Προηγούμενη δημοσίευση: https://www.pemptousia.gr/2025/12/agios-dimitrios-staniloae-o-christos-ginetai-ta-panta-tois-pasi/
Στον λίγο χώρο που μας απομένει θα μιλήσουμε ακροθιγώς για την σημασία του Βαπτίσματος και της Ευχαριστίας στην πνευματική ζωη. Πρέπει να πούμε ότι στους Προτεστάντες το Βάπτισμα θεωρείται συνήθως εξωτερικό σύμβολο της εσωτερικής πίστης και της ένταξης στην Εκκλησία, ενώ παρομοίως και στην Θεία Ευχαριστία ο άρτος και ο οίνος δεν μεταβάλλονται αληθώς σε σώμα και αίμα Χριστού, αλλά παραμένουν σύμβολα της παρουσίας Του. Η διαφορά με την Ορθοδοξία είναι τεράστια, καθώς εδώ θεωρείται ότι μέσω γενικά όλων των Μυστηρίων μεταδίδεται ρεαλιστικά η θεία χάρη. Ο Άγιος Δημήτριος καταφεύγει στον βυζαντινό εκκλησιαστικό συγγραφέα Θεοφάνη Νικαίας του ΙΔ αιώνα (βλ. σ. 23), ο οποίος λέγει ότι στο Βάπτισμα ο Χριστός μάς κάνει αληθινά όμοιους με τον ίδιο τον Εαυτό Του∙ και αυτό γιατί, εισάγοντας στο νερό τη θεοποιούσα δύναμή Του, θέτει τη βάση της θεώσεώς μας, δηλαδή δημιουργεί τη δυνατότητα να γίνουμε αδελφοί Του κατά χάρη. Για αυτό ο Χριστός κατέβηκε στο νερό, για να δώσει στο νερό τη δύναμη της ανανεωμένης ανθρωπίνης φύσεώς Του, ώστε να μπορέσουμε να συναντηθούμε στο νερό και να γίνουμε όμοιοί με τον Χριστό, που γεννήθηκε από την Παρθένο και το Άγιο Πνεύμα. Στο Βάπτισμα, όπως είπαμε, γινόμαστε αδελφοί του Χριστού, καθώς Αυτός μας δίνει την ίδια την θεότητά Του. Αλλά αυτή η θεότητα μας γίνεται προσωπικό βίωμα μόνο αν τη δεχόμαστε ελεύθερα και με καλή θέληση.

Το Βάπτισμα επίσης, πέρα από το ότι είναι γέννηση με τον Χριστό σε μια νέα ζωή, είναι και ταφή με τον Χριστό και ανύψωσή μας σε μια ζωή που μας οδηγεί στην ανάσταση. Αυτό όμως το αποκτάμε πλήρως με το μυστήριο της θείας Μετάληψης (σ. 27). Ο Χριστός σήκωσε τις αμαρτίες μας στον Σταυρό, αλλά τις σήκωσε και πιο μπροστά, στη θεία Του Γέννηση. Βαπτίστηκε όχι μόνο για να μας δείξει ότι θα είναι μαζί μας στο νερό του Βαπτίσματος, για να μας ανυψώσει σε μια ζωή θεωμένη όπως την έχει Αυτός ήδη με την Γέννησή Του, αλλά και για να μας δείξει επιπλέον το εξής: θέλει να καθαρισθεί σ’ αυτό το νερό για μας, από την δική μας αμαρτία, ώστε να το κάνει μετά αυτό στον καθένα στο Βάπτισμά μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο πεθαίνει εκ των προτέρων για την αμαρτία μας στο Βάπτισμα και ανασταίνεται εκ των προτέρων, ώστε να το κάνει αυτό με τον καθένα από μας, όπως είπαμε, στο Βάπτισμά μας.
Αν για τον Χριστό το Βάπτισμά Του είναι ένα είδος προκαταβολικής απεικονίσεως του θανάτου και της ανάστασής Του, είναι ακόμη περισσότερο για μας που βαφτιζόμαστε μετά τον σταυρικό θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Στο Βάπτισμά μας συναντιέται ο Χριστός μαζί μας όχι μόνο ως Αυτός που βαπτίστηκε, αλλά και ως Αυτός που σταυρώθηκε και αναστήθηκε∙ επομένως, αληθινά το Βάπτισμά μας είναι και μια συμμετοχή στον θάνατο και την Ανάστασή του Χριστού.
