Η ἁγία Ἰουλιανὴ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (285-305 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὴ Νικομήδεια, ἑλληνικὴ πόλη ποὺ ἵδρυσε ὁ Νικομήδης ὁ Α΄ τὸ 264 π.Χ. καὶ τὴν ὅρισε ὡς νέα πρωτεύουσα τῆς Βιθυνίας. Κατὰ τὸν 3ο μ.Χ. αἰ. ἐπλήγη ἀπὸ σεισμό, ὅμως ὁ Διοκλητιανὸς τὴν ἐπέλεξε ὡς πρωτεύουσα τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 293 μ.Χ., ὅταν ἐπέβαλε τὸ σύστημα τῆς Τετραρχίας. Τότε κοσμήθηκε μὲ πολλὰ καὶ λαμπρὰ κτίρια καὶ κατέστη μαζὶ μὲ τὴν Ἀλεξάνδρεια, τὴ Ῥώμη καὶ τὴν Ἀντιόχεια, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες πόλεις τῆς Αὐτοκρατορίας. Κατὰ τὰ ἴδια ἔτη ἀνακηρύχθηκε μητρόπολη τῆς Βιθυνίας καὶ τοῦ Πόντου.

Δυστυχῶς, ὅμως, ἡ περίλαμπρη πόλη δὲν προστάτευε ἐξίσου τοὺς πολῖτές της. Οἱ Χριστιανοὶ ἀντιμετωπίζονταν μὲ καχυποψία καὶ διώκονταν. Ὁ ἐμπρησμὸς τοῦ Μεγάλου Παλατίου ὑπῆρξε ἀφορμὴ νὰ κατηγορηθοῦν οἱ Χριστιανοὶ καὶ νὰ ξεκινήσει ἕνας νέος κύκλος διωγμῶν καὶ ἀντεκδικήσεων ἐναντίον τους. Ἔτσι ἡ Νικομήδεια πλήρωσε φόρο χριστιανικοῦ αἵματος στοὺς διωγμοὺς αὐτούς, μὲ γνωστότερους Ἁγίους τοὺς Μάρτυρες: Ἄνθιμο, τὸν ἐπίσκοπό της (3 Σεπτεμβρίου), Παντελεήμονα τὸν ἰατρό (27 Ἰουλίου), Ἑρμόλαο, Ἕρμιππο καὶ Ἑρμοκράτη τοὺς ἱερεῖς (26 Ἰουλίου), Εὐλάμπιο καὶ Εὐλαμπία τοὺς αὐταδέλφους (10 Ὀκτωβρίου), Βαρβάρα καὶ Ἰουλιανή ἡ συναθλήσασα αὐτῇ (4 Δεκεμβρίου), Δισμυρίους καέντας (28 Δεκεμβρίου), Εὐφρασία (19 Ἰανουαρίου), Φώτιο καὶ Ἀνίκητο (12 Αὐγούστου), ὁμοζύγους Ἀδριανὸ καὶ Ναταλία (26 Αὐγούστου), Βασίλισσα (3 Σεπτεμβρίου) κ.ἄ. Αὐτὸ ἦταν τὸ πλαίσιο τῆς ἐποχῆς ποὺ ἔζησε ἡ Ἁγία.

Ἡ νεαρὴ Ἰουλιανή, προικισμένη μὲ ὀμορφιὰ καὶ γνώση, ὑπῆρξε κόρη πλουσίων ἀρχόντων τῆς Νικομηδείας. Ὁ πατέρας της ποὺ ὀνομαζόταν Ἀφρικανὸς ἦταν εἰδωλολάτρης, ἐνῷ ἡ μητέρα της βρισκόταν σὲ ἀναζήτηση πίστεως ἀνάμεσα στὶς θρησκεῖες τῆς ἐποχῆς. Ἄγνωστο τὸ πῶς, ἡ Ἰουλιανὴ εἱλκύσθη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπὸ τὰ νεανικά της χρόνια ἀσπάθηκε τὸν Χριστιανισμό. Ἡ θεία Χάρις ἐσκήνωσε στὴν καθαρή της καρδιὰ καὶ κατέστη δοχεῖο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸν χρόνο της δαπανοῦσε στὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη τοῦ θείου λόγου, τὴ φιλανθρωπία καὶ τὰ ἔργα ἀγάπης.

