(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ομιλία 58, Στην κατά σάρκα σωτηριώδη Γέννησι του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού
Η τωρινή τελετή είναι της παρθενικής γέννας. Και κατ’ ανάγκη ο λόγος θα συνυψωθή με το μέγεθος της εορτής και θα προχωρήση μέσα στο μυστήριο, όσο είναι εφικτό και θεμιτό και επιτρεπτό από τον καιρό, ώστε να φανερώση και σε μας κάτι από τη μέσα του δύναμι. Εντείνετε λοιπόν και σεις, παρακαλώ, αδελφοί, και υψώσατε μαζί τη διάνοια, ώστε, σαν να πυρσεύθηκε λαμπρώς από θείο μετέωρο, να αντιληφθή καθαρώτερα το φως της θείας επιγνώσεως. Διότι σήμερα βλέπω μια ομοτιμία ουρανού και γης και άνοδο των κάτω προς τα επέκεινα όλων, που είναι εφάμιλλη προς τη συγκατάβασι των άνω.
Ό,τι και αν είναι ο ουρανός των ουρανών, ό,τι και αν είναι τα υπερώα ύδατα που στεγάζουν τα ουράνια, όποιος και αν είναι ο υπερκόσμιος τόπος η στάσις η τάξις, δεν έχει τίποτε το θαυμασιώτερο και τιμιώτερο από το σπήλαιο και τη φάτνη και από τα βρεφικά ραντιστήρια και σπάργανα. Διότι τίποτε ανάμεσα σε όσα έγιναν ανά τους αιώνες από τον Θεό δεν είναι κοινωφελέστερο ή θειότερο από τα γενέθλια του Χριστού, τα οποία εορτάζομε σήμερα.
2 Ο προαιώνιος και απερίληπτος και παντοκράτωρ Λόγος γεννάται τώρα κατά σάρκα σε σπήλαιο ως ανέστιος, άστεγος, άοικος, είναι βαλμένος ως βρέφος επάνω στη φάτνη και βλέπεται με οφθαλμούς και ψηλαφίζεται με χέρια και περιτυλίσσεται με σειρές σπαργάνων.
Δεν πρόκειται για νοερά ουσία που εφέρθηκε σε κτίσι ενώ πρωτύτερα δεν υπήρχε· δεν πρόκειται για σάρκα που ήλθε σε γένεσι και έπειτα από λίγο θα διαλυθή· δεν πρόκειται για σάρκα και νου που ενώθηκαν μεταξύ τους προς συγκρότησι ενός λογικού ζώου· αλλά πρόκειται περί Θεού και σαρκός που εμίχθηκαν διά νου ασυγχύτως προς συγκρότησι μιας θεανδρικής υποστάσεως, η οποία εισχώρησε τελευταίως σε παρθενική κοιλία, στην οποία και από την οποία μ’ ευδοκία του Πατρός και συνεργία του Πνεύματος ήλθε σε ουσιοποίησι ο υπερούσιος Λόγος, που τώρα λύεται από την γαστέρα και γεννάται ως βρέφος χωρίς να λύση τα σύμβολα της παρθενίας αλλά τηρώντας τα ανέπαφα.
Εγεννήθηκε απαθώς, όπως συνελήφθηκε απαθώς, διότι η τεκούσα όπως εφάνηκε ανωτέρα εμπαθούς ηδονής κατά την σύλληψι, έτσι εφάνηκε ανωτέρα ωδίνων και κατά τη γέννησι διότι κατά την φωνή του Ησαΐου «πριν να έλθη σ’ αυτήν ο πόνος των ωδίνων τον διέφυγε» κι’ εγέννησε σαρκικώς τον προαιώνιο Λόγο, του οποίου όχι μόνο η θεότης είναι ανεξιχνίαστη, αλλά και ο τρόπος της ενώσεως με την σάρκα είναι απερινόητος και η συγκατάβασις ανυπέρβλητη και το θείο και απόρρητο ύψος του προσλήμματος υπεροχικό κάθε νου και κάθε λόγου, ώστε ούτε αυτό να μη μπορή να δεχθή καμμιά σύγκρισι με την κτίσι.
Διότι, κι’ αν βλέπης κατά σάρκα τον γεννηθέντα τώρα από απείρανδρη κόρη, αλλά και πάλι υπερβαίνει τη σύγκρισι· διότι, λέγει, «είναι ωραίος στην όψι περισσότερο από τους ανθρώπους». Δεν είπε ωραιότερος, αλλά απλώς ωραίος, για να μη συγκρίνη τα ασύγκριτα, δηλαδή την ομόθεη φύσι με τους απλούς ανθρώπους.
