(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, Ηγαπημένου Ιωάννου του Θεολόγου, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου ενός εκ των επτά Διακόνων
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/12/i-apolysi-tou-evangelisti-ioanni-kai-tou-agiou-prochorou-apo-tin-fylaki-i-exoria-stin-patmo-kai-to-thavma-kata-ton-ploun/
Πλέοντες προς τα εμπρός, εφθάσαμεν εις μίαν χώραν ονομαζομένην Κατοικίον, ένθα αράξαντες το πλοίον, εξήλθον πάντες εις την ξηράν μείναντες μόνον ημείς μετά των φυλάκων εις το πλοίον· περί δε την δύσιν του ηλίου επιστρέψαντες, έκριναν καλόν οι ναύται ίνα αναχωρήσωμεν εκείθεν· όθεν και εξελθόντες επλέομεν.
Κατά δε το μεσονύκτιον γίνεται μεγάλη τρικυμία εις την θάλασσαν, ένεκα της οποίας εκινδύνευε το πλοίον, και πάντες ανεμένομεν τον θάνατον. Τούτο βλέποντες οι επί κεφαλής των στρατιωτών αξιωματικοί, είπον προς τον Ιωάννην· «Άνθρωπε του Θεού, τον νεκρόν κατά παράδοξον τρόπον ανεβίβασας ζώντα εκ του βυθού της θαλάσσης διά της προσευχής σου· παρακάλεσον λοιπόν και τώρα τον Θεόν σου διά να παύση την τρικυμίαν, διότι κινδυνεύομεν να καταποντισθώμεν».
Είπε δε προς αυτούς ο Ιωάννης· «Ησυχάσατε και καθίσατε έκαστος εις τον τόπον αυτού»· επειδή δε η τρικυμία εγίνετο ακόμη περισσοτέρα, εγερθείς ο Ιωάννης προσηυχήθη, και έπαυσεν αμέσως ο άνεμος και ησύχασεν η θάλασσα.
Αφού εφθάσαμεν και εσταθμεύσαμεν εις τον τόπον τον λεγόμενον «Μύρων», ησθένησεν εκεί εις εκ των αξιωματικών παθών από δυσεντερίαν, ένεκα της οποίας ασθενείας εκινδύνευε να αποθάνη, και διά την οποίαν αιτίαν εμείναμεν εκεί επτά ημέρας· την δε ογδόην ημέραν ήρχισαν φιλονικούντες αναμεταξύ των οι επί κεφαλής των στρατιωτών, και άλλοι μεν έλεγον, ότι δεν πρέπει να βραδύνωμεν παραμένοντες εις τον τόπον εκείνον και να αμελώμεν εις την εκτέλεσιν της βασιλικής προσταγής, άλλοι δε έλεγον, ότι δεν πρέπει να εγκαταλείψωμεν εκεί τον ασθενούντα σύντροφόν μας· αλλά και να τον λάβωμεν εις το πλοίον εις οποίαν κατάστασιν ευρίσκεται, δεν είναι δίκαιον, διότι θα αποθάνη πάντως εντός αυτού.
Τότε λέγει προς με ο Ιωάννης· «Ύπαγε, τέκνον Πρόχορε, και ειπέ εις τον ασθενούντα άνθρωπον, ότι είπεν ο Ιωάννης ο Απόστολος του Χριστού, ίνα έλθης προς αυτόν υγιής». Απήλθον λοιπόν και είπον ταύτα προς τον ασθενούντα, όστις αμέσως εγερθείς ως να μη είχεν ασθένειάν τινα με ηκολούθησε και ήλθε προς τον Ιωάννην, ο οποίος είπε προς αυτόν· «Ομίλησον εις τους συντρόφους σου ίνα αναχωρήσωμεν απ’ εδώ»· αμέσως δε ο μη φαγών επτά ημέρας και εις κίνδυνον μέγαν ευρισκόμενος μεταβάς μετά χαράς παρεκίνει τους συντρόφους του διά να αποπλεύσωμεν εκείθεν.
Τούτο το θαύμα ιδόντες οι αξιωματικοί μετά των στρατιωτών και πάντες οι εν τω πλοίω προσέπεσον εις τους πόδας του Αποστόλου λέγοντες προς αυτόν· «Ιδού πάσα η γη είναι εις την διάθεσίν σου, και πήγαινε όπου θέλεις· διότι εβεβαιώθημεν ότι είσαι υπηρέτης του αληθινού Θεού».
Ο δε Ιωάννης είπε προς αυτούς· «Όχι, τέκνα μου, δεν πρέπει να γίνη ούτως, αλλά να με οδηγήσητε εκεί όπου έχετε διαταγήν, διά να μη τιμωρηθήτε παρά του βασιλέως, όστις προς τούτο σας απέστειλεν».
Όθεν κατηχηθέντες υπ’ αυτού, εβαπτίσθησαν άπαντες κατ’ εκείνην την ημέραν· και αναχωρήσαντες εκείθεν εφθάσαμεν εις την νήσον Πάτμον και εισήλθομεν εις μίαν πόλιν αυτής ονομαζομένην Φλωράν, εις τας αρχάς της οποίας, κατά την διαταγήν του βασιλέως, παρέδωκαν ημάς οι αξιωματικοί, οι οποίοι δεν ήθελον να αποχωρισθώσιν, αλλ’ ήθελον να μένωσι μεθ’ ημών.
Όμως ο Ιωάννης είπε προς αυτούς· «Ω τέκνα, προσέχετε να μη εκπέσητε μόνον από την χάριν την οποίαν ελάβετε, και κανείς τόπος δεν δύναται να σας βλάψη».
Μείναντες λοιπόν ομού με ημάς δέκα ημέρας, κατά τας οποίας εδιδάσκοντο υπό του Ιωάννου, ύστερον επευξάμενος και ευλογήσας αυτούς, απέλυσεν εν ειρήνη, παραδώσας αυτούς εις τον Θεόν τον οποίον επίστευσαν ότι αυτώ πρέπει δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Σεπτέμβριος, τόμος 9ος.