Ἦταν μόλις δεκαέξι ἐτῶν, ὅταν τὴν εἶδε ὁ συγκλητικὸς Ἐλεύσιος καὶ τὴν ἐρωτεύτηκε παράφορα. Τὴν ζήτησε γιὰ σύζυγό του ἀπὸ τοὺς γονεῖς της, ὁπότε καὶ βιαστικὰ ἔγινε ὁ ἀῤῥαβώνας, χωρὶς τὴν συγκατάθεση τῆς νέας, ἡ ὁποία ἔνιωθε τὴν καρδιά της νὰ χτυπάει μόνο γιὰ τὸν οὐράνιο Νυμφίο της, τὸν Χριστό. Ὡστόσο, ὁ Ἐλεύσιος βιαζόταν νὰ γίνει καὶ ὁ γάμος. Ἐκείνη, ἀπὸ τὴν ἄλλη, γιὰ νὰ ἀναβληθεῖ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ποὺ ἔνιωθε νὰ τὴν πιέζει ἀσφυκτικά, δήλωσε ὅτι θὰ δεχόταν νὰ γίνει ὁ γάμος, μόνον ἐὰν ὁ Ἐλεύσιος ἔπαιρνε προαγωγὴ καὶ γινόταν ἔπαρχος τῆς Βιθυνίας. Ἡ Ἁγία παρουσίασε ἔτσι τὸ θέμα, ὥστε νὰ φαίνεται σὰν ἁπλῆ κοσμική της ἐπιθυμία, ἐλπίζοντας ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ἀπέφευγε τὸν γάμο. Ὁ Ἐλεύσιος ἐργάστηκε ἐντατικὰ καὶ μέσῳ γνωριμιῶν καὶ δωροδοκιῶν κατάφερε σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα νὰ γίνει ἔπαρχος τῆς Νικομηδείας.
Χαρούμενος γιὰ τὸ κατόρθωμά του, πλησίασε τὴν κοπέλα ἐπιμένοντας γιὰ τὸν γάμο. Τότε, ἡ Μάρτυς κατάλαβε ὅτι πλέον δὲν μποροῦσε νὰ κρύβεται καὶ τοῦ ζήτησε νὰ γίνει Χριστιανὸς γιὰ νὰ τὴν παντρευτεῖ, δηλώνοντας ὅτι «εἶναι ἀδύνατον νὰ ἑνωθοῦν τὰ σώματα διὰ τοῦ γάμου, ὅταν οἱ καρδιὲς ἀντιμάχονται».

Ὁ Ἐλεύσιος τὴν κατήγγειλε στοὺς γονεῖς της ὡς Χριστιανὴ καὶ ἐπειδὴ αὐτοὶ δὲν κατόρθωσαν νὰ τῆς ἀλλάξουν τὴ γνώμη καὶ ἀπόφασή της, ὁ πατέρας της τὴν παρέδωσε σ’ ἐκεῖνον νὰ τὴν τιμωρήσει ὅπως ἤθελε. Ὁ Ἐλεύσιος ἔγινε λοιπόν, ἐκτὸς ἀπὸ μνηστήρας καὶ ὁ δήμιός της. Ἀφοῦ τὴν ἔσυρε στὸ μέσον τοῦ δικαστηρίου, τὴν ξεγύμνωσε καὶ διέταξε δεκαέξι στρατιῶτες νὰ καταξεσχίσουν τὸ σῶμά της. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία, ἐν μέσῳ φρικτῶν πόνων, συνέχιζε τὴν ἔμπυρη προσευχή της, προσδοκώντας τὰ ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Τότε τῆς παρουσιάσθηκε ὁ διάβολος μὲ μορφὴ Ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ, μιλώντας της μὲ πρᾳότητα καὶ γλυκύτητα, παρακινώντας την νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τὰ βασανιστήριά της. Ἡ Ἁγία, ἐπικαλουμένη τὴ δύναμη τοῦ Ἐσταυρωμένου, λύθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά της καὶ ἀμέσως ἅρπαξε στὰ χέρια της τὰ ἐργαλεῖα μὲ τὰ ὁποῖα κακοποιοῦσαν τοὺς καταδίκους καὶ ἄρχισε νὰ τὸν κτυπᾶ, ὅπως λίγα χρόνια