Ιδιόμελον Εσπερινού Χριστουγέννων (ήχος β’)
«Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ,
ὅτι ὤφθης ἐπὶ γῆς ως ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς;
ἕκαστον γὰρ τῶν ὑπὸ σοῦ γενομένων κτισμάτων,
τὴν εὐχαριστίαν σοι προσάγει·
οἱ Ἄγγελοι τὸν ὕμνον, οἱ οὐρανοὶ τὸν Ἀστέρα,
οἱ Μάγοι τὰ δῶρα, οἱ Ποιμένες τὸ θαῦμα,
ἡ γῆ τὸ σπήλαιον, ἡ ἔρημος τὴν φάτνην
ἡμεῖς δὲ Μητέρα Παρθένον·
ὁ πρὸ αἰώνων Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.»
Μετάφραση:
Τι να προσφέρουμε, Χριστέ,
σε Σένα που φανερώθηκες επάνω στη γη
ως άνθρωπος για να μας σώσεις;
γιατί το κάθε κτίσμα που δημιούργησες
σου προσφέρει την ευχαριστία του·
οι Άγγελοι τον ύμνο, οι ουρανοί τον Αστέρα,
οι Μάγοι τα δώρα, οι Βοσκοί το θαύμα,
η γη το σπήλαιο, η έρημος την φάτνη·
και εμείς την Παρθένο Μητέρα·
ο προ αιώνων Θεός ελέησέ μας.
Σχολιασμός του τροπαρίου
Ο υμνογράφος κάνει ένα ερώτημα στον μικρό Χριστούλη, που γεννιέται, και διερωτάται: Σε Σένα, Χριστέ μου, που είσαι ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και ο Κύριος των κυριευόντων, ο πλάστης και δημιουργός όλης της κτίσης, φυσικής και νοητής, τι να σου προσφέρουμε; Έχουμε κάτι δικό μας σ’ αυτή τη γη που θα μπορούσαμε να σου το προσφέρουμε ως ανταπόδοση της δικής σου προσφοράς; Επειδή όμως όλη η κτίση συμμετέχει σ’ αυτό το ανεπανάληπτο γεγονός της Γέννησής σου, προσφέρει ως ένδειξη ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης, ως ένδειξη αγάπης και λατρείας στον ουράνιο Βασιλέα της ό, τι έχει. Όλη η δημιουργία είναι εδώ, για να προσφέρει κάτι στον γεννηθέντα Χριστό. Τι λοιπόν προσφέρουν;
«Οἱ Ἄγγελοι τὸν ὕμνον»
Είναι γνωστός ο αγγελικός ύμνος την νύκτα των Χριστουγέννων:
«Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία…»
Οι αγγελικές τάξεις απορημένες για το απροσδόκητο γεγονός και ανεβοκατεβαίνοντας την ουράνια κλίμακα υμνολογούν και δοξολογούν τον Θεό. Στον ύψιστο Θεό που βρίσκεται στους ουρανούς του ταιριάζει η δόξα, ενώ στους ανθρώπους εδώ κάτω στη γη τους ταιριάζει η ειρήνη του Θεού, δηλαδή η συμφιλίωση με το Θεό, η οποία τώρα πραγματοποιείται, γιατί ο Θεός ευδόκησε να γίνει άνθρωπος , να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τον Θεό και να σώσει το ανθρώπινο γένος.
«Οἱ οὐρανοὶ τὸν Ἀστέρα»
Οι ουρανοί, που είναι δημιούργημα του Θεού, στέλνουν στον δημιουργό τους τον νεοφανή αστέρα, για να συμμετάσχουν και αυτοί στον πανηγυρισμό για τη Γέννηση του Θεανθρώπου. Συγχρόνως στέλνουν μήνυμα ότι αυτός που γεννιέται δεν είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, αλλά ο ποιητής του ουρανού και της γης.
«Οἱ Μάγοι τὰ δῶρα».
