Γράφει κάπου ο Χούσερλ στο πολύ ωραίο βιβλίο του για τον χρόνο: «Το ότι μια μελωδία προκύπτει από πολλούς τόνους που διαδέχονται ο ένας τον άλλο καθίσταται δυνατό μόνο χάρη στο ότι η ακολουθία των ψυχικών συμβάντων ενώνεται ‘απευθείας’ σε μια συνολική μορφή» (Για τη φαινομενολογία της συνείδησης του εσωτερικού χρόνου, Π.Ε. Κρήτης, Ηράκλειο 2020, σ. 115). Μπορούμε και παρακολουθούμε μια ωραία συναυλία επειδή οι τόνοι που ακολουθούν ο ένας τον άλλον, ενώνονται ψυχικά ακριβώς σε μια συνολική «μορφή». Θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για την μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων: πρόκειται για μια γιορτή-μελωδία, ίσως όχι την μεγαλύτερη, όπως λέγει ο Παπαδιαμάντης, αλλά την πιο χαριτωμένη. Η παρουσία του βρέφους γεννά την μουσική.

Ο Χριστός θα μπορούσε να έλθει κατευθείαν ως μεγάλος, ώριμος άνδρας, και να αρχίσει να κηρύττει στους ανθρώπους. Ήταν Θεός, ο Παντοδύναμος Γιαχβέ, μπορούσε να το κάνει κι αυτό. Αλλά κάνει ένα μεγάλο δώρο στους ανθρώπους: προτιμά να κατεβεί στη Γη ως παιδί. Το παιδί είναι ανίσχυρο, ευάλωτο, έχει την ανάγκη των «μεγάλων». Και ο Κύριος μας αποκαλύπτει πρώτη φορά σε αυτή τη μαγική συναυλία της ψυχής μας ότι είναι ευάλωτος, αδύναμος. Είναι ένα μυστήριο αυτό, που το νιώθει κάθε άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο και αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως παιδί. Το παιδί εξαρτάται από τους γονείς του και τα πρώτα χρόνια είναι παραδομένο σε αυτούς. Δείχνει στους γονείς του μεγάλη εμπιστοσύνη.
Όταν είσαι παιδί και βγαίνεις να πεις τα κάλαντα, καλό είναι να βρέχει. Ο παγερός αγέρας χτυπά τα μάγουλα των παιδιών, που κρατούν μια φάτνη, στο κέντρο της οποίας υπάρχει μια εικόνα της Γέννησης. Τότε είναι που καταλαβαίνεις καλά και συ ότι αυτό το παιδάκι της Φάτνης διάλεξε να έρθει αδύναμο κι ευάλωτο στον κόσμο. Μπορείς να μιλήσεις μαζί Του με άνεση, να Το εμπιστευθείς, να Του πεις όλα τα προβλήματά σου, αλλά όσο το κοιτάζεις, τόσο και περισσότερο σβήνει κάθε δικός σου λυγμός και απλώνεται μια χαρά, μια ειρήνη παντού, «η ειρήνη η πάντα νουν υπερέχουσα». Οι καλαντιστές δεν πτοούνται ούτε από το χιόνι, ούτε από το κρύο. Ίσα-ίσα που αντλούν περισσότερη δύναμη από αυτά, για να φωνάζουν το «Χριστός γεννάται σήμερον», αποδεικνύοντας ότι ο πιο ισχυρός είναι ο πιο ευάλωτος. Αυτή είναι μια πρώτη στιγμή της μελωδίας.
Κι έπειτα είναι μια δεύτερη στιγμή, όταν το φτωχό παιδί, αυτό που ωστόσο δεν νιώθει να μειονεκτεί σε τίποτε μπροστά στα πλουσιόπαιδα, βλέπει στο σχολείο, εκεί που μεταδίδεται η γνώση, καταμεσής, ένα πανύψηλο χριστουγεννιάτικο Έλατο. Δεν έχει στο δικό του σπίτι δέντρο, μόνο λίγα μπαλόνια που αιωρούνται εδώ κι εκεί, και τα γλυκά που φέρνει η γιαγιά. Εκεί που μεταδίδεται η γνώση, μέσα από τον σωρό των βιβλίων και των τετραδίων, τις γόμες και τις ξύστρες, υψώνεται ξαφνικά το πανύψηλο δέντρο- αληθινό έλατο. Το έφερε η Γνώση. Αυτό το νήπιο που περιμένει να μπει στη θέση του, στη φάτνη, δεν είναι εχθρός της Γνώσης. Είναι ο καλύτερος φίλος της. Και τι μαγεία να βλέπεις το δέντρο να στολίζεται. Κάθε μπάλα κι ένας νέος κρίκος στη μαγεία της μελωδίας, κάθε καμπανούλα κι ένα γλυκόλαλο τραγούδι, και ψηλά το αστέρι, όμορφο μέσα στην περίπλοκη μορφή του. Το χιόνι πολύ, έχει τυλίξει το δέντρο, από κάθε κλαδί κρέμονται κρύσταλλοι και λευκοί ιστοί μιας μαγικής αράχνης, βαμβάκι λευκό ίδιο με την αγνότητα, και στην βάση, ω, στην βάση! Η Φάτνη.