νωρίτερα εἶχε πράξει ἡ Ἁγία Μεγαλομάρτυς Μαρίνα τῆς Πισιδίας (17 Ἰουλίου). Ἀκολούθως τὸν ἔδεσε μὲ τὴν ἁλυσίδα της σὰν σκυλὶ κι ἐκεῖνος ἀπεκάλυψε τὴν ταυτότητά του, ὁμολογώντας ὅτι ὑποκινεῖ τὶς μεγαλύτερες πτώσεις τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ τοῦ πρωτοπλάστου Ἀδάμ, λέγοντας: «ἐγὼ τὴν Εὔαν ἠπάτησα, ἐγὼ τὸν Κάϊν ἀδελφοκτόνον ἀπέδειξα, ἐγὼ τὸν Ἡρῴδην βρεφοκτόνον ἐποίησα, ἐγὼ τὸν Ἰούδαν προδότην καὶ ἑαυτοῦ φονευτὴν ἐνήργησα, ἐγὼ τοὺς Ἰσραηλίτας εἰδωλολάτρας ἀνέδειξα καὶ ἐγὼ τὸν σοφὸν Σολομῶντα ἐμώρανα καὶ παίγνιον ἔρωτος κατέστησα».

Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς πίστης της, ἡ Μάρτυς κατετρόπωσε τὸ τέχνασμα τοῦ ἀρχεκάκου διαβόλου, χτυπώντας καὶ καταπτύοντάς τον. Ὁπλίστηκε τότε μὲ νέα δύναμη καθὼς ἔβγαινε ἀπὸ τὴ φυλακή καὶ οἱ δήμιοί της τὴν παρουσίαζαν ἐκ νέου στὸν Ἐλεύσιο. Ἡ ἀμετάθετη γνώμη της ὑπὲρ τῆς πίστεώς της ἦταν ἡ αἰτία νὰ ὁδηγηθεῖ σὲ νέα μαρτύρια. Τὴν ἔῤῥιξαν μέσα σὲ ἀναμμένο καμίνι ὅπου κόχλαζε λιωμένο μολύβι. Ἐκείνη, ὅμως, ἡ μακαρία, ἀφοῦ ἔκανε τὸν σταυρό της, ἔνιωθε δροσιά, πιστεύοντας ὅτι εἰσέρχεται στὶς παραδείσιες αὐλὲς καὶ ὄχι στὴν καρδιὰ τοῦ πυρός. Παρέμενε ἀβλαβής, ἐνῶ ὅταν ἄγγιξε τὸ καζάνι, ἐκεῖνο ἀνετράπη καὶ ἀπὸ τὸ περιεχόμενό του κατεκάησαν οἱ δήμιοί της.
Αὐτὰ τὰ ἀλληλοσυνδεόμενα θαύματα ἔγιναν μπροστὰ σὲ ἀρκετὸ πλῆθος. Πεντακόσιοι ἄνδρες καὶ ἑκατὸν τριάντα γυναῖκες πίστεψαν στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ὁμολόγησαν ὅτι ἀσπάζονται τὸν Χριστιανισμό. Θυμωμένος ὁ Ἐλεύσιος, διέταξε τὴ σφαγὴ ὅλων καὶ μετ’ ὀλίγον καὶ τῆς Ἰουλιανῆς. Δύο χρόνια κράτησαν τὰ βασανιστήριά της, καὶ ἔτσι, στὰ δεκαοκτώ της, ἡ παρθένος Ἰουλιανὴ εἰσοδεύτηκε στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, συνοδευομένη ἀπὸ πλῆθος Μαρτύρων ποὺ πίστεψαν στὰ θαύματα ποὺ βίωσαν κοντά της.
Τὸ μαρτύριό της παρακολουθοῦσε ἀπὸ κοντὰ μία γυναίκα καταγόμενη ἀπὸ τὴ Ῥώμη, ἡ πλούσια καὶ ἔνδοξη Σοφία, ποὺ βρισκόταν στὴ Νικομήδεια γιὰ προσωπικές της ὑποθέσεις. Ἐκείνη παρέλαβε τὸ λείψανο τῆς Ἁγίας καὶ τὸ ἐνταφίασε μὲ τιμές. Ὅταν ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα της, ἀνήγειρε Ναὸ τῆς ἁγίας Ἰουλιανῆς, ἀντάξιο τῶν μαρτυρίων της. Ὁ Ἐλεύσιος ἀργότερα κατασπαράχθηκε ἀπὸ λιοντάρι, ὅταν βρέθηκε ναυαγὸς σὲ κάποιο ἄγνωστο νησί.

