Ο Όσιος Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας, Ο Άγγελος της Αμερικής

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

‘Εξι χρόνια από την κοίμησή του

Τα πρώτα χρόνια

Ο όσιος πατέρας μας Εφραίμ γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς στον Βόλο, στις 24 Ιουνίου του 1928, ημέρα της εορτής του Γενεσίου του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Λόγω της ιδιαίτερης αυτής ευλογίας, οι ευλαβείς γονείς του κατά την βάπτισή του έδωσαν στο παιδί τους το όνομα Ιωάννης, προς τιμήν του Τιμίου Προδρόμου. Από μικρό παιδί, ο Ιωάννης έδειξε μεγάλο πόθο για την πνευματική ζωή και στην πορεία του αυτήν προς τον Θεό είχε ως πρώτο οδηγό την ευλαβή μητέρα του, η οποία ήταν αγιασμένη ψυχή. Όταν ήταν ακόμη βρέφος, η μητέρα του έλαβε άνωθεν αποκάλυψη για την θεία κλήση του οσίου Γέροντος Εφραίμ. Το γεγονός αυτό περιέγραψε ο ίδιος ο όσιος Γέροντας:

«Η μητέρα μου ασκήτευε: νηστεία, αγρυπνία, προσευχή. Ήταν εξαιρετικά ενάρετος και φιλομόναχος άνθρωπος. Με είχε από κοντά, επειδή όταν ήμουν μωρό πληροφορήθηκε ότι θα μόναζα. Μια μέρα, εκεί που καθόταν και έκανε προσευχή, είδε ένα αστέρι που έφυγε από το σπίτι και πήγε προς το Άγιον Όρος. Και ακούει μια φωνή: “Από τα τρία παιδιά, αυτό το ένα θα ζήσει”. Το νόημα ήταν ότι το παιδί θα ζήσει κοντά στον Θεό».

Εκεί στην γενέτειρά του, στον Βόλο, εφημέριος ήταν ένας ιερομόναχος ο οποίος έζησε για κάποιο διάστημα κοντά στον Αγιορείτη όσιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή. Αυτός έγινε πνευματικός του Ιωάννη.

Ακούγοντας, λοιπόν, από αυτόν τις θαυμαστές διηγήσεις για τα υπεράνθρωπα ασκητικά κατορθώματα του οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού, ο μικρός Ιωάννης φλεγόταν από πόθο να πάει το συντομότερο κοντά στον όσιο Ιωσήφ, για να διδαχθεί από εκείνον την επιστήμη της μοναχικής τελειώσεως.

Ωστόσο, παρά τον πυριφλεγή του πόθο, ο πνευματικός του, γνωρίζοντας τις ασκητικές δυσκολίες του τυπικού του μεγάλου οσίου Ιωσήφ, δεν έδινε ευλογία στον μικρό Ιωάννη να πάει στο Άγιον Όρος προτού ωριμάσει αρκετά.

Αναγκασμένος, λοιπόν, να περιμένει το πλήρωμα του χρόνου, ο μικρός Ιωάννης δόθηκε στον αγώνα της βιοπάλης, για να βοηθήσει την φτωχή οικογένειά του. Εργαζόταν κυρίως στο ξυλουργείο του πατέρα του. Αναγκάσθηκε, μάλιστα, να διακόψει το Γυμνάσιο για να εργάζεται περισσότερο, διότι λόγω της γερμανικής κατοχής η πείνα στοίχιζε την ζωή σε πολλούς ανθρώπους.

Ο ίδιος έλεγε: «Από την ασιτία δεν μπορούσαμε να σταθούμε στα πόδια μας». Έτσι, πέρα από την εργασία στο ξυλουργείο του πατέρα του, ο Ιωάννης εργαζόταν και ως μικροπωλητής στην αγορά του Βόλου, πουλώντας κουλούρια, κινίνα, κουμπιά, σπίρτα και άλλα παρόμοια είδη.

Ο μικρός Ιωάννης ήταν παιδί αδύνατο και φιλάσθενο. Κινδύνεψε, μάλιστα, θανάσιμα όταν κάποια φορά αρρώστησε σοβαρά με πυρετό, χωρίς να μπορέσουν οι ιατροί της εποχής να διαγνώσουν την αιτία της ασθένειάς του. Η μεγάλη του όμως πίστη στον Θεό του έδινε την δύναμη να αγωνίζεται και να υπομένει με θάρρος κάθε δοκιμασία.

Έτσι, παρά τις χαλεπές δυσκολίες της ζωής του, όταν έφθασε στην ηλικία των 19 ετών μπόρεσε τελικά να πραγματοποιήσει τον μεγάλο του πόθο. Έλεγε ο όσιος Γέροντας για το μεγάλο αυτό γεγονός, το σημαντικότερο γεγονός της ζωής του: «Ευλογώ την ημέρα και την στιγμή που οδήγησε ο Θεός και Κύριός μου τα βήματά μου, με την υπόδειξη του πνευματικού μου και της οσίας μητέρας μου, στον Γέροντα Ιωσήφ».

Πράγματι, η ευλογημένη εκείνη ημέρα θα σφράγιζε πλέον την πορεία του οσίου Γέροντος Εφραίμ προς το τέρμα του αγιασμού.

Στο Άγιον Όρος

Ήταν 26 Σεπτεμβρίου του 1947, ημέρα της εορτής της Μεταστάσεως του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όταν ο νεαρός Ιωάννης πάτησε το πόδι του στο ιερό χώμα του Αγίου Όρους. Προς μεγάλη του έκπληξη, μόλις κατέβηκε στο λιμανάκι της Σκήτης της Αγίας Άννης, βρήκε έναν παππούλη να τον περιμένει.

Αυτός δεν ήταν άλλος από τον συνασκητή του οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού, τον αγιασμένο Γέροντα Αρσένιο.

«Δεν είσαι εσύ ο Γιαννάκης από τον Βόλο;» τον ρωτά ο γερο-Αρσένιος.

«Ναι, Γέροντα», απαντά ο νεαρός Ιωάννης, «αλλά πώς με ξέρετε;».

«Α, ο Γέροντας Ιωσήφ το ξέρει από τον Τίμιο Πρόδρομο. Του εμφανίσθηκε απόψε και του είπε: “Σου φέρνω ένα προβατάκι, βάλε το στην μάνδρα σου’’».

Ο όσιος Ιωσήφ διέμενε τότε στην Καλύβη του Τιμίου Προδρόμου στην Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης μαζί με την μικρή συνοδεία του, την οποία αποτελούσαν οι πατέρες Αρσένιος, Ιωσήφ (μετέπειτα Βατοπαιδινός) και Αθανάσιος, ο κατά σάρκα αδελφός του Γέροντος Ιωσήφ. Με την άφιξη του νεαρού Ιωάννη στον ποτισμένο εκείνο τόπο από ασκητικούς ιδρώτες και δάκρυα, άρχιζε γι’ αυτόν μια νέα ζωή, ζωή γεμάτη από σκληρούς αγώνες αλλά και από ευλογημένες εμπειρίες χάριτος. Αυτό, ωστόσο, που θα σημάδευε πάνω απ’ όλα την ζωή του ανεξίτηλα πλέον ήταν η σχέση που θα δημιουργούσε με τον όσιο Γέροντά του Ιωσήφ.

Συνεχίζεται

Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού 2019. Ευλογία Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου.