(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ομιλία 58, Στην κατά σάρκα σωτηριώδη Γέννησι του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/category/%cf%80%ce%b5%ce%bc%cf%80%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%af%ce%b1/pemptousia-articles/religion/sofias-paterikis-apavgasma/
6 Από αυτό τώρα οι άγγελοι έλαβαν την ιδιότητα του αμεταστρόφου [να είναι αμετάβλητοι προς το κακό], αφού έμαθαν εμπράκτως από τον Δεσπότη ότι η οδός της υψώσεως και της προς αυτόν ομοιώσεως δεν είναι η έπαρσις, αλλά η ταπείνωσις· από αυτό οι άνθρωποι έχουν το ευκολοδιόρθωτο, αφού αναγνωρίσουν ότι η ταπείνωσις είναι οδός ανακλήσεως.
Από αυτό ο αρχέκακος, που είναι η ίδια η έπαρσις, καταισχύνθηκε και κατανικήθηκε, ενώ προηγουμένως εφανταζόταν ότι κάπως εστεκόταν και ήταν κάτι. Ενώ άλλους μεν από επιθυμία του μεγαλυτέρου είχε υποδουλώσει και καταρρίψει, άλλους δε ήλπιζε να υποδουλώση από μωρία, εφάνηκε καλώς σαν παίγνιο από εκείνους που προηγουμένως είχαν απατηθή κακώς.
Και τώρα που εγεννήθηκε ο Χριστός, πατείται από εκείνους που προηγουμένως ήταν κάτω από τα πόδια του, οι οποίοι δεν είναι υπερόπτες τώρα, όπως εσυμβούλευε αυτός ο διαφθορεύς, αλλά συμβαδίζουν με τους ταπεινούς, όπως υπέδειξε με πράξεις ο Σωτήρ, και διά της ταπεινώσεως αποκτούν την υπερκόσμιο ύψωσι.
7 Γι’ αυτό ο Θεός, που κάθεται επάνω στα Χερουβίμ, ευρίσκεται σήμερα ως βρέφος επάνω στη γη· αυτός που είναι αθέατος από τα εξαπτέρυγα Σεραφίμ, που δεν μπορούν να ιδούν ατενώς [που δεν μπορούν να τον ατενίσουν] όχι μόνο τη φύσι του αλλ’ ούτε την αίγλη της δόξης του, γι’ αυτό και επισκιάζουν τα μάτια με τις πτέρυγες, βλέπεται αισθητώς και υποπίπτει στους σαρκικούς οφθαλμούς, αφού έγινε σάρκα· αυτός που ορίζει τα πάντα και δεν ορίζεται από κανένα περιλαμβάνεται σε μία πρόχειρη και μικρή φάτνη· αυτός που κατέχει και συσφίγγει το παν με την χεριά του περιτυλίσσεται σε μικρά σπάργανα και σφίγγεται με απλά δέματα [δεσίματα, κόμπους που κάνουν στα σπάργανα]· αυτός που έχει τον πλούτο των ακενώτων θησαυρών τέτοια πτωχεία υφίσταται εκουσίως, ώστε ούτε τόπο να μη ευρίσκη στο κατάλυμα γι’ αυτό και εισέρχεται σε σπήλαιο, και μάλιστα την ώρα που τίκτεται, ο γεννηθείς από τον Θεό αχρόνως και απαθώς και ανάρχως.
Και (τι θαύμα!) δεν ενδύεται μόνο την κάτω ευρισκομένη φύσι διά γεννήσεως αυτός που είναι συμφυής με τον ύψιστο Πατέρα, ούτε υφίσταται αυτήν την άκρα πτωχεία μόνο γεννώμενος σε πενιχρό σπήλαιο, αλλά καταδέχεται ευθύς εξ αρχής με την κυοφορία του ακόμη την εσχάτη καταδίκη της φύσεώς μας και τοποθετείται και απογράφεται μαζί με τους δούλους ο φύσει δεσπότης του παντός, οπωσδήποτε κάνοντας τη δουλεία να μη είναι κατά τίποτε ατιμότερη της δεσποτείας, μάλλον δε αναδεικνύοντας και τιμιωτέρους από δεσπότη τους κάτω τότε δούλους, αν βέβαια θα αντιλαμβάνονταν και θα υπήκουαν στο μεγαλείο της χάριτος· διότι ο φαινόμενος να είναι τότε δεσπότης της γης δεν είχε συναριθμηθή με τον βασιλέα των ουρανών, αλλά μόνο όλοι οι υπόδουλοι, και δεν συγκατελέγη με αυτούς ο τότε κυρίαρχος της γης, αλλά ο ουράνιος.
8 Ψάλλει κάπου προς τον Θεό ο Δαβίδ, που εξ αιτίας του τώρα γεννηθέντος από την πατριά του είναι θεοπάτωρ, «τα χέρια σου με έκαμαν και μ’ έπλασαν, συνέτισέ με και θα μάθω τις εντολές σου». Γιατί το λέγει αυτό; Διότι μόνο στου πλάστη τα χέρια είναι να παράσχη την πραγματική κατανόησι.