Τὸν «Ἑλληνικὸν Βίον» αὐτῆς συνέγραψε ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχὴ εἶναι: «Καὶ ἡ καλλίστη τῶν πόλεων, ἡ Νικομήδους φημί, Μαξιμιανοῦ τοῦ δυσσεβοῦς ἄρξαντος…» καὶ τὸ τέλος: «… ἔτος ιη΄ γενομένη· ἐβασίλευε δὲ τηνικαῦτα τῶν μὲν δυσσεβῶν Μαξιμιανός, ἡμῶν δὲ τῶν πιστῶν … Ἀμήν». Δημοσιεύεται στὸ P.G. 114, 1437 – 1452. Σῴζεται στὴ Μεγίστη Λαύρα, τὴ Μονὴ Ἰβήρων καὶ ἀλλοῦ. Βίο τῆς Ἁγίας παραδίδει καὶ ὁ Catal. Paris. 176 15 , καθὼς καὶ Catal. Vatic. 8964. Δημοσιεύεται δὲ στὰ Anal. Boll. 24 (1965) 2428, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχὴ εἶναι: «Τῆς εἰδωλολατρίας κρατούσης καὶ τοῦ διαβόλου φαιδρυνομένου …» καὶ τὸ τέλος: «… ὑπὸ θηρίων ἀγρίων καὶ ὀρνέων τὸ σῶμα αὐτοῦ κατεβρώθη (vel διεσκορπίσθη), ἐμαρτύρησε (vel ἐτελειώθη) δὲ ἡ Ἁγία … ἐπὶ Μαξιμιανοῦ τοῦ τυράννου καὶ Ἐλευσίου ἐπάρχου, κατὰ δὲ ἡμᾶς βασιλεύοντος … Ἀμήν».
Ἡ Ἁγία Ἰουλιανὴ τῆς Νικομηδείας ἐτιμᾶτο ἰδιαιτέρως στὴν Κωνσταντινούπολη. Ναός της ὑπῆρχε παρὰ τὸ μαρτύριον τῆς ἁγίας Εὐφημίας, «ἐν τῷ Πετρίῳ».
Τὸ ὄνομα «Ἰουλιανὴ» εἶναι λατινικὸ καὶ προέρχεται ἀπὸ «τὸ γένος Ἰουλία» ποὺ δηλώνει ἔνδοξη ῥωμαϊκὴ οἰκογένεια. Ἐδίδετο μὲ παράδοση ἄνω τῶν δύο αἰώνων σὲ μοναχὲς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κεχροβουνίου Τήνου, ἐνῷ δύο ἀδελφὲς ἐξ αὐτῶν ἀνεδείχθησαν ἡγουμένισσες, ἡ Ἰουλιανὴ Α΄ (Μαρτάκη, 1942-1947) καὶ ἡ Ἰουλιανὴ Β΄ (Ῥηγοπούλου, 1998-σήμερα). Ἰουλιανὴ ἐλέγετο καὶ ἡ τελευταία μοναχὴ καὶ Ἡγουμένη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίων Θεοδώρων Στρατιᾶς Κερκύρας († Ἰούλιος 2019).
Στὴν εἰκονογραφία ἡ Ἁγία παρουσιάζεται νὰ κρατάει στὸ χέρι σταυρὸ καὶ κλάδο φοίνικος ποὺ εἶναι σύμβολο νίκης κατὰ τοῦ θανάτου καὶ στὸ ἄλλο τὸν διάβολο ἀπὸ τὰ κέρατα ἢ νὰ τὸν χτυπάει ἢ νὰ τὸν σέρνει ἀπὸ ἁλυσίδες.
Στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γίνεται ἀναγραφὴ ἑπτὰ ἀκόμη Ἁγίων γυναικῶν ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα Ἰουλιανή.
