Η Εκκλησία βλέπει τον χρόνο ως χώρο συνάντησης με την αιωνιότητα

Βρισκόμαστε στο κατώφλι μιας νέας χρονιάς. Λίγες μόνο ανάσες μας χωρίζουν από την αλλαγή του χρόνου. Οι τελευταίες μέρες του έτους πάντα φέρνουν ένα μείγμα συναισθημάτων: Νοσταλγία για όσα ζήσαμε, πικρία για όσα χάθηκαν, αλλά και ελπίδα για όσα μπορεί να φέρει το αύριο.

Σε μία ανάπαύλα από το βεβαρημένο πρόγραμμα των προηγούμενων ημερών, κοιτάζω το ημερολόγιο που αδειάζει και έχω την αίσθηση ότι μαζί του αδειάζει και κάτι μέσα μας, σαν να κλείνει ένας κύκλος που δεν τον προλάβαμε. Πώς πέρασε έτσι ο καιρός; Πότε πρόλαβαν αγαπημένα πρόσωπα να σκορπίσουν, οι αντοχές μας να μετριούνται; Μέρες, στιγμές, φωτογραφίες, μικρές λεπτομέρειες που έγιναν ολόκληρη ζωή, όλα μαρτυρούν ότι ο χρόνος κυλά σαν νερό και τίποτε δεν τον σταματά. Κι όμως, μέσα σ’ αυτή τη φευγαλέα ροή, αν σταθείς λίγο, αν δεν φοβηθείς τη σιωπή που φέρνει στην επιφάνεια τις εσωτερικές σου φωνές, αρχίζεις να νιώθεις πως υπάρχει ένα βαθύτερο νόημα, μια άλλη ανάγνωση του χρόνου, που δεν είναι ούτε απαισιοδοξία αλλά ούτε και ρομαντισμός.

Η Εκκλησία δεν μιλά για τον χρόνο σαν να είναι ένας αδυσώπητος τύραννος που μας τρώει, τον βλέπει ως χώρο συνάντησης με την αιωνιότητα. Αυτό είναι κάτι που, αν το αφήσεις να σ’ αγγίξει, αλλάζει τον τρόπο που πορεύεσαι κάθε μέρα. «Τοίς πάσιν χρόνος και καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν», διαβάζουμε στον Εκκλησιαστή. Δηλαδή, υπάρχει χρόνος και υπάρχει καιρός, υπάρχει διάρκεια και υπάρχει η κατάλληλη στιγμή, εκείνο το «τώρα» που δεν είναι απλώς δευτερόλεπτο, είναι πρόσκληση, είναι άνοιγμα, είναι ευθύνη. Και ο Απόστολος Παύλος το λέει με τρόπο σχεδόν αυστηρό, στην προς Εφεσίους Επιστολή του: «Εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισί». Δηλαδή, μην αφήνετε τον καιρό να σας φεύγει σαν να μην έχει βάρος, μην τον χαρίζετε εκεί που δεν αξίζει, γιατί οι μέρες έχουν πειρασμούς, έχουν αποσπάσεις, έχουν μια ύπουλη δύναμη να σε κάνουν να νομίζεις ότι ζεις ενώ στην πραγματικότητα απλώς αναλώνεσαι και καταναλώνεσαι.

