(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Για να μην μείνει η Αντιόχεια χωρίς τη χάρη του Αγίου Σπυρίδωνα, ακούστε τι φρόντισε ο Θεός. Μετά την κοίμηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι γιοι του μοιράστηκαν το βασίλειο και ο Κωνστάντιος πήρε τα μέρη της Ανατολής.
Ενώ ο Κωνστάντιος βρισκόταν στην Αντιόχεια, έπεσε σε σοβαρή αρρώστια και κανένας γιατρός δεν μπορούσε να τον θεραπεύσει, παρά μόνο ο μέγας και Παντοδύναμος Θεός, ο οποίος θεραπεύει ψυχές και σώματα. Σε Αυτόν προσευχόταν κάθε μέρα και ο βασιλιάς, παρακαλώντας με πολλή ευλάβεια και ταπεινότητα.
Κάποια νύχτα βλέπει στον ύπνο του έναν Άγγελο Κυρίου, ο οποίος του δείχνει έναν χορό Επισκόπων, στο μέσον του οποίου στέκονταν δύο, σαν προστάτες και αρχηγοί των άλλων, και του λέει:
«Βλέπεις εκείνους τους δύο Επισκόπους, ω βασιλιά; Αυτοί μόνο μπορούν να σε θεραπεύσουν».
Ξυπνώντας, σκεφτόταν ποιοι να ήταν αυτοί που του έδειξε ο Άγγελος. Αλλά δεν μπορούσε καθόλου να καταλάβει, γιατί ούτε όνομα των ανδρών του είπε, ούτε πατρίδα. Έστειλε λοιπόν διαταγή να μαζευτούν όλοι οι Επίσκοποι της επαρχίας του στο παλάτι του, για να βρει αυτούς που είδε.
Όταν έγινε αυτό, συγκεντρώθηκαν αρκετοί Επίσκοποι, αλλά δεν είδε ανάμεσά τους αυτόν που ποθούσε. Γι’ αυτό, στέλνει γράμματα και στην Κύπρο να έρθουν και οι Επισκόποί της.
Τότε, ο μέγας Σπυρίδων, υπακούοντας στη βασιλική διαταγή, πήγε αμέσως, συνοδευόμενος από έναν φίλο του, έναν ενάρετο και άγιο άνθρωπο, τον Τριφύλλιο, ο οποίος δεν ήταν ακόμα Επίσκοπος, αλλά ο Άγγελος τον έδειξε έτσι στον βασιλιά, επειδή ήταν εκλεγμένος από τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος.
Πήγαν λοιπόν και οι δύο στα ανάκτορα, ντυμένοι απλά, όπως ήταν και στην κρίση τους και στο φρόνημά τους. Όταν μπήκαν στο παλάτι, ένας αυθάδης και πολύ αναίσχυντος υπηρέτης, βλέποντάς τους τόσο φτωχικά ντυμένους, θεώρησε ότι τέτοιοι άνθρωποι δεν ήταν άξιοι να πάνε στον βασιλιά.
Διώχνοντάς τους, χτύπησε τον ευλογημένο Σπυρίδωνα με ένα ράπισμα.
Ο Άγιος, επειδή είχε γενναία ψυχή και ήταν έτοιμος να πάθει και περισσότερα για την αγάπη του Διδασκάλου του, έκανε εκείνο που ο ίδιος ο Χριστός παραγγέλλει στο ιερό Ευαγγέλιο: γυρίζει δηλαδή και την άλλη πλευρά του προσώπου του για να τον χτυπήσει και δεύτερη φορά.
Αυτή η μεγάλη ταπείνωση συγκλόνισε εκείνον τον ανόητο, μάλιστα δε, όταν άκουσε ότι ήταν Αρχιερέας, έπεσε στα πόδια του και ζητούσε με δάκρυα να τον συγχωρήσει. Τότε ο Άγιος τον συγχώρησε αμέσως, μιμούμενος τη μακροθυμία του Σωτήρα, και με ωφέλιμους για την ψυχή λόγους τον νουθέτησε να μην είναι πια τόσο αυθάδης και υβριστής προς τους ξένους και μάλιστα τους εκκλησιαστικούς.
Στη συνέχεια ανέβηκαν στο παλάτι και μπήκαν στην αίθουσα του θρόνου. Ο Τριφύλλιος, βλέποντας τόσο ωραία και πλούσια πράγματα, θαύμαζε, επειδή δεν τα είχε ξαναδεί. Ο Τριφύλλιος ήταν τότε νέος, και βλέποντας τον βασιλιά με τρομερή και ένδοξη εμφάνιση, καθισμένο στον θρόνο, έμεινε έκπληκτος.
Ο Άγιος κατάλαβε τις σκέψεις του Τριφυλλίου και του λέει: «Τι θαυμάζεις; Μήπως ο θνητός είναι πιο αξιοθαύμαστος από τους άλλους ανθρώπους ή πιο δίκαιος, επειδή έχει τόση ματαιοδοξία και επιπολαιότητα; Δεν πεθαίνει κι αυτός αύριο όπως ο απλός και άδοξος φτωχός; Μήπως δεν θα τον βάλουν κι αυτόν στον τάφο να σαπίσει; Ή μήπως και στο φοβερό Δικαστήριο δεν θα παρασταθεί με τρόπο αμερόληπτο; Γιατί τιμάς τα φθαρτά και τα περαστικά σαν αιώνια και δεν σκέφτεσαι εκείνη την ουράνια δόξα;»
Ενώ αυτοί συνομιλούσαν έτσι, ο βασιλιάς τους κοιτούσε από τον θρόνο και, βλέποντας ότι η εμφάνιση του Αγίου έμοιαζε με αυτόν που είχε δει στην όραση, τόσο στη στολή όσο και στη ράβδο και στα υπόλοιπα, τον αναγνώρισε. Όμως τον Τριφύλλιο δεν μπορούσε να τον γνωρίσει, γιατί δεν ήταν όπως τον είχε δει στην όραση.