1) Γνωστότερη ἐξ αὐτῶν φέρεται ἡ συναθλήσασα μὲ τὴν ἁγία Βαρβάρα μάρτυς Ἰουλιανή, ἡ ὁποία ἀναφέρεται τόσο στὸ συναξάριο ὅσο καὶ στὴν ὑμνολογία τῆς ἡμέρας τοῦ μαρτυρίου (4 Δεκεμβρίου) τῶν δύο Ἁγίων: «Ὅτε ἐν σταδίῳ τῷ φρικτῷ Ἰουλιανὴ διεσκόπει ἡ παμμακάριστος….», «Μίαν ἡ Βαρβάρα ἀληθῶς, Ἰουλιανή τε τὴν γνώμην….» κ.ἄ. (Στιχηρὰ Προσόμοια Ἑσπερινοῦ). Πρὸς τιμὴν αὐτῆς τῆς Ἁγίας Ἰουλιανῆς Ἀπολυτίκιο καὶ Παρακλητικὸ Κανόνα συνέθεσε ἡ Μοναχὴ Ἀναστασία, ἀδελφὴ τῆς Ἱ. Μ. Ἁγίου Ἰωάννου Μακρυνοῦ Μεγάρων. Ἡ ἀκροστιχίδα τοῦ Κανόνος εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἰουλιανὴν τὴν πάνυ ἐξαίρω ὕμνῳ. Ἀναστ.»

2) Ἰουλιανὴ καὶ Παῦλος: Ὑπῆρξαν ἀδελφοὶ κατὰ σάρκα καὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Πτολεμαΐδα τῆς Αἰγύπτου. Ἔζησαν καὶ ἔδρασαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Αὐρηλιανοῦ (270-275 μ.Χ.). Ὁ Παῦλος ἦταν νέος, ῥωμαλέος καὶ φλογερὸς κατὰ τὴν πίστη. Ἐργαζόταν ἱεραποστολικά, στηρίζοντας τὴν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ παντοειδῶς, μελετώντας τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἑρμηνεύοντας τὶς θεῖες Γραφές. Ἡ δραστηριότητά του αὐτὴ ἦταν ἡ αἰτία νὰ συλληφθεῖ καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ στὶς φυλακές. Ἀφοῦ τὸν βασάνισαν, τὸν κρέμασαν καὶ καταξέσχιζαν τὶς σάρκες του.
Σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση τὸν εἶδε ἡ Ἰουλιανή, ἡ ὁποία ἔξαλλη ἄρχισε νὰ φωνάζει, κατηγορώντας τοὺς δημίους. Ἀφοῦ τὴν συνέλαβαν, τὴν φυλάκισαν καὶ ἄρχισαν νὰ τὴν βασανίζουν. Ἀπὸ τὴν ἀγριότητα τῶν βασανιστηρίων δὲν ἄργησαν νὰ καμφθοῦν ἀκόμα καὶ οἱ δήμιοι, Κοδρᾶτος καὶ Ἀκάκιος. Αὐτοὶ λυπήθηκαν τὰ δύο ἀδέλφια καὶ σταμάτησαν τὸ ἀνόσιο ἔργο τους. Πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους. Ἔτσι τοὺς βασάνισαν καὶ τοὺς ἀπεκεφάλισαν οἱ συστρατιῶτές τους.
Τὸν Παῦλο καὶ τὴν Ἰουλιανὴ τοὺς ἔῤῥιξαν στὴ φυλακὴ καὶ ἄρχισαν ἐκ νέου νὰ τοὺς βασανίζουν. Ἐπειδὴ δὲ ἐπέμεναν στὴν πίστη τους διατρανώνοντας τὴν ὁμολογία τους, τοὺς κρέμασαν ξανὰ καὶ τοὺς χτυποῦσαν. Τότε πίστεψε στὸν Χριστὸ ἕνας ἀκόμη δήμιος, ὁ Στρατόνικος, ὁμολόγησε καὶ ἀκολούθως τὸν ἀπεκεφάλισαν. Μετὰ ἀπὸ λίγο, τὸ ἴδιο τέλος εἶχαν καὶ οἱ δύο Μάρτυρες. Ἡ μνήμη τους ἑορτάζεται τὴν 4η Μαρτίου.
