Η απόλυση του Ευαγγελιστή Ιωάννη και του Αγίου Προχόρου από την φυλακή, η εξορία στην Πάτμο και το θαύμα κατά τον πλουν

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, Ηγαπημένου Ιωάννου του Θεολόγου, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου ενός εκ των επτά Διακόνων.   

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/12/i-ekdioxi-apo-ton-nao-tis-artemidos-tou-kakou-pnevmatos-kai-i-metastrofi-ton-ellinon/

Οι δε λοιποί παραλαβόντες ημάς παρέδωκαν εις τον ανθύπατον (διοικητήν της πόλεως), έχοντες συμβοηθούντα αυτούς και Ιουδαίον τινά, Μαρεώνα ονόματι, ο οποίος μεγάλως ηγωνίζετο διά να θανατώσουν ημάς, και όστις εβεβαίωνε τον άρχοντα, ότι πραγματικώς υπάρχομεν μάγοι και ότι από την Καισάρειαν ήλθε βασιλικός άνθρωπος φέρων τας κατηγορίας των μαγειών ημών.

Και ταύτα ακούσας ο άρχων, διέταξεν ίνα κλεισθώμεν ημείς εις την φυλακήν, απέστειλε δε ανθρώπους προς ανεύρεσιν του κατηγόρου ημών, τον οποίον μετά κήρυκος (διαλαλητού) επί τρεις ημέρας αναζητήσαντες καθ’ όλην την πόλιν και ουδαμού ευρόντες αυτόν, είπεν ο άρχων· «Εγώ ξένους ανθρώπους, μη υπάρχοντος κατηγόρου ίνα βεβαιώση τας κατηγορίας, δεν δύναμαι ούτε ανέχομαι να τιμωρήσω ή να κρατώ εις την φυλακήν»· και αποστείλας απέλυσεν ημάς.

Όμως πολλοί της πόλεως κάτοικοι διετέλουν εν οργή διά την κατάπτωσιν του ναού της Αρτέμιδος και επειδή πολλά σημεία και τέρατα εγένοντο διά του [Ευαγγελιστού] Ιωάννου, ένεκα των οποίων πλήθος άπειρον λαού υπήκουσαν προσελθόντες εις την πίστιν του Χριστού, καταφρονήσαντες την λατρείαν των ειδώλων, διά τούτο δι’ αναφοράς κατοίκων τινών της Εφέσου ανεφέρθησαν πάντα ταύτα εις τον τότε βασιλέα της Ρώμης Δομετιανόν, όστις εβασίλευεν εκεί εν έτει πβ’ (82) μετά της προσθήκης, ότι εις τας μαγικάς τέχνας των καλουμένων Χριστιανών ακολουθήσαντες οι περισσότεροι των κατοίκων αθετούσι μεν τους νόμους των βασιλέων, καταφρονήσαντες δε και των μεγάλων θεών το σέβας, κατέστρεψαν τους επισημοτέρους και μεγαλυτέρους ναούς και τα ιερά αυτών.

Μέρος Γ’

α’. Τα καθ’ οδόν προς την εξορίαν θαύματα αυτού.

Ταύτα μαθών ο Δομετιανός απέστειλε δέκα αξιωματικούς μετά ικανού αριθμού στρατιωτών και διαταγής οριζούσης όπως εξορίσωσιν ημάς εις την νήσον Πάτμον [1], να εξετάσωσι δε ακριβώς περί της καταστάσεως των της πόλεως Εφεσου ναών και αρχαίων νομοθετημάτων και συνηθειών, και να αναφέρωσιν εις αυτόν περί πάντων τούτων. Προφθάσας όμως ο Κύριος δι’ οράματος εγνώρισε πάντα ταύτα προς τον Ιωάννην ειπών· «Πρέπει να πειρασθής και δοκιμασθής πολύ· και θα εξορισθής εις μίαν νήσον, η οποία έχει μεγάλην ανάγκην της παρουσίας σου». Μετ’ ολίγας λοιπόν ημέρας, ελθούσης της βασιλικής διαταγής, συνελήφθημεν υπό των απεσταλμένων αξιωματικών, οι οποίοι προς μεν τον Ιωάννην εφέρθησαν πολύ σκληρώς δέσαντες αυτόν διά σιδήρων και αλύσεων ασφαλώς, και λέγοντες· «Ούτος είναι ο μάγος ο δεινός ο ποιων τας μαγείας· εις εμέ δε πληγάς αρκετάς δώσαντες και φοβερισμούς πολλούς ειπόντες, με άφησαν ελεύθερον. Αφού ανήλθομεν εις το πλοίον, έκαστος εκ των στρατιωτών εξέλεξε το μέρος του, ημάς δε διέταξαν ίνα καθήμεθα εις το μέσον των στρατιωτών χάριν ασφαλείας· έδιδον δε εις ημάς καθ᾽ ημέραν εξ ουγγίας (225 γραμμάρια) άρτου, μίαν κοτύλην (300 περίπου γραμμάρια) όξους, και ένα ξέστην (900-1000 γραμμάρια) ύδατος, εκ των οποίων ολίγα τινά λαμβάνων ο Ιωάννης, έδιδε τα άλλα εις εμέ. Όμως οι αξιωματικοί ούτοι δεν ήθελον ίνα ταξιδεύση το πλοίον κατ᾽ ευθείαν προς την Πάτμον διά τινας σκοπούς ιδικούς των, αλλ’ εις έκαστον λιμένα σταθμεύοντες, εξώδευον αρκετόν καιρόν.