3 «Σε έχρισε», λέγει, «ο Θεός ο Θεός σου με έλαιο αγαλλιάσεως επάνω από τους συντρόφους σου». Ο ίδιος είναι και Θεός και άνθρωπος τέλειος· ο ίδιος είναι Θεός, και ο χρίων και ο χριόμενος. Διότι, λέγει, «σε έχρισε ο Θεός ο Θεός σου»· ο από τον Θεό Πατέρα ο Λόγος χρίεται σαν άνθρωπος.
Και χρίεται με το συναΐδιο και ομοφυές Πνεύμα διότι αυτό είναι το έλαιο της αγαλλιάσεως, γι’ αυτό και ο ίδιος πάλι είναι Θεός, και το θείο χρίσμα και ο χριόμενος. Πραγματικά, και αν ακόμη χρίεται σαν άνθρωπος, αλλά ως Θεός έχει μέσα του την πηγή του χρίσματος. Γι’ αυτό και εκείνος που βλέπει θείως είδε και προανήγγειλε ως μετόχους Αυτού όλους όσοι χρίονται από τον Θεό· διότι μόνο του Θεού είναι ιδιότης να μη μετέχη αλλά να μετέχεται και να έχη μετόχους τους αγαλλιωμένους κατά το Πνεύμα.
Τέτοιος είναι σ’ εμάς ο γεννώμενος τώρα σε πενιχρό σπήλαιο και από εμάς υμνούμενος ως βρέφος επάνω στη φάτνη.
4 Διότι αυτός που παρήγαγε τα πάντα εκ μη όντων, επίγεια και επουράνια, όταν είδε τα λογικά κτίσματά του ν’ αχρειώνωνται από πόθο των μεγαλυτέρων, τους χαρίζει τον εαυτό του, του οποίου τίποτε μεγαλύτερο ούτε ίσο ούτε πλησίον δεν υπάρχει και προβάλλεται για μέθεξι από τους επιθυμούντας· για να μπορούμε στο εξής να χρησιμοποιούμε ακινδύνως την άφεσι του κρείττονος, εξ αιτίας της οποίας στην αρχή καταντήσαμε στον έσχατο κίνδυνο, και, ποθώντας ο καθένας μας να γίνη Θεός, να μη είμαστε μόνο ακατάκριτοι, αλλά και να επιτυγχάνωμε την επιθυμία.
Λύει δε παραδόξως την πρόφασι της αρχικής πτώσεως, που ήταν η παρατηρουμένη στα όντα διαφοροποίησις, δηλαδή η υπεροχή και η ελάττωσις, και ο από αυτά φθόνος και δόλος, καθώς και οι φανερές και αφανείς έριδες. Θέλοντας δηλαδή ο αρχέκακος να μη είναι κανενός αγγέλου κατώτερος, αλλά να εξομοιωθή σ’ εξοχότητα και με τον ίδιο τον κτίστη, υπέστη πρώτος τη φοβερή πτώσι, χωρίς να έχη προηγηθή άλλος.
Έπειτα, αφού εβλήθηκε [κυριεύτηκε] από φθόνο κι’ έβαλε με δόλο, έσυρε και τον Αδάμ προς τον πυθμένα του άδη, με την ιδία έφεσι, οπότε κατέστησε την πτώσι γι’ αυτόν μεν δυσθεράπευτη και χρειαζόμενη την εξαισία παρουσία του Θεού, που τώρα επραγματοιποιήθηκε, για ν’ ανακληθή, για τον εαυτό του δε τελείως αθεράπευτη, διότι είχε αποκτήσει την έπαρσι όχι από μέθεξι, αλλά από αυτοκακία, και είχε γίνει πλήρωμα κακίας και προεβαλλόταν για μέθεξι του κακού από τους θέλοντας.
5 Αφού λοιπόν ο Θεός τώρα ευδόκησε να λύση την πρόφασι της υπερηφανείας που κατέρριπτε τα λογικά πλάσματά του, εξομοιώνει το παν με τον εαυτό του· και επειδή αυτός είναι ίσος με τον εαυτό του κατά φύσι και ομότιμος, καθιστά και τη φύσι κατά χάρι ίση με εαυτήν και ομότιμη.
Κι’ αυτό πώς;
Ο ίδιος ο από τον Θεό Θεός Λόγος, που εκένωσε εαυτόν απορρήτως και κατέβηκε από άνω στην ανθρωπίνη εσχατιά, και την συνέδεσε με τον εαυτό του άλυτα, που εταπεινώθηκε κι’ επτώχευσε σαν εμάς, έκαμε επάνω τα κάτω ή μάλλον συνήγαγε τα δύο σε ένα, αναμιγνύοντας την ανθρωπότητα με την θεότητα, κι’ έτσι υπέδειξε σε όλους την ταπείνωσι ως οδό που φέρει προς τα άνω, παρουσιάζοντας σήμερα τον εαυτό του για παράδειγμα σε ανθρώπους και σε αγίους αγγέλους.
Συνεχίζεται
Από τον τόμο «Γρηγορίου Παλαμά, έργα 11» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Κ. Χρήστου.