Τότε, από τη χαρά του, ξεχνώντας την αρρώστια και την αξία του αυτοκρατορικού ενδύματος, τρέχει προς τον μέγα Σπυρίδωνα με πολλή ταπεινοφροσύνη και απλότητα, δείχνοντας στην πράξη πόσο μεγάλη διαφορά υπάρχει μεταξύ ενός πρόσκαιρου βασιλιά και ενός δούλου του Ουράνιου και Αιώνιου Παντοκράτορα. Έκλινε το κεφάλι και ζητούσε την ευχή του Αγίου με δάκρυα, σαν να ήταν αυτή ένα πολύ ισχυρό φάρμακο, το οποίο μπορούσε εύκολα να θεραπεύσει το πάθος του.
Πράγματι, μόλις άγγιξε το χέρι του Αγίου το βασιλικό κεφάλι (ω, πόσο γρήγορη θεραπεία!), έφυγε η αρρώστια και ο βασιλιάς βρήκε την ποθητή ίαση.
Ποιος να διηγηθεί τη χαρά και την αγαλλίαση που επικράτησε εκείνη την ημέρα στα ανάκτορα; Έστησαν μεγάλη γιορτή και χαρμόσυνη πανήγυρη, έχοντας όλοι στα χείλη τους τον Σπυρίδωνα. Αυτός ακουγόταν παντού, αυτόν έβλεπαν όλοι και αυτός ήταν το τιμώμενο πρόσωπο από όλους.
Τι έγινε λοιπόν; Ο καλός γιατρός μήπως θεράπευσε μόνο το σώμα του βασιλιά και άφησε την ψυχή αθεράπευτη; Όχι! Αλλά και σε αυτήν έδωσε τα κατάλληλα φάρμακα, λέγοντας τα εξής ψυχωφελέστατα λόγια:
«Να θυμάσαι πάντα, ω βασιλιά, την ευεργεσία που σου έκανε ο Θεός ο πανάγαθος. Να είσαι συμπονετικός προς αυτούς που σφάλλουν, και ευεργετικός και φιλόδωρος προς τους φτωχούς. Σε όσους στερούνται τα απαραίτητα, άνοιγε τα σπλάχνα και το χέρι με μεγάλη φιλανθρωπία και απλότητα. Όσο ξεπερνάς τους άλλους στην αξία, τόσο πρέπει να είσαι και στην αρετή υψηλότερος, γιατί, αν δεν είσαι τέτοιος, δεν λογίζεσαι βασιλιάς, αλλά άθλιος τύραννος. Ανάμεσα στα άλλα, να φυλάττεις ακριβώς την ευσέβεια και να μη δεχθείς το παραμικρό δόγμα, το οποίο δεν δέχεται η Αγία μας Εκκλησία».
Λοιπόν, αυτά είπε ο Άγιος. Ο βασιλιάς, θέλοντας να τον ανταμείψει για τη χάρη, του έδινε πολύ χρυσάφι, αλλά αυτός δεν το δέχτηκε καθόλου, λέγοντας:
«Δεν είναι πρέπον, ω βασιλιά, να με ανταμείψεις με μια μισητή φιλία. Σου φαίνεται λογικό να διαπλεύσω τόσο πέλαγος, να υπομείνω τη δριμύτητα του χειμώνα και την αγριότητα των ανέμων, για να λάβω χρυσάφι ως πληρωμή, το οποίο είναι η αιτία όλων των κακών και η απώλεια κάθε δικαιοσύνης;»
Αλλά όσο εκείνος αρνιόταν, τόσο ο βασιλιάς παρακαλούσε πιο επίμονα, ζητώντας του να το δεχτεί, διότι θεωρούσε μεγάλη ντροπή για τον εαυτό του να λάβει τέτοια ευεργεσία και να μη δώσει καμία ανταμοιβή.
Γι’ αυτό, ο Άγιος αναγκάστηκε να πάρει το χρυσάφι με τη βία. Ωστόσο, πριν φύγει από τη χώρα, το μοίρασε όλο στους φτωχούς, διδάσκοντας με την πράξη πώς πρέπει να υπολογίζουν τον χρυσό όσοι ποθούν τον Χριστό. Διότι όποιος επιθυμεί χρήματα, είναι αιχμάλωτός τους με τη θέλησή του.
Μαθαίνοντας αυτό ο βασιλιάς, τον σεβάστηκε ακόμα περισσότερο, και θυμούμενος τις νουθεσίες του, έκανε πάντα πολλή φιλανθρωπία σε ξένους και φτωχούς, σπλαχνιζόταν χήρες και ορφανά και ελεούσε πλουσιοπάροχα όλους τους ενδεείς. Αλλά και για όλους τους Κληρικούς, από την αγάπη του Σπυρίδωνα, νομοθέτησε πρώτος αυτός από όλους τους βασιλιάδες να μην πληρώνουν κανέναν φόρο, κρίνοντας απρεπές οι υπηρέτες και αντιπρόσωποι του ουράνιου Βασιλιά να πληρώνουν φόρους στον επίγειο και θνητό άνακτα.
Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Δεκέμβριος, τόμος 12ος.