Στίχοι:
Ὁ κείμενος μὲν Παῦλος,
ἡ δὲ κειμένη Ἰουλιανή,
σύγγονοι τετμημένοι.
Ἀκολουθία σὲ αὐτοὺς τοὺς Ἁγίους συνέθεσε ὁ βυζαντινὸς λόγιος Ἰωσὴφ ὁ Ὑμνογράφος. Ὁ Κανόνας τοῦ Ὄρθρου φέρει τὴν ἀκροστιχίδα: «Τὴν αὐτάδελφον αἰνέσω ξυνωρίδα. Ἰωσήφ» καὶ παραδίδεται ἀπὸ τοὺς Λαυρεωτικοὺς Κώδικες Δ25 καὶ Η76, τὸν Βατοπεδινὸ 1104 καὶ τὸν Παρισινὸ 341.6.20.

Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, καθὼς καὶ στὸ Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως ἐπαναλαμβάνεται ἡ μνήμη τους μὲ τὸ ἴδιο συναξάριο καὶ κατὰ τὴ 17η Αὐγούστου. Μάλιστα, στὸ Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ μνήμη τοῦ δεσμοφύλακος Στρατονίκου.
Γιὰ τὴ 17η Αὐγούστου, τέλος, ὁ Ἅγιος Νικόδημος συνέθεσε καὶ τὸ παρακάτω δίστιχο:
«Ἰουλιανή, Παῦλος, ἀδελφοὶ φύσει,
ὤφθησαν ὄντες καὶ ἀδελφοὶ τῷ ξίφει»
3) Ἰουλιανή, Ἀλεξανδρία, Κλαυδία, Εὐφρασία, Ματρώνα, Εὐφημία καὶ Θεοδοσία (ἢ Θεοδώρα).
Ὅλες οἱ θεόφρονες αὐτὲς γυναῖκες μαρτύρησαν στὸν ἐπὶ Μαξιμιανοῦ διωγμό (286-305). Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀμινσό, ὅπου ἔζησαν, ἔδρασαν καὶ ἐν τέλει μαρτύρησαν.
Ἐκμετροῦσαν τὶς ἡμέρες τους μὲ προσευχὴ καὶ μελέτη του θείου λόγου, ὁμολογώντας παντοῦ τὴν πίστη τους. Ὅταν ἐκλήθησαν ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου τους νὰ ἀπολογηθοῦν γιὰ τὴν ἰδιότητα καὶ δραστηριότητά τους, ἐκεῖνες δὲν δίστασαν νὰ τὸν ἐλέγξουν ὡς ἀπάνθρωπο καὶ νὰ τὸν ὀνομάσουν διαστρεβλωτὴ τῆς ἀλήθειας. Μὲ ἰδιαίτερη δὲ παῤῥησία καὶ διεξοδικὰ τοῦ ἐξέθεσαν τὰ τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Ὡς ἀπάντηση γιὰ τὸ θάῤῥος τους διέταξε νὰ τὶς δέσουν καὶ νὰ τὶς ξυλοκοπήσουν μὲ ῥαβδιά. Ἀκολούθως, καὶ ἀφοῦ τὶς ὑπέβαλαν σὲ μαστεκτομή, τὶς κρέμασαν, καταξέσχισαν τὰ σώματά τους καὶ ἐν τέλει τὶς ἔῤῥιξαν σὲ πυρακτωμένο καμίνι, ὅπου καὶ ξεψύχησαν προσευχόμενες. Ἡ μνήμη τους ἑορτάζεται στὶς 20 Μαρτίου.
Στίχοι:
Δηλοῖ γυναικῶν τῶν πεπυρπολημένων
ἀριθμὸς ἑπτὰ παρθένος τῶν παρθένων.
4) Ἰουλιανὴ καὶ Σατορνῖνος, ὁ υἱὸς αὐτῆς. Χωρὶς ἕτερο ὑπόμνημα ἐτελειώθησαν διὰ πυρός. Ἡ μνήμη αὐτῶν τελεῖται τὴν 22α Ἰουνίου. Ἡ σύναξή τους ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριό τους ποὺ ἔκειτο πλησίον τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, «ἐν τῷ Πετρίῳ».
Στίχοι:
Ἰουλιανὴν και τὸ ταύτης παιδίον
ἴουλον ἀνθοῦν ἄρτι πῦρ καταφλέγει.
