(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Το 1932, δύο μοναχοί της Μονής [της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους], ο π. Μιχαήλ και ο π. Χρύσανθος εδούλευαν στο μαγκιπειό (αρτοποιείο) της Μονής. Και αυτή την φορά, όπως και τόσες άλλες, ετοίμαζαν το σιτάρι που προοριζόταν να αλεσθή στον μύλο. Το περνούσαν από μία ειδική μηχανή που το καθάριζε από όλα τα ξένα σώματα. Δεν έδειχναν όμως και πολλοί ευχαριστημένοι, διότι το σιτάρι τους τελείωνε και ήταν δύσκολο να προμηθευθούν άλλο.
Πέρασε τότε από το εργαστήριό τους ένας γεροντάκος, κοντός, φαλακρός, με φτωχικά ρούχα και με ένα μικρό Ευαγγέλιο στο χέρι.
-Τι κάνετε, Πατέρες; Πώς τα περνάτε;
– Καλά. Δόξα να έχει ο Θεός.
– Έχετε αρκετό σιτάρι για τις ανάγκες σας;
– Αυτό που βλέπεις, παππούλη. Μόλις που φθάνει για ένα ζύμωμα. Και εμείς κάθε εβδομάδα πρέπει να κάνουμε δύο ζυμώματα.
– Μην στενοχωρείσθε, Πατέρες. Ο Θεός είναι μεγάλος.
Σε λίγο ευλόγησε το σιτάρι και έφυγε.
Οι δύο μοναχοί μετά από λίγο είπαν: «Δεν κάναμε καλά που αφήσαμε τον γεροντάκο να φύγει. Ας τον φωνάξουμε να του δώσουμε κάτι να φάει».
Έτρεξαν να τον προφθάσουν, αλλά πουθενά δεν φαινόταν. Περίεργο πράγμα!
Μήπως ήταν και κανένας νέος με φτερά στα πόδια του ώστε να έχει τόσο γρήγορα απομακρυνθή;
Ερώτησαν και τους άλλους μοναχούς, αλλά κανείς δεν τον είχε δει ούτε γνώριζε τίποτε.
Προϊόντος του χρόνου, παρατηρήθηκε κάτι το θαυμαστό: Το σιτάρι που ευλόγησε ο γεροντάκος, επί έξι ολόκληρους μήνες δεν τελείωνε. Η θαυματουργία ήταν καταφανής και ότι ο γεροντάκος ήταν ο Άγιος Νικόλαος.
Ο Άγιος Νικόλαος είναι ο προστάτης της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους.
Από το βιβλίο του Αρχιμ. Χερουβείμ, «Αθανάσιος Γρηγοριάτης», της σειράς Σύγχρονες Αγιορείτικες Μορφές, τόμος 2ος, των εκδόσεων της Ιεράς Μονής Παρακλήτου.