Οι Μάγοι που εκπροσωπούν όλη την ανθρώπινη σοφία ως εκπρόσωποι των εθνικών λαών όλης της γης γνωρίζουν πολύ καλά ποιος είναι αυτός, για τον οποίο κοπίασαν εδώ και μήνες, για να φτάσουν στον προορισμό τους. Είναι ο νέος βασιλιάς, ο Χριστός. Αυτόν ήρθαν για να τον προσκυνήσουν και να του προσφέρουν τα δώρα που του ταιριάζουν: Ως βασιλιάς που ήταν του πρόσφεραν χρυσάφι, γιατί με χρυσάφι γίνεται το στέμμα που βάζει στο κεφάλι του ο βασιλιάς. Ως Μέγας Αρχιερέας που ήταν του πρόσφεραν λιβάνι για τις θυσίες που θα γίνονται στο μέλλον μετά την σταυρική του θυσία. Τέλος ως μελλοντικός νεκρός του πρόσφεραν σμύρνα, σαν κι αυτά που είχαν οι Μυροφόρες και ήθελαν να αλείψουν το σώμα του Χριστού, τον οποίο οι στρατιώτες τον φύλαγαν «ως βασιλέα υπνούντα». Είναι αυτός που κάνει και τα λείψανά των αγίων να ευωδιάζουν.
«Οἱ Ποιμένες τὸ θαῦμα».
Αν οι Άγγελοι ευαγγελίζονται την μεγάλη χαρά που γεννήθηκε ο Μεσσίας Χριστός, οι ποιμένες, άνθρωποι με καθαρή καρδιά και άδολο χαρακτήρα, θα αξιωθούν πρώτοι να ακούσουν τη θαυμάσια ουράνια ψαλμωδία των αγγέλων, να δουν τη λάμψη του θαυμαστού «νεοφανούς αστέρος» και προπαντός να προσκυνήσουν τον Θεάνθρωπο. Αυτοί στη συνέχεια θα γίνουν κήρυκες αυτού του θαύματος, που μπορεί να μην το καταλάβαιναν πλήρως, όμως κάτι τους έλεγε ότι πρόκειται για ένα μεγάλο γεγονός.
«Η γῆ τὸ σπήλαιον»
Οι άνθρωποι της Βηθλεέμ δεν συνειδητοποίησαν το μεγάλο αυτό γεγονός, που γίνονταν στον τόπο τους. Φάνηκαν αφιλόξενοι και δεν πρόσφεραν μια γωνιά στην αγία Οικογένεια, για να περάσει τη νύκτα. Άνοιξε όμως η γη τα σπλάχνα της και χώρεσε μέσα της τον αχώρητο Κύριο και τη ζεστασιά και την προστασία που έπρεπε να την προσφέρουν οι άνθρωποι, την προσφέρει τώρα το σπήλαιον.
«Η ἔρημος τὴν φάτνην»·
Ο Ιωσήφ αναζήτησε μια στέγη μέσα σε κατοικημένη περιοχή της Βηθλεέμ, αλλά δεν την βρήκε. Βγήκε έξω λοιπόν σε έρημη περιοχή, όπου υπήρχε σπήλαιο, που χρησίμευε για σταύλο ζώων, και εκεί βρήκε ένα αχούρι ζώου που την έκανε φάτνη, φωλιά αντί για κρεβατάκι. Η έρημος τώρα προσφέρει την φάτνη, μια φωλιά για τον μικρό Χριστούλη αλλά αργότερα θα πάψει να είναι έρημος και θα «υλοχαρήσει και θα ανθοφορήσει», δηλαδή από ξερή και άνυδρος χώρα θα βλαστήσει και θα ανθοφορήσει, διότι θα γεμίσει από υπηρέτες του Θεού, τους αναχωρητές και τους ασκητές, οι οποίοι θα κάνουν τις ψυχές τους φάτνες ζεστές και καθαρές για να υποδέχονται με χαρά τον Θεό που θα γεννιέται μέσα τους. Έτσι θα πραγματοποιηθεί το «Πολλά τα τέκνα της ερήμου μάλλον ή της εχούσης τον ανδρα».