5) Ἰουλιανὴ πλησίον τοῦ Στροβίλου. Χωρὶς συναξαριακὸ ὑπόμνημα καὶ δίστιχο. Προφανῶς πρόκειται γιὰ τὴ μάρτυρα τῆς 21ης Δεκεμβρίου. Σὲ αὐτὸ συνηγορεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ σύναξή της ἐτελεῖτο «ἐν τῷ Πετρίῳ», ὅπου καὶ εὑρισκόταν ὁ Στρόβιλος.
Ἀναφέρεται ὅτι ἡ μνήμη της ἑορτάζεται στὶς 18 Αὐγούστου. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος κάλυψε τὴν ὑμνολογικὴ ἀναφορὰ στὴν Ἁγία μὲ τὸ ἑξῆς δίστιχο:
«Ἰουλιανὴν ἦραν ἐντεῦθεν νόες
τῷ μαρτυρίῳ αἵματι κοσμουμένην»
6) Ἰουλιανὴ καὶ Κυρίαινα. Μαρτύρησαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ (286-305). Ἡ μὲν Κυρίαινα καταγόταν ἀπὸ τὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας, ἡ δὲ Ἰουλιανὴ ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Ῥωσῶν τῆς Κιλικίας.
Τὶς συνέλαβε ὁ ἡγεμόνας τῆς Κιλικίας Μαρκιανός, ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Οἱ στρατιῶτες τοῦ Μαρκιανοῦ ξύρισαν τὸ κεφάλι καὶ τὰ φρύδια τῆς Κυρίαινας καὶ τὴν κάθισαν γυμνὴ σὲ γαϊδουράκι, διαπομπεύοντάς την σὲ ὅλη τὴν πόλη. Κατόπιν τὴν μετέφεραν στὴν πόλη τῶν Ῥωσῶν καὶ τὴν ἔῤῥιξαν μαζὶ μὲ τὴν Ἰουλιανὴ στὴ φωτιά.
Ἡ μνήμη τους τελεῖται τὴν 1η Νοεμβρίου.
Στίχοι εἰς τὴν Κυρίαιναν:
Καὶ Κυρίαινα πρὸς τὸ πῦρ ἀποπνέει,
πάσης πνοῆς τιμῶσα Κύριον μέγαν.
Στίχοι εἰς τὴν Ἰουλιανήν:
Τῷ πρὸς σὲ φίλτρῳ, Σῶτερ, ἐκκεκαυμένη
Ἰουλιανὴ καῦσιν ἐκ πυρὸς φέρει.
7) Ἰουλιανὴ ἡ Ῥωσίς.
Ὑπῆρξε πριγκίπισσα τῆς πόλεως Βγιάζμα. Ὁ σύζυγος τῆς Ἁγίας Ἰουλιανῆς, πρίγκιπας Συμεὼν τοῦ Βγιάζμα, δολοφονήθηκε ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῆς περιφέρειας Σμολένσκ Γεώργιο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐρωτευθεῖ παράφορα τὴ νεαρὴ καὶ ὀνομαστὴ γιὰ τὴν ὀμορφιά της πριγκίπισσα Ἰουλιανή. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ὀμορφιά της, ἡ Ἰουλιανὴ ἦταν γνωστὴ καὶ γιὰ τὴν πίστη της στὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὴν ἠθικὴ καὶ ἐνάρετη ζωή της, ὥστε νὰ ἀντισταθεῖ στὶς ἀνήθικες προτάσεις καὶ ἀργότερα τὶς ἀπειλὲς τοῦ Γεωργίου. Ἦταν ψυχῇ τε καὶ σώματι κτῆμα Χριστοῦ.
Ὅταν ὁ Γεώργιος κουράστηκε ἀπὸ τὶς ἐπίμονες ἀρνήσεις της, τὴν κακοποίησε καὶ ἐν τέλει τὴν σκότωσε μὲ τσεκούρι, δίνοντας διαταγὴ νὰ ῥίξουν τὸ σῶμά της στὸν ποταμὸ Δνείπερο. Πλησίαζε τότε ἡ ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 1406.
Ἡ μνήμη της τελεῖται τὴν 21η Δεκεμβρίου.






Βιβλιογραφική πηγή