Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: Περί της κατά σάρκα γενεαλογίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της Αειπαρθένου Θεοτόκου που τον εγέννησε εν παρθενία

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Αγίου Γρηγορίου Παλαμά αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης

Ομιλία 57. Εκφωνήθηκε την Κυριακή των Πατέρων

Περί της κατά σάρκα γενεαλογίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της Αειπαρθένου Θεοτόκου που τον εγέννησε εν παρθενία

1 Ο Δαβίδ δείχνει ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι αγενεαλόγητος κατά τη θεότητα, το ίδιο δε λέγουν ο Ησαΐας και μετά από αυτούς ο απόστολος. Διότι πως θα γενεαλογηθή αυτός που είναι στην αρχή και είναι με τον Θεό, αυτός που είναι Θεός, και είναι Λόγος και Υιός Θεού; αυτός που ούτε πατέρα έχει προγενέστερο από αυτόν και όνομα έχει μαζί με τον πατέρα το επάνω από κάθε όνομα και από κάθε λόγο;

Διότι η γενεαλογία προάγεται διά κυρίων και το περισσότερο διά διαφόρων ονομάτων· του Θεού δε δεν είναι δυνατό να ευρεθή κύριο όνομα και ό,τι είναι δυνατό να λεχθή επί του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, ένα είναι και δεν διαφέρει σε τίποτες.

2 Είναι λοιπόν ανεκδιήγητη κατά την θεότητα η γενεά του Χριστού· γενεαλογείται όμως αυτός κατά το ανθρώπινο, αφού είναι απόγονος ανθρώπων αυτός που καταξίωσε να γίνη και υιός ανθρώπου για να σώση τον άνθρωπο.

Κι’ αυτή τη γενεαλογία του συνέταξαν οι δυο από τους ευαγγελιστάς, Ματθαίος και Λουκάς.

Αλλά ο μεν Ματθαίος κατά την αναγινωσκομένη σήμερα περικοπή του ευαγγελίου του, αρχίζοντας από τους προγενεστέρους, δεν εμνημόνευσε κανένα από τους προ του Αβραάμ, αλλά κατεβαίνοντας από εκείνον έφθασε μέχρι του Ιωσήφ, του οποίου κατά θεία οικονομία έγινε μνηστή η Θεοτόκος Παρθένος, αφού ήταν από την ίδια φυλή και πατριά, ώστε να φαίνεται όχι λιγώτερο και από αυτό το γένος της.

Ο δε Λουκάς, αρχίζοντας όχι από τους προγενεστέρους αλλά από τους πλησιεστέρους και ανεβαίνοντας από αυτόν τον μνηστήρα δεν εσταμάτησε έως τον Αβραάμ, αλλά συμπεριλαμβάνοντας και τους προηγουμένους δεν εστάθη ούτε έως τον Αδάμ, αλλά συναρίθμησε και τον Θεό ανάμεσα στους προπάτορες του Χριστού κατά το ανθρώπινο, όπως νομίζω εγώ, διότι ήθελε να δείξη ότι από την αρχή ο άνθρωπος δεν ήταν μόνο κτίσμα του Θεού, αλλά και υιός κατά το πνεύμα, το οποίο τότε του εδόθηκε μαζί με την ψυχή διά του ζωαρχικού εμφυσήματος.

Του εδόθηκε δε ως αρραβών, ώστε, αν αφωσιωνόταν σ’ αυτό κι’ εφύλαττε την εντολήν, να μπορούσε δι’ αυτού να μετάσχη και της τελειοτέρας προς τον Θεόν ενώσεως, διά της οποίας επρόκειτο να ζη αιωνίως μαζί με τον Θεό αποκτώντας την αθανασία.

3 Επειδή όμως εκείνος ακολουθώντας την κακοβουλία του μιαρού παρέβηκε τη θεία εντολή και εφάνηκε ανάξιος εξέπεσε του αρραβώνος και διέκοψε τον θείο σκοπό, η δε χάρις του Θεού είναι αμεταμέλητη και η πρόθεση αδιάψευστη, γίνεται εκλογή ανάμεσα στους γεννηθέντας από εκείνον, ώστε από τους πολλούς να ευρεθή ικανό δοχείο της θείας εκείνης υιοθεσίας και χάριτος που θα υπηρετήση αποτελεσματικώς τη βουλή του Θεού, ν’ αναδειχθή σε σκεύος άξιο για την καθ’ υπόστασι ένωσι της θείας και ανθρωπίνης φύσεως, η οποία όχι μόνο τοποθετεί άνω τη φύσι μας, αλλά και επανορθώνει το γένος στην αρχική του κατάστασι.

Τέτοιο σκεύος αναδείχθηκε η θεόπαις και Θεομήτωρ Παρθένος, γι’ αυτό και από τον αρχάγγελο Γαβριήλ αναγορεύθηκε κεχαριτωμένη, ως όντως εκλεκτή εκλεκτών και σκεύος άμωμο και αμόλυντο, άξιο να χωρέση και να συνεργασθή με τη θεανδρική υπόστασι.

Αυτήν λοιπόν προορίζει ο Θεός προ αιώνων, την εκλέγει ανάμεσα στους από των αιώνων, και την αξιώνει περισσότερη από όλους χάρι, αφού την κατέστησε αγία αγίων και πριν από την παράξενη γέννα, γι’ αυτό και ευδόκησε να την ενοικίση στα άγια των αγίων, δεχόμενός την σύσκηνη και σύνοικη από παιδί ακόμη.

Την εκλέγει δε όχι απλώς από τους πολλούς, αλλά από τους ανέκαθεν εκλεγμένους και θαυμαστούς και περιβοήτους για την ευσέβεια και τη σύνεσι, για τα θεοφιλή και κοινωφελή μαζί ήθη και λόγια και έργα.

Από τον τόμο «Γρηγορίου Παλαμά, έργα 11» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Κ. Χρήστου.