(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, Ηγαπημένου Ιωάννου του Θεολόγου, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου ενός εκ των επτά Διακόνων.
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/11/evangelistis-ioannis-kai-prochoros-stin-efeso-to-technasma-tou-echthrou/
Ελθόντες οι στρατιώται εις τον τόπον εις τον οποίον εκάθητο προηγουμένως ο δαίμων εις σχήμα δικαστικού υπαλλήλου, καθώς προείπομεν, και μη ευρόντες αυτόν, περιέπεσον εις μεγάλην λύπην και στενοχωρίαν λέγοντες· «Επειδή δεν ευρίσκεται ο κατήγορος, ημείς ως συκοφάνται θα θεωρηθώμεν παρά του Διοσκορίδου· και τούτο δεν θα είναι χωρίς κίνδυνον δι’ ημάς, διότι είναι πολύ αυστηρός ούτος».
Επί πολλήν ώραν αναμείναντες εις το μέρος εκείνο οι στρατιώται, ήλθεν ο δαίμων εις το αυτό ως και πρότερον σχήμα και διηγήθησαν εις αυτόν πάντα όσα εποίησαν, και ότι οι ζητούμενοι ευρίσκονται εις την οικίαν του Διοσκορίδου. «Εάν λοιπόν έλθης και συ μεθ᾽ ημών, είπον, λαμβάνομεν [τους συλλαμβάνομεν. Τους Αποστόλου Ιωάννη και Πρόχορο τον μαθητή του] αυτούς».
Ο δε δαίμων ηκολούθησεν αυτούς κλαίων και οδυρόμενος δήθεν, και τους χάρτας βαστάζων της καταθέσεως και καταδίκης ημών· συνήχθη δε και λαός πολύς και προς πάντας τούτους εξηγείτο ο δαίμων εκείνα τα οποία προηγουμένως είχεν είπει προς τους στρατιώτας.
Ταύτα ακούσας ο λαός και πλησθείς θυμού, έδραμε με ατάκτους φωνάς εις την οικίαν του Διοσκορίδου, και κτυπώντες τας θύρας αυτής ισχυρώς, έκραζον λέγοντες· «Ή παράδος εις ημάς τους μάγους τούτους, ή και σε και τον οίκον σου θα κατακαύσωμεν· διότι αφού είσαι άρχων της πόλεως ταύτης, δεν πρέπει να υποστηρίζης και να ενισχύης τοιούτους μάγους και κακοποιούς ανθρώπους».
Βλέπων ο Ιωάννης την ορμήν και μανίαν του πλήθους, είπε προς τον Διοσκορίδην· «Ημείς, αδελφέ, ούτε διά χρήματα, ούτε διά τα σώματα ημών ενδιαφερόμεθα· διότι εδιδάχθημεν να βαστάζωμεν τον Σταυρόν καθ’ ημέραν και να ακολουθώμεν τον Χριστόν».
Είπε δε ο Διοσκορίδης· «Ιδού η οικία μου· ας αναφθή το πυρ και ας κατακαή μαζί με εμέ και τον υιόν μου, μόνον τον Χριστόν να κερδήσωμεν».
Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης· «Ούτε συ, ούτε ο οίκός σου ούτε έτερόν τι εκ των πραγμάτων σου θα απολεσθή· μόνον παράδος ημάς εις τους ανθρώπους τούτους».
Μη θέλοντος δε του Διοσκορίδου, ίνα παραδώση ημάς, είπε προς αυτόν ο Ιωάννης· «Η συγκέντρωσις αύτη του λαού εις αγαθόν θα οδηγήση τους περισσοτέρους εξ αυτών· έκβαλε λοιπόν ημάς εκ της οικίας σου και παράδος εις αυτούς· σεις δε ησυχάσατε εις τον οίκόν σας, και θα ίδητε την δόξαν του Θεού».
Καταβιβάσας λοιπόν ημάς εκ της οικίας του ο Διοσκορίδης, παρέδωκεν εις το πλήθος του λαού· κρατούμενοι δε υπ’ αυτών και συρόμενοι, διήλθομεν και εκ του ναού της Αρτέμιδος, περί του οποίου ηρώτησεν ο Ιωάννης· «Τίνος είναι ο μέγιστος ούτος ναός;» εκείνοι δε είπον· «Της Αρτέμιδος ιερόν είναι»· παρεκάλεσε δε ο Ιωάννης ίνα σταθώσιν ολίγον εις τον τόπον εκείνον· και υψώσας τας χείρας προς τον ουρανόν παρεκάλει τον Θεόν εκτενώς με στεναγμούς αλαλήτους, όπως καταπέση ο ειδωλικός εκείνος ναός, άνθρωπος όμως κανείς να μη πάθη κακόν.
Αμέσως δε επληρώθη η δέησις αυτού, και κατέπεσε το περισσότερον μέρος του ναού. Τότε ο Ιωάννης είπε προς τον δαίμονα τον παραμένοντα εις τον ναόν εκείνον της Αρτέμιδος· «Προς σε λέγω, το πνεύμα το ακάθαρτον, το παραμένον εις τον ναόν της Αρτέδος»· είπε δε ο δαίμων· «Τι είναι;».
Λέγει προς αυτόν ο του Κυρίου Απόστολος· «Ειπέ πόσους χρόνους έχεις όπου κατοικείς ενταύθα, και εάν συ τους στρατιώτας τούτους και τον λαόν εξήγειρας εναντίον ημών ομολόγησον»· ο δε δαίμων, βιαζόμενος υπό της θείας δυνάμεως, έκραξε· «Χρόνους μεν έχω ενταύθα διακοσίους τεσσαράκοντα εννέα, πάντας δε τούτους εγώ εξήγειρα εναντίον σας».
Είπε πάλιν προς αυτόν ο Ιωάννης· «Παραγγέλλω εις σε, εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, να μη κατοικήσης πλέον εις τον τόπον τούτον». Και ευθέως εξήλθεν ο δαίμων από της πόλεως.
Ταύτα ως είδε και ήκουσεν ο λαός, έλαβε πάντας αυτούς θάμβος και έκστασις, και οι περισσότεροι εξ αυτών κατ’ αυτήν την ώραν επίστευσαν εις τον Χριστόν όσοι ήσαν άξιοι σωτηρίας·
Συνεχίζεται
Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Σεπτέμβριος, τόμος 9ος.