Όσιος Σίμων ο Μυροβλήτης, Ο αστήρ της Νέας Βηθλεέμ

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

 Έμεινε λοιπόν πάλιν εις το σπήλαιον ο ιερός Σίμων (καθώς και ο μέγας Αντώνιος εις το μνήμα), αγωνιζόμενος πολλούς χρόνους και υπομένων πάσαν κακοπάθειαν, και πολλοί από πολλά μέρη του Όρους επήγαιναν εις αυτόν ου γαρ δύναται, κατά το θείον λόγιον, πόλις κρυβή ναι επάνω όρους κειμένη”), και ωφελούντο ψυχή τε και σώματι· διότι και διακρίσεως χαρίσματι επλούτει, διά να εξηγή τας θείας Γραφάς και να δίδη και άλλας ψυχωφελείς συμβουλάς, και προορατικού χαρίσματος αξιωθείς, επρόλεγε τα μέλλοντα.

Πλην, αυτός εις ταύτα παντελώς δεν ηρέσκετο ούτε ευχαριστείτο, μισώντας ως ταπεινόφρων την εξ ανθρώπων τιμήν και αποφεύγον τας την ενόχλησιν των πολλών, επειδή του εγίνετο εμπόδιον εις την ησυχίαν του διά το οποίον αίτιον, και διελογίζετο να αναχωρήση εις τόπον ερημικώτερον.

Αλλ’ ο Θεός οπού προνοεί και φροντίζει διά την κοινήν ωφέλειαν των ανθρώπων, τον εμπόδισεν από τον τοιούτον σκοπόν, με το μέσον της παναχράντου αυτού Μη-τρος· και τι λογής, έρχομαι να το διηγηθώ και προσέχετε, ότι κατά αλήθειαν, πολλής προσοχής είναι άξιον.

Εκεί οπού μίαν νύκτα προσηύχετο ο Όσιος, βλέπει πάλιν το σπήλαιον γεμάτον από φωτοχυσίαν θεϊκήν, και αισθάνετο πολλήν ευωδίαν, και ελάμβανε πνευματικήν ευφροσύνην· ακούει δε και θείαν φωνήν οπού του έλεγεν έτζι· “Σίμων, Σίμων, φίλε πιστέ και λάτρι του Υιού μου, μη αναχώρει των ώδε, ότι εις φως τέθεικά σε μέγα, και μέλλω να δοξάσω τον τόπον τούτον με το όνομά σου”.

Ο δε ταπεινότατος Σίμων, δεν πιστεύει εις την οπτασίαν φοβείται μήπως είναι τέχνη του πονηρού και παγίδα· διότι έτρεμε πολλά τον λόγον οπού λέγει ο Απόστολος, ότι ο αρχέκακος μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός δι’ αυτήν την αιτίαν είχε πάλιν τον ίδιον σκοπόν, και εστοχάζετο πάλιν που να υπάγη να ησυχάση.

Ήσαν δε τότε ημέραι οπού επλησίαζεν η εορτή των Γενεθλίων του Σωτήρος Χριστού· και μίαν νύκτα προβαίνοντας έξω από το σπήλαιον, βλέπει ένα θέαμα φοβερόν· του φαίνεται ωσάν να εχωρίζετο ένας αστήρ από τον ουρανόν, και εστέκετο επάνω εις την αντικρύ πέτραν, όπου είναι τώρα κτισμένον το σεβάσμιον μοναστήριον [η Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα Αγίου Όρους] · αυτήν την οπτασίαν πολλές νύκτες την έβλεπεν ο Αγιος, αλλά, καθώς είπομεν, εφοβείτο μήπως είναι καμμία πλάνη του εχθρού· ωστόσον, ήλθεν αυτή η κυρία νύκτα των Γενεθλίων του Χριστού, και τότε δεν βλέπει μόνον τον αστέρα, ότι κατέβη άνωθεν και εστάθη αντικρύ επάνω της πέτρας, αλλά ακούει και θείαν φωνήν οπού του έλεγεν έτζι· εδώ πρέπει να θεμελιώσης, ω Σίμων, το κοινόβιον σου και να σώσης ψυχάς, και πρόσεχε καλώς· μην απιστήσης, ως πρότερον, εγώ θέλω είμαι βοηθός σου βλέπε, μη αμφίβαλε, διά να μη πάθης κανένα κακόν”.

Ακούει δε την θείαν ταύτην και αγγελικήν φωνήν τρεις φορές, οπού έλεγε τα αυτά λόγια όθεν γίνεται όλος έντρομος και ενθουσιών, και του εφαίνετο (καθώς έλεγεν αυτός ύστερον εις τους μαθητάς τους, ότι ευρέθη εκεί εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας μαζί με τους ποιμένας, και ήκουε μελωδίαν αγγελικήν οπού έψαλλον εκείνα τα θεοχαρίτωτα λόγια· “δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία· μη φοβήσθε υμείς, ιδού ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ”.

Τότε λέγει, άρχισε να μου φεύγη ο τρόμος και η έκστασις και ευφραινόμην πνευματικώς, ωσάν να έβλεπα παρούσαν την Δέσποιναν Θεοτόκον και τον δίκαιον Ιωσήφ με τους υιούς του, και τον Κύριόν μας νήπιον εσπαργανωμένον μέσα εις την φάτνην.

Απόσπασμα από το βιβλίο, ο «Βίος του Αγίου Σίμωνος του Αθωνίτου», έκδοση Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, Σιμωνοπετρίτικα 1.