(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ο Όσιος Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας, Ο Άγγελος της Αμερικής
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/12/osios-gerontas-efraim-tis-arizonas-oso-esy-siopas-tora-toso-kai-tha-miliseis-argotera-en-meso-ekklisias/
Η ευχή ήταν το κέντρο της ζωής των πατέρων της συνοδείας του οσίου Ιωσήφ [του Ησυχαστή]. Έλεγε ο όσιος στους υποτακτικούς του: «Μόλις ανοίξετε τα μάτια, αμέσως την ευχή. Μην αφήσετε το μυαλό σας να πετάει εδώ και εκεί και χάνετε την ώρα σας, που είναι πολύτιμη για την ευχή. Όταν έτσι βιάσετε τον εαυτό σας, θα σας βοηθήσει και ο Θεός να γίνει μία αγία συνήθεια με το άνοιγμα των ματιών η προσευχή να παίρνει την πρώτη θέση για όλη την ημέρα».
Πράγματι, το κάθε λεπτό της κάθε ημέρας ήταν βυθισμένο στην επίκληση του θείου ονόματος του Χριστού. Και έτσι, οι μέρες και τα χρόνια κυλούσαν μέσα στην ειρήνη του Θεού και την ασκητική βία για την κατάκτηση της ουράνιας βασιλείας, η οποία αποτελούσε τον μοναδικό στόχο της μικρής αδελφότητος του οσίου Ιωσήφ.
Οι νέοι πατέρες ακολουθούσαν με μαρτυρική αυταπάρνηση την ασκητική οδό που βάδιζε και χάραζε μπροστά τους ο άγιος Γέροντάς τους. Παρά ταύτα, το κλίμα και η δύσβατη τοποθεσία της Καλύβης του Τιμίου Προδρόμου στην Μικρά Αγία Άννα συνέβαλαν στον κλονισμό της υγείας τόσο των νεαρών μοναχών όσο και του ίδιου του Γέροντος Ιωσήφ.
Έτσι, μετά από προσευχή και πληροφορία από τον Θεό, το 1953, ο Γέροντας Ιωσήφ εγκαταστάθηκε με την συνοδεία του στην Νέα Σκήτη, στην Καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
Έξι χρόνια αργότερα, το 1959, ο Γέροντας Ιωσήφ ασθένησε βαριά, και έγινε πλέον φανερό ότι σύντομα θα ερχόταν η ώρα που τόσο πολύ επιθυμούσε, η ευλογημένη ώρα της αναχωρήσεώς του για να συναντήσει τον Χριστό.
Κατανοώντας ότι ο Γέροντάς του βρισκόταν προς το τέλος της ζωής του, ο πατήρ Εφραίμ ήθελε να μάθει από τον ίδιο αν τον είχε αναπαύσει ως υποτακτικός. Παρ’ όλο που γνώριζε και η καρδιά του τον πληροφορούσε για την μεγάλη πατρική αγάπη που είχε γι’ αυτόν ο Γέροντάς του, ήθελε να γευθεί και την ανθρώπινη επιβεβαίωση σαν μια τελευταία παρηγοριά πριν την αναχώρηση του οσίου πατρός του για τον ουρανό.
Διηγήθηκε, λοιπόν, ο όσιος Γέροντας Εφραίμ σχετικά:
«Στην αρχή της υποταγής μου, μού είχε πει ο Γέροντας το πατερικό: “Ανάπαυσες τον Γέροντά σου, ανάπαυσες τον Θεό”. Σαν άκουσα αυτόν τον λόγο, τον έβαλα στόχο στην ζωή μου και προσευχόμουν κάθε ημέρα: “Αξίωσέ με, Θεέ μου, να έχω την ευχή του”.
Διακόνησα τον Γέροντά μου μέχρι την τελευταία του αναπνοή και έκανα το παν για να πετύχω αυτόν τον σκοπό. Ο Γέροντας μάς αγαπούσε πάρα πολύ, αλλά σπανίως το έδειχνε. Επαινετό λόγο εύκολα δεν ακούγαμε από το στόμα του. Τις τελευταίες στιγμές, λοιπόν, ήθελα να ξέρω: “Τα κατάφερα ή όχι;” Άσχετα τι μου έλεγε η συνείδησή μου, εγώ ήθελα να το ακούσω από τον ίδιο τον Γέροντα.
Έτσι, πήρα το θάρρος και τον ρώτησα:
– Γέροντα, ζούσα όλα μου τα χρόνια με την επιθυμία νύχτα-μέρα να σας αναπαύσω, και γι’ αυτό ό,τι έκανα, το έκανα για σας. Χάριτι Θεού, πέτυχα;
– Όπως με ανέπαυσες, παιδάκι μου, ο Θεός να σε αναπαύσει, μου απάντησε.
Ε, αυτό ήταν για μένα η μεγαλύτερη ευτυχία!
Και τότε τον ρώτησα:
– Γέροντα, θα μου κάνετε καμιά προσευχή τώρα;
– Έλα, παιδί μου, σκύψε το κεφαλάκι σου.
Με αγκάλιασε, πήρε το κεφάλι μου πάνω στο στήθος του και έβαλε τα χεράκια του πάνω. Με σταύρωσε, με σταύρωσε, με σταύρωσε και μου είπε πολλές δικές του ευχές, βγαλμένες μέσα από την καρδιά του. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη αμοιβή όλων των κόπων της υπακοής μου».
Συνεχίζεται
Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού 2019. Ευλογία Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου.