(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Μια ευσεβής και αξιόπιστη γυναίκα μου διηγήθηκε, με μάρτυρα τον Θεό, ότι όταν κάποτε επισκέφθηκε την Ιερά Μονή [του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα] και μπήκε στον Ιερό Ναό την ώρα που ο Σεβασμιώτατος [ο Άγιος Νεκτάριος] λειτουργούσε και έκανε την προσκομιδή (μετά το τέλος της αγρυπνίας, καθώς ήταν γιορτή), είδε τον αείμνηστο [τον Άγιο] να βρίσκεται μέσα σε ένα φωτεινό σύννεφο που τον κάλυπτε μέχρι τη μέση.
Είδε επίσης ότι άπλωσε ξαφνικά τα χέρια του σαν αστραπή και έριξε κάτι σαν πέπλο από τη δόξα του, σκεπάζοντας σαν φωτεινή προστασία όλο το εκκλησίασμα μέσα στον Ναό.
Η ίδια γυναίκα, που γνώριζε από παλιά την κατάσταση της Μονής (όταν ήταν σχεδόν ερείπιο), μας διηγήθηκε και το εξής:
Την εποχή που οι πρώτες χριστιανές ετοιμάζονταν να πάνε και να εγκατασταθούν εκεί για να μονάσουν, εκείνη αποδοκίμαζε έντονα τη σκέψη τους, επειδή θεωρούσε τον τόπο ακατάλληλο και υπερβολικά ερημικό.
Ωστόσο, αφού επισκέφθηκε δύο φορές τη Μονή και διαπίστωσε ότι το έργο ήταν πλέον επιβλητικό, είδε στον ύπνο της μια μοναχή ασκήτρια, ντυμένη με τρίχινα ράσα, η οποία της είπε με αυστηρό βλέμμα:
«Λες πως δεν θα γίνει Μοναστήρι; Θα γίνει, θα γίνει!», ενώ κουνούσε ελεγκτικά το κεφάλι της κοιτάζοντάς την επίμονα.
Ταυτόχρονα, είδε την Εκκλησία ακριβώς όπως είναι σήμερα, όπως δηλαδή χτίστηκε αργότερα και σώζεται μέχρι τώρα.
Διασκευή από το βιβλίο του Μοναχού Αβιμέλεχ του Κρητός, «Βιογραφία μητροπολίτου Πενταπόλεως εν μακαρία τη λήξει σεβασμιωτάτου Νεκταρίου», Βόλος 1921.