Μία από τις πρώτες διδαχές που είχα διαβάσει στο Γεροντικό, είναι το: «Μπορείς να χάσεις χρήματα και να τα ξαναβρείς, μπορείς να χάσεις πράγματα και να τα αντικαταστήσεις, τον χρόνο όμως δεν τον ξαναγοράζεις». Όντως, ο χρόνος είναι η μία «περιουσία» που δεν επιστρέφεται. Κι όμως, αν μείνουμε μόνο σ’ αυτό, θα γίνουμε βαριοί, θα γίνουμε φοβισμένοι, θα ζήσουμε μ’ ένα άγχος να προλάβουμε. Η πίστη μας δεν είναι άγχος. Είναι εμπιστοσύνη. Πιστεύουμε σ’ έναν Θεό που δεν είναι μέσα στον χρόνο όπως είμαστε εμείς. Ο Χριστός είναι ο ίδιος «εχθές και σήμερον ο Αυτός και εις τους αιώνας». Αυτό, αν το καταλάβεις έστω λίγο, σου δίνει ένα απίστευτο στήριγμα: Ενώ όλα αλλάζουν, ενώ η ζωή μας περνά από εποχές, ενώ το σώμα φθείρεται και οι σχέσεις δοκιμάζονται, ενώ οι άνθρωποι γύρω μας μας προδίδουν, μας απογοητεύουν διαρκώς και μας εγκαταλείπουν, υπάρχει Ένας που δεν αλλάζει στην αγάπη Του, στην πίστη Του προς εμάς, στη δυνατότητα που δίνει στον κάθε έναν από εμας για νέα αρχή.

Και το συγκλονιστικό είναι ότι ο Θεός δεν έμεινε «μακριά» απ’ τον χρόνο μας. Μπήκε μέσα του. Έζησε ημερολόγιο, πείνα, κόπο, δάκρυ, αδικία, θάνατο. Αγίασε τον χρόνο με την Ενανθρώπηση Του, τον σφράγισε με τον Σταυρό, τον άνοιξε διάπλατα με την Ανάσταση. Γι’ αυτό και η Εκκλησία δεν πανικοβάλλεται μπροστά στην φθορά. Την κοιτά κατάματα, τη διαπερνά με ελπίδα. «Και ο θάνατος ουκ έσται έτι», όπως διαβάζουμε στην Αποκάλυψη. Δηλαδή ο θάνατος δεν θα υπάρχει πλέον. Δεν είναι εύκολη φράση να ειπωθεί, δεν παύει όμως να είναι υπόσχεση που εκπληρώθηκε με αίμα και αναστάσιμη ζωή.

Τώρα, αν αφήσεις τη θεολογία και πας στη φιλοσοφία, πάλι το ίδιο μυστήριο συναντάς. Τι είναι ο χρόνος; Όλοι μιλάμε γι’ αυτόν, κανείς δεν μπορεί να τον πιάσει. Είναι το πιο οικείο πράγμα και ταυτόχρονα το πιο άπιαστο. Το παρελθόν υπάρχει μόνο στη μνήμη, το μέλλον μόνο στην προσδοκία ή στον φόβο, το παρόν είναι μια λεπτή κλωστή που κόβεται αμέσως. Κι όμως, όλη μας η ζωή κρέμεται απ’ αυτήν την κλωστή. Η μνήμη είναι ευλογία και βάρος μαζί. Ευλογία, γιατί κρατά πρόσωπα ζωντανά, γιατί μας θυμίζει ρίζες, ποιοι είμαστε. Βάρος, γιατί μπορεί να μας φυλακίσει σε ενοχές, σε «αν», σε πράγματα που δεν διορθώνονται. Και το μέλλον είναι επίσης ευλογία και βάρος. Ευλογία, γιατί δίνει όνειρο, κίνηση, προσμονή. Βάρος, γιατί στην εποχή μας έγινε σχεδόν μόνιμη απειλή. Ποιος δεν νιώθει ότι ζει με ένα μόνιμο «και αν»; Και κάπου εκεί χάνεται το τώρα, όχι γιατί δεν περνούν οι μέρες αλλά γιατί ο άνθρωπος δεν προλαβαίνει να τις ζήσει.

