(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Βασιλειών Α’ (Μασ. Σαμουήλ Α’)
Α’ Βασιλέων 17
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/12/profitis-samouil-o-theos-den-vlepei-opos-vlepoun-oi-anthropoi-o-anthropos-vlepei-to-prosopon-o-theos-vlepei-tin-kardian/
Α Βασ. 17,1 Οι Φιλισταίοι συνήθροισαν τα στρατεύματά τους προς πόλεμο κατά των Ισραηλιτών, συγκεντρώθηκαν στη Σοκχώθ της Ιουδαίας και εκεί στρατοπέδευσαν στην Εφερμέμ, ανάμεσα στη Σοκχώθ και την Αζηκά.
Α Βασ. 17,2 Ο δε Σαούλ και οι στρατιώτες του Ισραήλ συγκεντρώθηκαν και στρατοπέδευσαν στην κοιλάδα. Παρατάχθηκαν δε απέναντι από τους Φιλισταίους, έτοιμοι για τη μάχη.
Α Βασ. 17,3 Έτσι οι Φιλισταίοι βρίσκονταν στην πλαγιά του ενός βουνού, οι δε Ισραηλίτες στην πλαγιά του άλλου, ενώ ανάμεσά τους υπήρχε η κοιλάδα.
Α Βασ. 17,4 Από την παράταξη των Φιλισταίων εξήλθε ένας ανήρ ισχυρός ονομαζόμενος Γολιάθ, καταγόμενος από την πόλη Γεθ, του οποίου το ύψος του σώματος ήταν δυόμισι περίπου μέτρα.
Α Βασ. 17,5 Στην κεφαλή του έφερε περικεφαλαία, στο δε στήθος του είχε φορέσει αλυσιδωτό θώρακα. Αυτός ο θώρακας ήταν κατασκευασμένος από σίδηρο και χαλκό, το δε βάρος του ήταν πενήντα περίπου χιλιόγραμμα.
Α Βασ. 17,6 Στα πόδια του φορούσε χάλκινες περικνημίδες και στον ώμο του έφερε ασπίδα χάλκινη.
Α Βασ. 17,7 Ο κοντός του δόρατός του ήταν χονδρός και μεγάλος σαν το αντί του υφαντού. Η σιδερένια λόγχη του ζύγιζε έξι και πλέον κιλά. Ο οπλοφόρος του προπορευόταν από αυτόν.
Α Βασ. 17,8 Σταμάτησε λοιπόν αλαζονικός ο Γολιάθ και εκραύγασε με φωνή μεγάλη στο στρατόπεδο των Ισραηλιτών και είπε προς αυτούς· “Γιατί εξήλθατε να παραταχθείτε εναντίον μας; Εγώ δεν είμαι Φιλισταίος και εσείς δεν είστε Εβραίοι με τον βασιλέα Σαούλ; Εκλέξτε ένα άνδρα, για να αντιπαραταχθεί αυτός εναντίον μου.
Α Βασ. 17,9 Εάν αυτός τολμήσει και μπορέσει να μονομαχήσει μαζί μου και με καταβάλει, εμείς οι Φιλισταίοι θα είμαστε δούλοι δικοί σας. Εάν όμως εγώ φανώ ισχυρότερος από αυτόν και τον καταβάλω, εσείς θα είστε δούλοι σε εμάς και θα μας υπηρετείτε πάντοτε”.
Α Βασ. 17,10 Ο Φιλισταίος αυτός πρόσθεσε ακόμη· “Ιδού, εγώ σήμερα υβρίζω και προκαλώ την παράταξη του Ισραήλ κατά την ημέρα αυτή. Δώστε ένα άνδρα και να μονομαχήσουμε οι δύο μας”.
Α Βασ. 17,11 Ο Σαούλ και όλοι οι Ισραηλίτες άκουσαν τα αλαζονικά αυτά λόγια του αλλοφύλλου, κατεπλάγησαν και τρόμαξαν πάρα πολύ.
Α Βασ. 17,12 Είπε τότε ο Δαυίδ, υιός ανθρώπου Εφραθαίου· αυτός καταγόταν από τη Βηθλεέμ της Ιουδαίας και ονομαζόταν Ιεσσαί. Είχε δε οκτώ υιούς. Ο άνθρωπος αυτός ο Ιεσσαί κατά τις ημέρες του Σαούλ ήταν ο γεροντότερος μεταξύ των Ισραηλιτών.
Α Βασ. 17,13 Οι τρεις μεγαλύτεροι υιοί του Ιεσσαί είχαν μεταβεί στον πόλεμο, τον οποίον διεξήγε ο Σαούλ εναντίον των Φιλισταίων. Τα ονόματα των τριών αυτών παιδιών, οι οποίοι είχαν πορευθεί στον πόλεμο, ήταν· Ο πρωτότοκος Ελιάβ, ο δευτερότοκος Αμιναδάβ και ο τρίτος Σαμμά.
Α Βασ. 17,14 Ο δε Δαυίδ ήταν ο νεότερος από όλους. Οι τρεις μεγαλύτεροι ακολούθησαν τον Σαούλ για τον πόλεμο.
Α Βασ. 17,15 Ο Δαυίδ είχε αναχωρήσει από τη βασιλική αυλή του Σαούλ, επέστρεψε στην πατρίδα του τη Βηθλεέμ, όπου έβοσκε τα πρόβατα του πατρός του.
Α Βασ. 17,16 Ο αλλόφυλος, αυτός ο Φιλισταίος, προχωρούσε εμπρός από το στράτευμα των Φιλισταίων με στάση προκλητική κάθε πρωί και κάθε βράδυ. Τούτο διήρκεσε επί σαράντα ημέρες.
Α Βασ. 17,17 Είπε δε ο Ιεσσαί στον Δαυίδ τον υιόν του· “Πάρε ένα οιφί (είκοσι περίπου κιλά) χονδραλεσμένο σιτάρι ή κριθάρι και τους δέκα αυτούς άρτους και πήγαινέ τα προς τους αδελφούς σου, οι οποίοι βρίσκονται στον πόλεμο.
Α Βασ. 17,18 Επίσης πάρε και δέκα κομμάτια τυρί, τα οποία θα προσφέρεις ως δώρο στον χιλίαρχο. Να δεις πως έχουν οι αδελφοί σου και θα μάθεις αν χρειάζονται τίποτε”.
Α Βασ. 17,19 Ο ίδιος ο Σαούλ και όλος ο ισραηλιτικός στρατός βρίσκονταν στην κοιλάδα της δρυός, σε πόλεμο εναντίον των Φιλισταίων.
Α Βασ. 17,20 Ο Δαυίδ σηκώθηκε πολύ πρωί, παρέδωσε προσωρινώς τα πρόβατά του σε κάποιον φύλακα, πήρε τα τρόφιμα και αναχώρησε σε συνάντηση των αδελφών του, όπως τον είχε διατάξει ο πατέρας του ο Ιεσσαί. Ήλθε στο οχύρωμα τη στιγμή, κατά την οποίαν μία στρατιωτική δύναμη έβγαινε από το στρατόπεδο, για να παραταχθεί σε μάχη και κραύγαζαν τις πολεμικές τους ιαχές.
Α Βασ. 17,21 Οι Ισραηλίτες από το ένα μέρος και οι Φιλισταίοι από το άλλο παρατάχθηκαν κατά τμήματα για τον πόλεμο.
Α Βασ. 17,22 Ο Δαυίδ άφησε τις αποσκευές του σε έναν φύλακα, για να τις φυλάττει, έτρεξε εμπρός στην πρώτη γραμμή. Και όταν ήλθε εκεί ρώτησε τους αδελφούς του τι κάνουν, πώς είναι.
Α Βασ. 17,23 Ενώ αυτός συνομιλούσε με τους αδελφούς του, ιδού ο γίγας εκείνος εν μέσω των στρατευμάτων Ισραηλιτών και Φιλισταίων εμφανίστηκε και ανέβαινε προκλητικώς. Ο Φιλισταίος αυτός ονομαζόταν Γολιάθ και καταγόταν από τη Γεθ, από το στρατόπεδο των Φιλισταίων. Αυτός λοιπόν μίλησε υβριστικώς και εμπαικτικώς, όπως συνήθως, εναντίον των Ισραηλιτών. Ο Δαυίδ άκουσε τα αλαζονικά εκείνα λόγια.
Α Βασ. 17,24 Όλοι οι Ισραηλίτες όταν είδαν τον Φιλισταίο αυτόν, τράπηκαν σε φυγή, διότι φοβήθηκαν πάρα πολύ.
Α Βασ. 17,25 Κάποιος Ισραηλίτης, (κήρυκας ίσως του βασιλέως), είπε· “Είδατε αυτόν τον άνδρα τον Φιλισταίο, ο οποίος προχωρεί; Έρχεται για να προκαλέσει τους Ισραηλίτες. Εκείνος ο Ισραηλίτης ο οποίος θα τον φονεύσει, θα πάρει από τον βασιλέα πολύ πλούτο και τη θυγατέρα του βασιλέως θα την λάβει ως σύζυγό του. Ο δε βασιλεύς θα απαλλάξει και την οικογένειά του από κάθε φορολογία”.
Α Βασ. 17,26 Ο Δαυίδ ρώτησε τους άνδρες, οι οποίοι βρίσκονταν εκεί κοντά του· “Θα αμειφθεί λοιπόν ο άνδρας εκείνος, ο οποίος θα καταβάλει τον Φιλισταίο τούτο και θα εξαλείψει έτσι την προσβολή του κατά του Ισραηλιτικού λαού; Ποιος είναι αυτός ο απερίτμητος Φιλισταίος, ο οποίος υβρίζει τον στρατό του αληθινού και αιωνίου Θεού;”
Α Βασ. 17,27 Οι εκεί γύρω άνθρωποι απάντησαν στον Δαυίδ και του είπαν· “Ναι, έτσι θα αμειφθεί ο άνδρας εκείνος, ο οποίος θα νικήσει και θα φονεύσει τον Γολιάθ”.
