(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
[….]
Εκείνον τον καιρό πέθανε ο βασιλιάς της Ανατολής [Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας] Ιοβιανός, και ο Ουαλεντινιανός έφερε από την Παννονία τον γνήσιο αδελφό του Ουάλη και του έδωσε την εξουσία όλης της Ανατολής, δηλαδή να κυβερνά το Βυζάντιο, τη Θράκη, την Αίγυπτο και όλα τα μέρη της Ελλάδας.
Ο Ουαλεντινιανός έμεινε στη Δύση και κήρυττε παντού την ευσέβεια, εξορίζοντας, όσο μπορούσε, την αίρεση του Αρείου, στην οποία ήταν βυθισμένος και ο τότε Αρχιερέας των Μεδιολάνων Αυξέντιος· γι’ αυτό ο Κύριος έκοψε τη ζωή του και πέθανε με άσχημο τρόπο.
Τότε ο ευσεβέστατος βασιλιάς, κάλεσε όλους τους Επισκόπους της Ιταλίας και τους είπε:
«Γνωρίζετε καλά, σεβασμιότατοι Πατέρες, καθώς έχετε ανατραφεί με θεϊκά και ιερά μαθήματα, ποιος πρέπει να είναι αυτός που έχει το αξίωμα του αρχιερέα, δηλαδή όχι μόνο με λόγια, αλλά και με ενάρετη συμπεριφορά να διορθώνει το ποίμνιο, να το οδηγεί σε σωτήρια βοσκή και η συμπεριφορά του να αποτελεί μαρτυρία για τη διδασκαλία του.
Τέτοιον λοιπόν άνθρωπο να εκλέξετε για τον επισκοπικό θρόνο, ώστε κι εμείς, που κυβερνάμε το βασίλειο, να υποκλίνουμε πρόθυμα σ’ αυτόν το κεφάλι μας και να δεχόμαστε με ευχαρίστηση τους ελέγχους του σαν ιατρική θεραπεία· διότι κι εμείς ως άνθρωποι αναγκαστικά κάνουμε λάθη».
Ενώ ο ευσεβής βασιλιάς έλεγε αυτά, όλη η Σύνοδος τον παρακάλεσε να ψηφίσει αυτός τον μελλοντικό Αρχιερέα, αφού ήταν σοφός και ευσεβέστατος. Αυτός όμως απάντησε:
«Αυτό το έργο είναι έξω από τη δική μας δύναμη, διότι εσείς έχετε αξιωθεί τη θεία Χάρη, επειδή δεχτήκατε εκείνη την ακτίνα του Παναγίου Πνεύματος και γι’ αυτό θα κάνετε καλύτερη εκλογή».
Έτσι λοιπόν, οι Αρχιερείς βγήκαν από τα ανάκτορα και συζητούσαν για τον εκλεκτό. Οι λαϊκοί, όμως, που κατοικούσαν στα Μεδιόλανα, φιλονικούσαν μεταξύ τους, οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί, θέλοντας κάθε παράταξη να ψηφίσει τον δικό της ομόφρονα.
Ο θείος και θαυμαστός Αμβρόσιος, που διέπρεπε εκείνον τον καιρό με τις καλές του αρετές, ζούσε άψογα και ευσεβώς και ήταν μορφωμένος τόσο στον θείο όσο και στον πολιτικό νόμο [ήταν διορισμένος από τον βασιλιά ηγεμόνας όλης της Ιταλίας], έκρινε τις υποθέσεις του καθενός ορθά και δίκαια και ήταν γενικά ένας ακριβής έλεγχος κάθε κακής πράξης και ένα μέτρο διάκρισης, αν και δεν είχε λάβει το Θείο Βάπτισμα, διότι εκείνον τον καιρό δεν βαπτίζονταν μέχρι να φτάσουν στην ηλικία του Χριστού.