Ακόμα και η επιστήμη, που πολλοί τη φαντάζονται ψυχρή, έρχεται και ραγίζει την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος είναι ένα ίδιο, κοινό, απόλυτο πράγμα για όλους. Η φυσική μας λέει ότι ο χρόνος «μεταχειρίζεται» διαφορετικά τα πράγματα όταν αλλάζει η ταχύτητα, όταν αλλάζει η βαρύτητα, όταν αλλάζει το πλαίσιο. Αυτό, χωρίς να το κάνουμε επίδειξη, μου αρέσει να το σκέφτομαι σαν μια υπενθύμιση ταπείνωσης: Δεν είμαστε οι απόλυτοι μετρητές του κόσμου, δεν είμαστε τα αφεντικά της πραγματικότητας, ο κόσμος είναι πιο βαθύς από τις βεβαιότητές μας. Και η νευροεπιστήμη λέει κάτι επίσης ανθρώπινο: Ο χρόνος μέσα μας δεν κυλά πάντα ίδιος. Όταν πονάς, ένα λεπτό γίνεται αιώνας. Όταν αγαπάς, μια ώρα γίνεται στιγμή. Όταν φοβάσαι, το μέλλον σε καταπίνει πριν καν έρθει. Όταν έχεις ειρήνη, ο χρόνος γίνεται χώρος όχι μονάδα μέτρησης. Δηλαδή, ο χρόνος δεν είναι μόνο ρολόι. Είναι εμπειρία. Είναι ψυχή. Είναι απόδειξη ύπαρξης.

Και έρχομαι τώρα στην ενότητα που με καίει και με απασχολεί περισσότερο: Την κοινωνική πραγματικότητα του σήμερα. Ζούμε σε μια εποχή που όλα τρέχουν. Έχουμε χίλια εργαλεία που υποτίθεται πως μας κερδίζουν χρόνο κι όμως στο τέλος της μέρας όλοι είμαστε εξαντλημένοι, σαν να μας κυνηγά κάτι αόρατο. Ειδοποιήσεις, ειδήσεις, μηνύματα, άγχος, σύγκριση, μια μόνιμη αίσθηση ότι αν δεν προλάβεις, μένεις πίσω. Ο νους σπάνια ησυχάζει. Και ξέρετε ποιο είναι το πιο οδυνηρό; Ότι πολλοί άνθρωποι, γυρνώντας το βράδυ στο σπίτι, νιώθουν πως η μέρα πέρασε χωρίς να τους ακουμπήσει. Χωρίς να έχουν κάνει κάτι ουσιαστικό. Όχι επειδή δεν δούλεψαν, δούλεψαν πολύ. Όχι επειδή δεν έτρεξαν, έτρεξαν περισσότερο κι απ’ όσο άντεχαν. Αλλά γιατί δεν κάθισαν απέναντι σε κάποιον χωρίς να κοιτάζουν το ρολόι. Γιατί δεν είπαν μια κουβέντα που έπρεπε να ειπωθεί. Γιατί άφησαν ένα «θα το πούμε αύριο». Γιατί δεν ζήτησαν συγγνώμη όταν έπρεπε. Γιατί δεν βρήκαν λίγο χρόνο να μείνουν μόνοι, στη σιωπή με τον εαυτό τους, όχι από πολυτέλεια αλλά από ανάγκη. Κι έτσι, ο σύγχρονος άνθρωπος γεμίζει τον χρόνο του με θόρυβο, για να μη χρειαστεί ν’ ακούσει αυτό που μέσα του ψιθυρίζει ότι κάτι του λείπει.

Η κοινωνία μας, μαζί μ’ όλα αυτά, λατρεύει τη νεότητα και τρέμει τη φθορά. Παλεύουμε να φανούμε «πάντα ίδιοι», ενώ μέσα μας αλλάζουμε, κουραζόμαστε, πληγωνόμαστε, ωριμάζουμε. Και πίσω απ’ αυτή την εμμονή κρύβεται ένας βαθύτερος φόβος: Ο φόβος του τέλους. Ο φόβος μήπως όλα είναι μια ευθεία γραμμή που κάποτε απλώς κόβεται. Αν το τέλος είναι τελείωμα, τότε ο χρόνος γίνεται άγχος και η ζωή πίεση. Αν όμως το τέλος είναι πέρασμα, τότε ο χρόνος γίνεται πορεία και η ζωή αποκτά νόημα. Αυτό ακριβώς μας λέει η πίστη μας. Δεν ωραιοποιεί τον πόνο, δεν αγνοεί τη φθορά, δεν προσπερνά τον θάνατο. Τον κοιτά κατάματα και λέει ότι ο Χριστός τον νίκησε. Κι αυτό δεν είναι λόγος παρηγοριάς για ν’ αντέχουμε απλώς. Είναι το έδαφος πάνω στο οποίο πατά ο άνθρωπος για να μη διαλυθεί όταν όλα γύρω του αλλάζουν.

Γι’ αυτό, τώρα που κλείνει ο χρόνος, δεν μου πάει η καρδιά για μεγάλα λόγια. Κρατάω μόνο ένα, που όσο μεγαλώνω κι εγώ, γίνεται πιο καθαρό μέσα μου: Η ζωή δεν μετριέται με το πόσα χωρέσαμε μέσα της αλλά με το αν σταθήκαμε αληθινά. Αν αγαπήσαμε, αν ευχαριστήσαμε, αν είπαμε την αλήθεια μας, αν κοιτάξαμε τον άλλον ως πρόσωπο και όχι ως «περίπτωση». Υπάρχουν χρονιές που φαίνονται πετυχημένες, γεμάτες πράξεις και τρεξίματα κι όμως μέσα τους είναι άδειες. Και υπάρχουν χρονιές δύσκολες, που σε λυγίζουν αλλά αν τις περάσεις με πίστη, υπομονή και ταπείνωση, βγαίνουν ευλογημένες.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μ’ εκείνη την πρακτικότητα που τον κάνει τόσο αληθινό, λέει: «Ου γαρ αι ημέραι ποιούσι τον βίον καλόν, αλλά ο τρόπος της ζωής». Ο χρόνος δηλαδή δεν αγιάζεται από την πρώτη ημέρα του έτους, ούτε από ρεβεγιόν, γλέντια και διασκεδάσεις αλλά από τον τρόπο που ζει ο άνθρωπος κάθε μέρα. Κι αυτό είναι μαζί δύσκολο και απλό. Δύσκολο, γιατί θέλει συνέπεια, θέλει διάκριση, θέλει ταπείνωση. Απλό, διότι το μόνο που ζητά είναι μια μικρή καθημερινή στροφή: Ν’ αγαπήσω λίγο περισσότερο, να θυμηθώ τον άλλον, να σωπάσω όταν πρέπει, να μιλήσω όταν πρέπει, να συγχωρήσω, να ελεήσω, να προσευχηθώ.

Και τώρα που πάμε να περάσουμε σε μια νέα χρονιά, εγώ δεν εύχομαι να «έρθουν όλα τέλεια». Δεν υπάρχουν τέλειες χρονιές. Εύχομαι κάτι πιο αληθινό: Να μάθουμε να μην περνάμε απλώς τις μέρες μας. Να βρίσκουμε χρόνο για τον άνθρωπο, για τη σχέση, για τη σιωπή, για την προσευχή, για την ευχαριστία. Να μη χαρίζουμε τις μέρες μας στην αγωνία και στον φόβο, σαν να μην έχουν βάρος. Να τις εμπιστευόμαστε στον Χριστό, Εκείνον που «καινά ποιεί τα πάντα», που μπορεί να πάρει ένα «δεν αντέχω άλλο» και να το κάνει νέα αρχή, μια πληγή και να τη μετατρέψει σε ήρεμη δύναμη, μια ήττα και να τη μεταβάλει σε μικρή ανάσταση.

Καλή και ευλογημένη χρονιά, εύχομαι σε όλους σας! Να μας βρει ο νέος χρόνος με λιγότερο θόρυβο και περισσότερη ανθρωπιά. Να μας βρει πιο ανθρώπους. Να μας βρει πιο κοντά στον Θεό. Και να θυμόμαστε κάτι που πάντοτε θα μας σώζει από την απελπισία: Δεν ξέρουμε τι θα φέρει το αύριο, ξέρουμε όμως Ποιος το κρατά στα χέρια Του.