Αυτές είναι οι προσφορές, μπροστά όμως στη δικιά σου προσφορά, Κύριε, δεν αξίζουν τίποτα. Εσύ πρόσφερες τον ίδιο σου τον εαυτό, «εκένωσας εαυτόν» και ὤφθης ἐπὶ γῆς ως ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς » και έγινες από βασιλιάς δούλος, από δημιουργός δημιούργημα. Και από την άλλη ό, τι και να σου προσφέρουμε είναι δικό σου, γι αυτό και στη Θ. Λειτουργία τονίζουμε ότι όλα είναι δικά σου και από τα δικά σου σού προσφέρουμε κάτι «τα σα εκ των σων». Τον άρτο και τον οίνο εσύ τα δημιούργησες, για τρέφουμε το σαρκίο μας και να διατηρούμαστε για κάποιο καιρό σ’ αυτή τη φθαρτή ζωή. Επειδή όμως εσύ μας προορίζεις για μια άλλη ζωή, την αιώνια, φρόντισες να μεταμορφωθείς από αιώνιος Θεός σε άνθρωπο και αυτά τα υλικά, άρτον και οίνον, να τα μετουσιώσεις στο ίδιο το σώμα σου και το αίμα σου, για να μας μεταγγίσεις το αίμα σου, να φάμε από τη σάρκα σου όχι σαν άγρια θηρία αλλά σαν λογικά πρόβατα και να μας δώσεις ζωή, ζωή αιώνιο, όπως είσαι εσύ. Υπάρχει επομένως μεγαλύτερη προσφορά από αυτή, από το να μας κάνεις δηλαδή από φθαρτούς αθάνατους;
Ποια λοιπόν προσφορά εκ μέρους μας θα ήταν όχι ισάξια αλλά θα ανταποκρίνονταν στοιχειωδώς στην μεγάλη αυτή σου αγάπη. Καμιά, γιατί τίποτα δεν ορίζουμε, παρά μόνο τον εαυτό μας, που τον πλούτισες με το αυτεξούσιο, μας έκανες εικόνες δικιές σου και τώρα μας σέβεσαι. Σέβεσαι την ελευθερία μας και χτυπάς την πόρτα της ψυχής μας για να μπεις μέσα στην καρδιά μας και να ενθρονιστείς σαν δικός μας βασιλιάς. Αν μπορούσαμε εμείς να προσφέρουμε τον εαυτό μας θυσία στο Θεό σαν την Ιφιγένεια, που θυσιάστηκε για να ευοδωθεί η πανελλήνια εκστρατεία των Αρχαίων Ελλήνων, θα το κάναμε, αλλά δεν είμαστε καθαροί. Και για προσφερθούμε για θυσία πρέπει να είμαστε «άμωμοι», όπως τα ζώα που πρόσφεραν οι Αρχαίοι Έλληνες και οι Εβραίοι για θυσία. Άμωμος όμως και αναμάρτητος, Κύριε, είσαι μόνο εσύ…
Τελικά εμείς «Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ»; «ἡμεῖς δὲ Μητέρα Παρθένον» προσφέρουμε. Να λοιπόν πώς τα οικονόμησες, Κύριε, μέσα στο σχέδιο της Θείας σου οικονομίας. Ευαρέστησες σε μια παιδούλα αθώα και άκακη, την κράτησες μέσα στο ναό σου αγνή και αμόλυντη, να ζει αγγελική ζωή και να την τρέφουν άγγελοι μέσα στο ναό, για να γίνει «η δάμαλις η τεκούσα τον μόσχον», τον σιτευτό, τον Μονογενή σου Υιό και τελικά να θυσιαστεί αυτός αντί για μας…
Ασύλληπτα πράγματα, ανεξήγητα ακόμα και για τους αγγέλους.