Ο «Χριστοκοπίδης» στην (παλιά) Αθήνα…

Γενικά, οι εκκλησίες των Ορθοδόξων που είναι αφιερωμένες στη Γέννηση του Χριστού, είναι δυσεύρετες. Μια τέτοια σπάνια περίπτωση αποτελεί ο Ιερός Ναός του «Χριστοκοπίδη» στην Αθήνα, στην οδό Χριστοκοπίδου 2.Bρίσκεται στου Ψυρρή, σε θέση όπου υπήρχε παλιότερα μια πιο μικρή εκκλησία των μεταβυζαντινών χρόνων, ανήκουσα στην επιφανή οικογένεια Κοπίδη, εξού και η ονομασία της (Χριστός του Κοπίδη).

Περί τα τέλη του 19ου αιώνα, λόγω της αύξησης του πλήθους των ενοριτών, στη θέση του προϋπάρχοντος ναού άρχισε να οικοδομείται η εκκλησία με τη σημερινή της μορφή (τρίκλιτη βασιλική με τρούλο), ενώ τα εγκαίνια έγιναν το 1912. Όπως στους Αγίους Αναργύρους και στον Άγιο Ελισσαίο, έτσι και στον Χριστοκοπίδη εκκλησιαζόταν ενίοτε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο οποίος έμεινε κατά καιρούς στις γειτονικές οδούς Τάκη, Σαρρή και Αριστοφάνους.

Μετά την απελευθέρωση ο Άρειος Πάγος στεγάστηκε προσωρινά στην εκκλησία του «Χριστοκοπίδη».

Aφιέρωμα του Σκιαθίτη διηγηματογράφου μας Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στον ναό της Γέννησης του Χριστού, είναι η τοιχογραφία του βορείου κλίτους η οποία εικονίζει τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο (www.iaath.gr)

Ιδιαίτερο αθηναιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα κείμενο του -τριτεξάδελφου του Παπαδιαμάντη- Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη, το οποίο παραμένει άγνωστο στο ευρύ αναγνωστικό κοινόκαι αναφέρεται μεταξύ άλλων και στον Χριστοκοπίδη. Στο άρθρο αυτό που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» την επομένη της μνήμης του Αγίου Στεφάνου (στις 28/12, δηλαδή, του 1901), δίνονται πληροφορίες για την τότε φτωχική γειτονιά, το εκκλησίασμα, την ψαλμωδία, το χριστουγεννιάτικο γιορτοφόρι:

«Την 6ην ώραν το βράδυ της εορτής, όσοι ηυτύχησαν να διέρχωνται από την συνοικίαν την πενιχράν του Χριστοκοπίδου και ήκουσαν την καμπανίτσαν του ξυλίνου ναού, του παναρχαίου και εξόχως τιμωμένου εν τη συνοικία ταύτη ναού του Χριστού, όστις τώρα μόλις τέλος πάντων κτίζεται εν καλώ σχεδίω δια συνεισφορών των Αθηναίων, εισήλθον και ηκροάσθησαν ένα λαμπρόν εσπερινὸν και ένα περίφημον «Θεοτόκε Παρθένε» από τον καλόν πρωτοψάλτην, τον τελειόφοιτον της φιλολογίας κ. Ι. Δούκαν, όστις, έχων περί εαυτόν και χορόν υπηχούντα, κατέθελξε τους ολίγους ευλαβείς, οι οποίοι έχουν τάξιμον κάθε χρόνον να προσκυνούν εις την αρχαίαν αυτήν εκκλησίαν. Η εκκλησία αύτη τιμάται με την Γέννησιν του Σωτήρος, αλλὰ πανηγυρίζει πάντοτε την δευτέραν ημέραν, ότε εορτάζεται η Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου, της αφθόρως τεκούσης τον Χριστόν…»

Κλείνοντας το εν λόγω δημοσίευμα, ο Μωραϊτίδης απευθύνει ένα κοινωνικό σχόλιο (αφόρμηση για πάντα επίκαιρους συνειρμούς και προβληματισμούς…)σχετικά με την οικονομική κατάσταση των Αθηναίων της εποχής, η οποία επέβαλε λελογισμένη κατανάλωση και διασκέδαση χωρίς υπερβολές, ακόμα και μεσούσης της εορταστικής περιόδου του Δωδεκαημέρου:

«Χθες δε τέλος, μετά μίαν καλήν διήμερον ανάπαυσιν, πολύ βραδέως και με πολλήν ανορεξίαν επανήρχισεν ο λαός τας εργασίας του, αν και είχεν διάθεσιν αγαθήν να τιμήσῃ αρκούντως και τον Άγιον Στέφανον, αλλ’ υπείκων εις την ανάγκην την κατεπείγουσαν να εξοικονομήση λεφτὰ δια την προεγγίζουσαν Πρωτοχρονιάν, δεν επεδόθη εις νέον νυχτέρι…»