Το παιδί έχει δει πολλές φάτνες, αναγεννησιακές εικόνες της Γεννήσεως, με το Φως να φωτίζει τόσο όμορφα την Παναγία και το Βρέφος, άχυρα και ζώα τριγύρω, ωστόσο η Φάτνη του Σχολείου, η Φάτνη της Γνώσης είναι ωραιότερη. Ιεροτελεστία! Πολλοί στολισμοί στα πλουσιόσπιτα, μα το Σχολείο έχει κάτι το μεταφυσικό, καθώς οι μαθητές, υπό την καθοδήγηση του Δασκάλου, φροντίζουν να μην υπάρξει καμία παραφωνία στην όλη μελωδία του Ελάτου. Έχει ξεχαστεί πια ποιος είναι και ποιος δεν είναι «καλός» μαθητής, έχει ξεχαστεί και το πού μένει ο καθένας, και τώρα όλα μαζί τα παιδιά, σαν ένας άνθρωπος, αγαπούν τον δάσκαλο, ναι, τον αγαπούν πιο πολύ από κάθε άλλη φορά, θα τον αγαπούν για πάντα.
Δεν είναι δώρο του Θεού σε μας το ότι ο Ίδιος γεννήθηκε ως παιδί, δώρο Του είναι ότι όλοι ερχόμαστε στον κόσμο αυτόν ως παιδιά, ως νήπια, ως βρέφη. Και μπορεί κανείς να γυρίζει πίσω στην παιδική του ηλικία, όσο μεγάλος κι αν είναι –παράδοξο παιχνίδι του χρόνου. Ο Κύριος είπε «αν δεν γίνετε όπως αυτά τα παιδιά, δεν θα μπείτε ποτέ στην Βασιλεία των Ουρανών». Και ο Ίδιος έμεινε με μια έννοια πάντα παιδί. Για αυτό στα οράματα των Αγίων, πολλές φορές πάνω στο άγιο Δισκάριο, εμφανίζεται ο Κύριος ως το Εσφαγμένον Αρνίον, ως το παιδί που μελίζεται, ως το σφαττόμενον νήπιον. Και τα σημάδια του πάθους είναι πάνω στην Εικόνα της Γέννησης- σιγά σιγά θα μάθει το παιδί να βλέπει ότι αυτές οι φασκιές που εμποδίζουν τον Κύριο να κινηθεί είναι τα σουδάρια της ταφής Του.
Και θα τελειώσουμε με το πιο μαγικό, την μεταλαβιά. Το χωριό δεν είχε ιερέα, ερχόταν μόνο να λειτουργήσει κάποιος παπάς δυο τρεις φορές όλο τον χρόνο, εκτός από τους θερινούς μήνες, που υπήρχε ιερέας λόγω τουρισμού. Τον χειμώνα οι Άγιοι έστεκαν παγωμένοι πάνω στους τοίχους, αλιβάνιστοι, αλειτούργητοι, παραπονεμένοι, ακίνητοι και μελαγχολικοί, αυτοί και οι μυστικές δεήσεις τους προς τον Θεό- ποιος ξέρει τι να του ’λεγαν. Μα την παραμονή των Χριστουγέννων, το πρωί, όταν τα παιδιά πήγαιναν να πουν τα Κάλαντα, συμβούλευε η μητέρα «να περάσετε από την Εκκλησία για να κοινωνήσετε». Η πιο υπέροχη διακοπή της συναυλίας των Καλάντων. Ένα ποτάμι ξεχυνόταν μέσα στην εκκλησιά, όλο το χωριό ερχόταν να κοινωνήσει – και ο άγιος ιερομόναχος φώναζε «να είστε ξομολογημένοι». Ο ίδιος περιδιάβαινε και τα σχολεία και εξομολογούσε τους μικρούς μαθητές, που ένιωθαν τι θα πει ενοχή ακόμη και για τα μικροκαμώματά τους, αλλά όχι αρρωστημένη.
Το λοιπόν, τα παιδιά διέκοπταν τα κάλαντα και πήγαιναν να κοινωνήσουν. Η Εκκλησία ήταν φτωχική κι απεριποίητη, ωστόσο η θέρμη της Λειτουργιάς ήταν τόσο μεγάλη, που όλα φάνταζαν απίστευτα όμορφα. Κι όταν εμφανιζόταν το άγιο Ποτήριο, τότε τα μάτια τους έλαμπαν, γυάλιζαν, άστραφταν. Ω, τι σημαντικό είναι να πετάς μετά την Θεία Κοινωνία, τι σημαντικό είναι να παύεις να ακούς μελωδία αλλά να γίνεσαι εσύ ο ίδιος η Μελωδία.
Καλά Χριστούγεννα!