(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αφού λοιπόν αναχώρησαν από τη Ρώμη η Οσία Μελάνη και ο σύζυγος της Απελλιανός, επειδή ο έπαρχος ήταν φιλάργυρος, άρπαξε τα σπίτια τους και όσα υπάρχοντα τους είχαν απομείνει. Όμως, αμέσως τον βρήκε η οργή του Θεού· διότι έτυχε εκείνες τις ημέρες να πέσει πείνα και δεν βρισκόταν ψωμί στην αγορά.
Εξαιτίας αυτού ο κόσμος εξοργίστηκε και όλο το πλήθος, τρέχοντας εναντίον του, σκότωσε με βίαιο τρόπο τον άθλιο άνθρωπο.
Επίσης, μετά από λίγες ημέρες, επιτέθηκαν βάρβαροι και ερήμωσαν όσα βρίσκονταν έξω από την πόλη. Έτσι, φάνηκε ότι ήταν θέλημα Θεού που οι μακάριοι είχαν μοιράσει νωρίτερα τον πλούτο τους και τον είχαν «αποταμιεύσει» στον ουρανό, από όπου δεν μπορεί να κλαπεί.
Όταν έφυγαν από τη Μεσσήνη της Σικελίας για να πάνε στη Λιβύη και την Καρχηδόνα, σηκώθηκε δυνατός και άγριος άνεμος που τους ταλαιπωρούσε για μέρες. Κινδύνευαν μάλιστα τόσο πολύ, ώστε η μακαρία Μελάνη κατάλαβε ότι δεν ήταν θέλημα Θεού να πάνε εκεί που ήθελαν.
Διέταξε, λοιπόν, τους ναύτες να στρέψουν το τιμόνι και να πάνε εκεί που τους οδηγούσε ο άνεμος. Ταξιδεύοντας με ευνοϊκό άνεμο, έφτασαν σε ένα νησί το οποίο είχαν λεηλατήσει βάρβαροι, αιχμαλωτίζοντας πολλούς άνδρες, γυναίκες και παιδιά.
Για να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους, ζητούσαν τόσο πολύ χρυσάφι που ήταν αδύνατον να βρεθεί στο νησί· απειλούσαν μάλιστα ότι, αν δεν τους το έδιναν γρήγορα, θα έσφαζαν τους αιχμαλώτους και θα έκαιγαν το νησί.
Οι νησιώτες ήταν φτωχοί και δεν είχαν να δώσουν τόσα χρήματα, αλλά ο παντοδύναμος Θεός τους έστειλε με θαυμαστό τρόπο βοήθεια για να μη χαθούν άδικα.
Η Αγία τους έδωσε περισσότερα από όσα ζητούσαν· και όχι μόνο έδωσε το χρυσάφι που πήραν οι βάρβαροι, αλλά αφού ελευθέρωσε τους αιχμαλώτους, τους χάρισε επιπλέον πεντακόσια χρυσά φλουριά, καθώς και ψωμιά και άλλα τρόφιμα για να ευφρανθούν, ώστε να ξεχάσουν τις θλίψεις και τις συμφορές που πέρασαν.
Η Οσία Μελάνη τιμάται στις 31 Δεκεμβρίου.
Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας».