(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)Το 1945 έγινε μεγάλη νεροποντή με πολλές καταστροφές [στο Άγιον Όρος].
Ο γερω-Γερόντιος βρέθηκε τότε στον δρόμο προς Καρυές πεζοπορώντας.
Κατάφερε να φθάση στην Μορφονού και μπήκε σε ένα σπιτάκι μέχρι να σταματήση η βροχή.

Τη νύχτα ενώ προσευχόταν με το κομποσχοίνι του άκουσε ποδοβολητά αλόγου.
Άνοιξε την πόρτα και βλέπει έναν φωτεινό καβαλλάρη.
Του είπε:
– Έλα μέσα, άνθρωπε μου. Πού πας μ’ αυτή την βροχή;
– Βιάζομαι, γιατί κινδυνεύει το Μοναστήρι μου, είπε και συνέχισε.
Την άλλη μέρα έμαθε ότι έπαθε μεγάλη ζημιά η Μονή Ξενοφώντος.
Κινδύνευσε από την νεροποντή, η οποία παρέσυρε τον κήπο, τον κηπουρό μαζί με το σπιτάκι του και την μισή ξενοφωντινή Σκήτη.
Τότε κατάλαβε ότι ο φωτεινός καβαλλάρης ήταν ο Άγιος Γεώργιος που έτρεχε να βοηθήση το Μοναστήρι που τιμάται στο όνομά του και κινδύνευε.
Απόσπασμα από το βιβλίο, «Από την ασκητική και ησυχαστική αγιορείτικη παράδοση», Άγιον Όρος.