Την επομένην ημέραν της αναχωρήσεως ημών, ενώ εταξιδεύομεν, εκάθισαν οι αξιωματικοί μετά των στρατιωτών ίνα φάγωσιν, έχοντες πολυτελεστάτην τράπεζαν πλήρη διαφόρων φαγητών· αφού δε έφαγον και έπιον, ήρχισαν να παίζωσι και με φωνάς ατάκτους και κρότους να ανακράζωσι. Κατ’ εκείνην την ώραν εις εκ των στρατιωτών, νέος κατά την ηλικίαν, δραμών προς την πρώραν του πλοίου διά τινα υπηρεσίαν, εξ απροσεξίας έπεσεν εις την θάλασσαν· ήτο δε και ο πατήρ αυτού εντός του πλοίου, ο οποίος ιδών τον υιόν του πεσόντα εις την θάλασσαν, ηθέλησε να ρίψη και αυτός τον εαυτόν του εκ της πολλής του λύπης· όμως ημποδίσθη υπό των εντός του πλοίου συντρόφων του να πράξη τούτο.

Ήτο λοιπόν θρήνος μέγας και οδυρμός πολύς, εντός του πλοίου διά τον θάνατον του νεανίου· ελθόντες δε μερικοί εξ αυτών εις τον τόπον όπου εκαθήμεθα ημείς ησφαλισμένοι, λέγουσι προς τον Ιωάννην· «Ιδού, άνθρωπε, πάντες ημείς πενθούμεν διά το κακόν όπου έγινεν εις ημάς, και πως μόνον συ αντί να λυπήσαι έγινες πλέον ευθυμότερος;». Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιωάννης· «Και τι θέλετε ίνα ποιήσω;». Λέγουσιν εις αυτόν· «Ο,τι δύνασαι βοήθησον ημίν». Λέγει πάλιν ο Ιωάννης προς τον μεγαλύτερον εξ αυτών· «Ποίον θεόν προσκυνείς;» εκείνος δε απεκρίθη· «Τον Απόλλωνα, τον Δία και τον Ηρακλέα». Είτα λέγει προς τον δεύτερον· «Συ δε ποίον θεόν σέβεσαι;» απήντησεν εκείνος· «τον Ασκληπιόν, τον Ερμήν και την Ήραν»· και ούτω καθεξής έκαστος κατά σειράν ωμολόγει την πλάνην του. Λέγει λοιπόν προς αυτούς ο του Κυρίου Απόστολος· «Και οι τοσούτοι θεοί σας δεν δύνανται να παρουσιάσωσι πάλιν ζώντα τον πνιγέντα και σας να διαφυλάξωσι χωρίς λύπην;». Εκείνοι δε απεκρίθησαν· «Επειδή είμεθα αμαρτωλοί και δεν φυλάττομεν καθαρότητα προς αυτούς, διά τούτο μας τιμωρούσιν οι θεοί».

Λυπηθείς ο Ιωάννης διά τον πνιγμόν του στρατιώτου, και διά την πλάνην και την θλίψιν των εν τω πλοίω ευρισκομένων, είπε προς με· «Τέκνον Πρόχορε, εγείρου και δος εις εμέ την χείρα σου»· διότι ένεκα των σιδήρων διά των οποίων ήτο δεδεμένος, δεν ηδύνατο να εγερθή. Δώσας λοιπόν εγώ την χείρα μου προς αυτόν, ηγέρθη και εστάθη εις το χείλος του πλοίου, και κτυπήσας τα σίδηρα και στενάξας μετά δακρύων, είπε· «Ο Θεός των αιώνων, ο των απάντων δημιουργός, ου τω νεύματι πάσα η των κτισμάτων έπεται φύσις, ο μόνος παντοδύναμος και παμβασιλεύς, Ιησού Χριστέ, ο την προς ημάς και δι’ ημάς οικονομίαν πληρών, ο ευδοκήσας περιπατήσαι επί θαλάσσης ως επί εδάφους αβρόχοις ποσίν, ο επαγγειλάμενος ημίν αιτείν παρά σου ολοψύχως και λαμβάνειν μεγαλοδώρως· αυτός, Δέσποτα, παρά του σου Ιωάννου ικετευόμενος, τάχυνον εισακούσαί μου». Μόλις ετελείωσε την προσευχήν ταύτην ο Απόστολος, αίφνης γίνεται βρασμός της θαλάσσης μέγας, ώστε παρ’ ολίγον να κινδυνεύσωμεν πάντες, και εν μέγα κύμα υψωθέν εκ δεξιών του πλοίου έρριψε τον παίδα ζώντα παρά τους πόδας του Ιωάννου· τούτο ιδόντες οι άνθρωποι του πλοίου, πεσόντες επί πρόσωπον προσεκύνησαν αυτόν λέγοντες· «Αληθώς ο Θεός σου είναι Θεός ουρανού και γης και θαλάσσης». Έλυσαν λοιπόν εκ των αλύσεων τον Ιωάννην και είμεθα πλέον ελεύθεροι διάγοντες μετά μεγάλης προς αυτούς παρρησίας.

Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Σεπτέμβριος, τόμος 9ος.