(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ο Άγιος Διονύσιος είχε στη Ζάκυνθο ένα μεγάλο σπίτι με ανώγειο (πάνω όροφο), στον οποίο έμενε κάθε φορά που κατέβαινε στην πόλη από τη Μονή της Αναφωνήτριας. Μετά τον θάνατό του, το σπίτι αυτό το νοίκιασε από τους κληρονόμους του για να κατοικήσει ένας ευσεβής άρχοντας, συμπατριώτης και γνωστός του Αγίου όσο εκείνος ζούσε.
Το σπίτι αυτό, λόγω της παλαιότητας της κατασκευής του, ήταν σχεδόν ετοιμόρροπο και η κατάστασή του στα μάτια των ανθρώπων φάνταζε επικίνδυνη.
Παρόλα αυτά, ο άρχοντας εκείνος προτιμούσε να παραμένει σε αυτό, εξαιτίας της αγάπης και της ευλάβειας που είχε προς τον Άγιο, ενώ επαινούσε με μεγάλο σεβασμό τις πολλές αρετές και τα θεϊκά του χαρίσματα.
Το έτος 1661, όταν ο Θεός, εξαιτίας των ανομιών του λαού του νησιού, τους παιδαγώγησε για πολλές ημέρες με φοβερούς σεισμούς και κινδύνους αφανισμού, ο άρχοντας που νοίκιαζε το σπίτι φοβήθηκε πολύ τον επικείμενο κίνδυνο.
Λόγω της επικίνδυνης κατάστασης του παλιού οικοδομήματος, αποφάσισε να αποσυρθεί σε ένα απόμερο σημείο του κατωγείου, ώστε να μπορεί να βγαίνει έξω γρήγορα σε κάθε δόνηση και ταραχή της γης.
Μέσα στην ανησυχία εκείνης της περιόδου, μια νύχτα η Ελένη, η σύζυγος του άρχοντα, βλέπει στον ύπνο της έναν Αρχιερέα σεμνοπρεπή και μέτριου αναστήματος -ακριβώς όπως ήταν ο Άγιος- να ανεβαίνει με τον Διάκονό του στο ανώγειο της κατοικίας.
Αφού φόρεσε το επιτραχήλιο και το ωμοφόριό του, είπε το «Ευλογητός» μπροστά στην εικόνα του Δεσπότου Χριστού που βρισκόταν εκεί και διάβασε την Ακολουθία του Μικρού Αγιασμού.
Στη συνέχεια, ραντίζοντας με το αγίασμα όλο το σπίτι πάνω και κάτω, πλησίασε την αρχόντισσα και της είπε με γαλήνιο πρόσωπο:
«Γυναίκα, μη φοβάσαι πια».
Αμέσως εκείνη ξύπνησε και, αφού ξύπνησε και τον άνδρα της, του διηγήθηκε με φόβο και χαρά μαζί το όραμα. Εκείνος, ως θεοσεβής και ενάρετος, έκρινε εύλογα ότι αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η προστασία και η σκέπη του Αγίου, ο οποίος επέβλεπε το σπίτι σαν δική του ιδιοκτησία σε τέτοιες στιγμές μεγάλου φόβου.
Πίστεψε πως ο Άγιος διαφύλασσε σώους και αβλαβείς όσους κατοικούσαν σε αυτό.
Έτσι, παίρνοντας δύναμη από τη θεία Χάρη, ο άρχοντας και όλη η οικογένειά του συνέχισαν να κατοικούν με θερμή πίστη και χωρίς φόβο στο ίδιο σπίτι, χάρη στις πρεσβείες του Αγίου.
Δεν έπαθαν ποτέ καμία βλάβη ή ζημιά, ούτε τότε ούτε σε άλλους σεισμούς που συνέβησαν εκεί κατά καιρούς αργότερα. Μάλιστα, σε αυτό το σπίτι άφησε την τελευταία του πνοή με ευσέβεια το θεοσεβούμενο εκείνο ανδρόγυνο.
Τιμάται στις 17 Δεκεμβρίου.
Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Δεκέμβριος, τόμος 11ος.