Όποιος συνετίσθηκε και κατενόησε την τιμή που έλαβε η φύσις μας από τον Θεό με το να πλασθή από τα χέρια του κατά την εικόνα, αφού αντιληφθή τη φιλανθρωπία του, θα προστρέξη σ’ αυτόν, θα ακούση και θα μάθη τις εντολές του πόσο περισσότερο, αν κατανοήση κατά το δυνατό το μέγα τούτο μυστήριο της αναπλάσεως και ανακλήσεώς μας;
Όταν έπλασε με το χέρι του την από τη γη φύσι μας κι’ εμφύσησε ο ίδιος ζωή, αυτός που όλα τα άλλα τα παρήγαγε με μόνο το λόγο, την άφησε να κατευθύνεται από τους δικούς της λογισμούς, εφ’ όσον ήταν κτισμένη λογική και κυρία της γνώμης της.
Αυτή τότε, απομονωμένη, εξαπατήθηκε από τη συμβουλή του πονηρού και μη μπορώντας ν’ ανθέξη στην επιβουλή δεν εφύλαξε το κατά φύσι, αλλά εγλύστρησε προς το παρά φύσι γι’ αυτό τώρα όχι μόνο την αναπλάττει με το χέρι κατά τρόπο παράδοξο, αλλά και την κρατεί κοντά του, αφού όχι μόνο την επήρε και την εσήκωσε από την πτώσι, αλλά και την ενδύθηκε αφράστως και συνδέθηκε με αυτήν αδιαιρέτως και εγεννήθηκε Θεός μαζί και άνθρωπος από γυναίκα, για ν’ αναλάβη την ίδια εκείνη φύσι που έπλασε στους προπάτορες, από παρθένο μάλιστα γυναίκα, για να καταστήση τον άνθρωπον νέον.
9 Πραγματικά, αν ήταν από σπέρμα, δεν θα ήταν νέος άνθρωπος, ούτε, αφού θα ήταν της παλαιάς μερίδος και κληρονόμος εκείνου του πταίσματος θα μπορούσε να δεχθή μέσα του το πλήρωμα της άφθαρτης θεότητος και να γίνη πηγή του αγιασμού ανεξάντλητης κι’ έτσι όχι μόνο εκείνων των προπατόρων δεν θα μπορούσε ν’ αποπλύνη με περισσή δύναμι τον από την αμαρτία μολυσμό, αλλά ούτε στους απογόνους των δεν θα επαρκούσε για αγιασμό.
Όπως δηλαδή δεν πρόκειται να αρκέση σε μια πόλι ύδωρ τοποθετημένο σε σκεύος για να πίνη διαρκώς, αλλά χρειάζεται να φέρη πηγή, οπότε ποτέ δεν θα παραδοθή στους εχθρούς από δίψα, έτσι δεν μπορούσε ν’ αρκέση για συνεχή αγιασμό σε όλους ούτε άνθρωπος ούτε άγιος άγγελος που έχει αποκτήσει από μετοχή την ιδιότητα του αγιάζειν, αλλά η κτίσις εχρειαζόταν κρήνη που να έχη την πηγή μέσα της και με αυτόν τον τρόπο οι πλησιάζοντες αυτήν και χορταίνοντες από αυτήν να μένουν αήττητοι από τους επιτιθεμένους εναντίον των εμφύτων ασθενειών και στερήσεών της.
Γι’ αυτό δεν ήλθε άγγελος ούτε άνθρωπος, αλλ’ ήλθε ο ίδιος ο Κύριος και μας έσωσε, αφού έγινε για μας κατά τον τρόπο μας άνθρωπος και έμεινε αναλλοίωτος Θεός.
Οικοδομώντας τώρα τη νέα Ιερουσαλήμ και ανεγείροντας για τον εαυτό του ναό με εμψύχους λίθους και συνάγοντάς μας ως Εκκλησία ιερά και παγκόσμια, εγκαθιστά στο θεμέλιο της, που είναι ο Χριστός, την αένναη πηγή της χάριτος.
Διότι η πλήρης ζωή και δεσποτική και αΐδιος, η πάνσοφη και παντοδύναμη φύσις ενώνεται μ’ εκείνη τη φύσι που από αβουλία απατήθηκε και από ασθένεια υποδουλώθηκε στον Πονηρό και από στέρησι θείας ζωής είναι πεταμένη στους μυχούς [στα βαθύτατα σημεία] του άδη, για να εισφέρη σ’ αυτήν σοφία και δύναμι και ελευθερία και ζωή αδιάπτωτη.
Συνεχίζεται
Από τον τόμο «Γρηγορίου Παλαμά, έργα 11» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Κ. Χρήστου.