Ακούγοντας, λοιπόν, την αναταραχή του λαού και τη φιλονικία και φοβούμενος μήπως γίνει κάποια εξέγερση, ήρθε γρήγορα στα Μεδιόλανα και με την πολλή του γνώση έπαυσε τα σκάνδαλα, λέγοντας στον λαό ότι ο Αρχιερέας δεν έπρεπε να εκλεγεί με ταραχή και σύγχυση, αλλά να προκρίνουν τον πιο ενάρετο απ’ όλους, για να είναι άξιος να ποιμαίνει τα λογικά πρόβατα.
Αυτοί, αφού άκουσαν αυτά και άλλα περισσότερα ψυχοσωτήρια λόγια από αυτόν, απάντησαν, φωτισμένοι από το Θείο Πνεύμα, ότι κανένας άλλος δεν ήταν πιο άξιος απ’ αυτόν για να γίνει Επίσκοπος. Γι’ αυτό όλοι φώναξαν στον βασιλιά ότι ήθελαν τον Αμβρόσιο για οδηγό και Ποιμένα τους.
Αμέσως τότε ο βασιλιάς, βλέποντας αυτόν τον σοφότατο και αξιέπαινο άνδρα και γνωρίζοντας ότι αυτός ήταν ζυγός και μέτρο δικαιοσύνης αμίμητος, διέταξε να τον βαπτίσουν και να τον χειροτονήσουν.
Ο Αμβρόσιος, ακούγοντας αυτά, έφυγε, προφασιζόμενος ότι δεν ήταν άξιος για τέτοιο έργο, και για να μην τον ενοχλήσουν άλλο γι’ αυτό, βγήκε το βράδυ από την πόλη με σκοπό να πάει σε άλλη χώρα να κρυφτεί για να μην τον βρουν και τον πιέζουν.
Ο Κύριος όμως, που ήθελε να τεθεί ο λύχνος πάνω στη λυχνία και να φωτίσει αυτούς που κοιμούνται στο σκοτάδι, τι κανόνισε; Περπατώντας ο Άγιος όλη τη νύχτα (ήταν τότε η πρώτη Δεκεμβρίου) βρέθηκε πάλι το πρωί, ω του θαύματος!, έξω από τα τείχη της πόλης των Μεδιολάνων.
Οι πιο ευλαβείς Χριστιανοί, όσοι βγήκαν πίσω του για να τον αναζητήσουν, τον βρήκαν, τον οδήγησαν βίαια στη Μητρόπολη και ανέφεραν το γεγονός στον βασιλιά, παρακαλώντας τον να τον ψηφίσει με έγγραφο και να τον παρακαλέσει να μην αρνηθεί, αλλά να δεχτεί το αξίωμα.
Χάρηκε ο βασιλιάς για την εύρεση του Αμβρόσιου, αλλά και επειδή οι άνθρωποι, τους οποίους αυτός είχε ψηφίσει για ηγεμονία, τους έκρινε ο λαός άξιους για τη Μητρόπολη, έγραψε αμέσως με όλη του τη χαρά την ψήφο, διατάσσοντας να ολοκληρώσουν τη διαδικασία το συντομότερο.
Μόλις και ο Άγιος γνώρισε ότι ήταν θέλημα Θεού, συναίνεσε και αφού βαπτίστηκε και χειροτονήθηκε κατά την τάξη, έλαβε την αρχιερατική χάρη στις 7 Δεκεμβρίου του έτους 374.
Ήταν παρών σε όλα αυτά ο βασιλιάς και αφού τον ενθρόνισε στον μέγιστο θρόνο της Μητρόπολης, έκανε την ευχαριστήρια αυτή δέηση στον Κύριο λέγοντας:
«Ευλογημένο και δοξασμένο το όνομά σου, Δέσποτα Παντοκράτορ Σωτήρα μας, διότι εγώ σε αυτόν τον θείο άνδρα παρέδωσα σώματα ανθρώπων για διακυβέρνηση, Εσύ όμως του ενεπιστεύθης ψυχές αθάνατες για καθοδήγηση, αποδεικνύοντας έτσι δίκαιες τις ψήφους μου».
Μεταφορά στην δημοτική από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», Μήνας Δεκέμβριος, τόμος 12ος.