Αφού με τον σταυρικό Του θάνατο ο Χριστός πεθαίνει για πάντα για την επίγεια ζωή, με την Ανάσταση υψώνεται σε μια ζωή πέρα από την επίγεια. Έτσι, με την θεία Ευχαριστία -για την οποία θα μιλήσουμε τώρα- δεχόμαστε και μεις όχι μόνο ένα θάνατο για την αμαρτία, αλλά και μια ανακαίνιση στη διάρκεια της επίγειας ζωής μας. Το Βάπτισμα είναι ο θάνατος μπροστά σε αυτό που είναι κακό στη ζωή αυτή. Η Ευχαριστία είναι το πέρασμα πιο ψηλά από την επίγεια ζωή (σ. 30). Στην πραγματικότητα υπάρχει στενότατος σύνδεσμος μεταξύ των δύο Μυστηρίων. Για αυτό το Βάπτισμα, που μας δίνει τη δύναμη να αγωνιζόμαστε για το καλό στη ζωή αυτή, βρίσκεται σε στενό σύνδεσμο με την μετάληψη του σώματος του Κυρίου, ο Οποίος με τον σταυρικό Του θάνατο και την ανάσταση πέρασε, όπως είπαμε, πάνω από την επίγεια ζωή. Μόνο με την μετάληψη αμέσως μετά το Βάπτισμα παίρνουμε τη δύναμη για τον αγώνα της τελειώσεώς μας, εν όψει της μέλλουσας ζωής. Ο Θεοφάνης Νικαίας λέγει ότι ενώ το βάπτισμα μάς κάνει αδελφούς του Χριστού, η Ευχαριστία μάς ενώνει με Αυτόν, μας κάνει μέλη του σώματός του (βλ. σ. 32). Με το Βάπτισμα μπορώ να ζήσω όπως ο Χριστός, με τη δύναμή Του πάντα. Με την Ευχαριστία, όμως, δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ο Χριστός μέσα μου. Εγώ φέρω κυριολεκτικά το σώμα και το αίμα του Χριστού και ο Χριστός το δικό μου σώμα και αίμα! Με τον καιρό η κατάσταση αυτή, που είναι βέβαια πραγματική, γίνεται αντιληπτή και στις πνευματικές αισθήσεις μας («αίσθηση του νου»), όπως κάπου λέγει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος.
Ο άγιος Δημήτριος εν συνεχεία παραθέτει ένα ακόμη «νηπτικό» κείμενο του Θεοφάνη Νικαίας, το οποίο μιλά για το ανέβασμα της ψυχής προς τον Θεό, όπως παρουσιάζεται στους βυζαντινούς πνευματικούς συγγραφείς- ξανάλεμε ότι αυτοί δεν αντιφάσκουν σε τίποτα με τους μεγάλους δογματολόγους Πατέρες, όπως οι Καππαδόκες κ.λπ. Σύμφωνα με αυτό το κείμενο, η ψυχή στην αρχή ανεβαίνει τις βαθμίδες της καθάρσεως από τα πάθη και της αποκτήσεως των αρετών, μέχρις ότου φθάσει στην πιο υψηλή βαθμίδα των αρετών, δηλαδή, όπως προείπαμε, την αγάπη. Και μετά, με την αγάπη ενώνεται με τον Θεό. Ο Θεοφάνης λέει ότι τα μέλη της Εκκλησίας που έγιναν όμοια με τον Χριστό ενώνονται μαζί Του διά του συνδέσμου της αγάπης υπεράνω του νου και του λόγου. Για να ενωθεί με τον Χριστό, με την τέλεια αγάπη, η ψυχή πρέπει να ανεβεί τον δρόμο της ομοιώσεως με τον Χριστό, διά μέσου της καθάρσεως από τα πάθη και της αποκτήσεως των αρετών. Αυτή είναι μια μάχη για την οποία είμαστε οπλισμένοι με το Βάπτισμα. Αλλά, η θεία Ευχαριστία έχει και τον σκοπό να φυτέψει σε μας από την αρχή τον πόθο για αυτήν την τέλεια αγάπη με τον Χριστό. Για αυτό τον λόγο κοινωνούμε πρώτη φορά μετά το Βάπτισμα. Παράλληλα όμως, πρέπει ακατάπαυστα να στερεωνόμαστε και να προοδεύουμε σ’ αυτή την αγάπη. Για αυτό κοινωνούμε συνεχώς στην διάρκεια της επίγειας ζωής μας∙ αλλά αυτή η στερέωση στην αγάπη μάς δυναμώνει συγχρόνως και στον αγώνα μας για την λεγομένη «απάθεια», την αποφυγή των αμαρτημάτων, την μετάνοια για τα αμαρτήματα και την πρόοδο σε αρετές όλο και πιο ψηλές και πιο βαθιές. Επομένως, κατά μια έννοια, η δύναμη του Χριστού, ο ίδιος ο Χριστός που δεχθήκαμε στα Μυστήρια σε διαφορετικές βαθμίδες της ανθρωπίνης φύσεώς Του και της δικής μας φύσεως, εργάζεται και κατά τρόπο ταυτόχρονο με όλες τις βαθμίδες της (σ. 33).
*************
Σταματάμε εδώ την ανάλυση και δεν καταδεικνύουμε περαιτέρω την στενή σύνδεση των δύο Μυστηρίων. Λέμε απλώς ότι ο άγιος Δημήτριος Στανιλοάε, γνωρίζοντας και παρακολουθώντας τις θεολογικές εξελίξεις των ετεροδόξων, και έχοντας παράλληλα μια βαθύτατη γνώση των πατερικών πηγών, ήταν ικανός να μιλήσει για το γνήσιο πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας –η οποία είναι όντως το Σώμα του Ζώντος Χριστού.