητά από τον Θεό να γίνει προστάτης από μολυσματικές ασθένειες…

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Η δε Αγία Μάρτυς του Χριστού Βαρβάρα εδέετο πάλιν προς τον Κύριον, λέγουσα:

«Άναρχε Θεέ, ο ποιήσας τον ουρανόν ωσεί θόλον και θεμελιώσας την γην επί των υδάτων· ο προστάσσων τον ήλιον να φωτίζη τον κόσμον όλον και τα νέφη να βρέχωσιν· ο χαρίζων τοσαύτα αγαθά εις δικαίους και αμαρτωλούς και ευεργετών καλούς και κακούς ως ανεξίκακος και πανάγαθος αυτός και νυν, Βασιλεύ πλουσιόδωρε, επάκουσόν μου της δούλης σου δεομένης.

Ναι Κύριέ μου, παρακαλώ σε εκ βάθους καρδίας μου, όστις μνημονεύει το Μαρτύριόν μου εις δόξαν του Αγίου σου Ονόματος, αξίωσον αυτόν να μη εγγίση ουδέποτε εις τον οίκον αυτού λοιμώδης νόσος, ούτε λώβη (λέπρα ή άλλες μολυσματικές αρρώστιες, επιδημίες), ούτε καμμία άλλη θανατηφόρος ασθένεια να λυπήση αυτόν και την οικογένειάν του.

Διότι συ, Κύριέ μου, γινώσκεις το ασθενές των ανθρώπων, τους οποίους ηυδόκησας να πλάσης κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν ιδικήν σου».

Ενώ δε η Αγία προσηύχετο τοιουτοτρόπως, αίφνης ηκούσθη ουρανόθεν φωνή, η οποία προσεκάλει αυτήν τε και την Ιουλιανήν εις εκείνην την αιώνιον και ανεκλάλητον αγαλλίασιν και υπέσχετο εις αυτήν ότι θα πραγματοποιήση όσα εζήτησε διά της προσευχής της.

Ταύτην την γλυκυτάτην φωνήν ακούσασα η Μάρτυς Βαρβάρα ενεθαρρύνθη περισσότερον και αγαλλομένη έτρεχε να φθάση το ταχύτερον εις τον τόπον της τελειώσεως, όπου φθάσασα έκλινε την ιεράν αυτής κεφαλήν και εδέχθη το Μαρτύριον.

Απεκεφάλισε δε αυτήν ο άσπλαγχνος και αιμοβόρος πατήρ της, την δε Ιουλιανήν απεκεφάλισεν ο δήμιος.

Απόσπασμα από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Δεκέμβριος, τόμος 11ος.