Α Βασ. 17,28 Ο Ελιάβ, ο μεγαλύτερος αδελφός του Δαυίδ, οργίστηκε εναντίον του Δαυίδ, όταν τον είδε να συνομιλεί με τους ανθρώπους του στρατού και είπε σε αυτόν· “Γιατί ήλθες εδώ, σε ποιόν άφησες τα λίγα πρόβατά μας στην έρημο; Εγώ ξέρω την υπερηφάνειά σου και την κακή σου καρδιά. Εγκατέλειψες τα πρόβατα και ήλθες εδώ, για να δεις τον πόλεμο”.
Α Βασ. 17,29 Ο Δαυίδ απάντησε· “Τι έκαμα λοιπόν τώρα; Ένα απλό λόγο δεν είπα;”
Α Βασ. 17,30 Ο Δαυίδ απομακρύνθηκε από τον αδελφό του για να ρωτήσει άλλον, στον οποίον και απηύθυνε τα ίδια λόγια. Όλοι του απάντησαν, όπως του είχαν απαντήσει και οι πρώτοι.
Α Βασ. 17,31 Οι λόγοι, τους οποίους αντήλλαξε ο Δαυίδ με τους ανθρώπους του λαού, έφθασαν στα αυτιά του βασιλέως. Ο βασιλεύς έστειλε έναν άνθρωπο και παρέλαβε αυτόν και τον οδήγησε προς τον Σαούλ.
Α Βασ. 17,32 Ο Δαυίδ είπε τότε προς τον Σαούλ· “Ας μη ταραχθεί. Και ας μη πτοηθεί καθόλου η καρδιά του κυρίου μου, του βασιλέως· εγώ ο δούλος σου θα μεταβώ και θα πολεμήσω εναντίον αυτού του Φιλισταίου”.
Α Βασ. 17,33 Απάντησε ο Σαούλ προς τον Δαυίδ· “Δεν είναι δυνατόν να βαδίσεις εναντίον του Φιλισταίου αυτού και να πολεμήσεις αυτόν, διότι είσαι μικρός κατά την ηλικία και το σώμα, ενώ εκείνος είναι πολεμιστής αξιόλογος από τη νεαρά του ηλικία”.
Α Βασ. 17,34 Ο Δαυίδ του απάντησε και είπε· “Εγώ ο δούλος σου ήμουνα βοσκός, που έβοσκα τα πρόβατα του πατρός μου. Όταν συνέβαινε να έλθει λιοντάρι ή αρκούδα, και άρπαζε πρόβατο από την αγέλη των προβάτων μου,
Α Βασ. 17,35 3Έτρεχα προς καταδίωξη αυτών, φόνευα το θηρίο τούτο και αποσπούσα το πρόβατο από το στόμα του. Αν δε το θηρίο επιτίθετο εναντίον μου, το έπιανα από τον λαιμό, το χτυπούσα και το φόνευα.
Α Βασ. 17,36 Λέοντα και άρκτο εγώ ο δούλος σου χτύπησα και φόνευσα. Ο απερίτμητος, λοιπόν, αυτός Φιλισταίος, θα γίνει στα χέρια μου σαν ένα από τα θηρία αυτά. Αφού τέτοια έχω κατορθώσει, δεν πρέπει λοιπόν τώρα να μεταβώ και να φονεύσω τον Φιλισταίο και να εξαλείψω την προσβολή την οποίαν κάνει κατά του ισραηλιτικού λαού; Ποιος είναι αυτός ο απερίτμητος ο οποίος τόλμησε να μιλήσει περιφρονητικώς για τον στρατό του αληθινού Θεού;
Α Βασ. 17,37 Ο Κύριος ο οποίος με γλίτωσε από το στόμα του λέοντος και από τα χέρια της αρκούδας, αυτός θα με γλιτώσει και από τα χέρια του απερίτμητου αυτού Φιλισταίου”. Ο Σαούλ είπε τότε προς τον Δαυίδ· “Πήγαινε και ο Κύριος είθε να είναι μαζί σου”.
Α Βασ. 17,38 Ο Σαούλ φόρεσε στον Δαυίδ στρατιωτικό μανδύα και έθεσε στην κεφαλή του χάλκινη περικεφαλαία.
Α Βασ. 17,39 Ακόμη δε έζωσε τον Δαυίδ με τη ρομφαία του επάνω από τον μανδύα. Ο Δαυίδ έτσι εξοπλισμένος προσπάθησε να βαδίσει μία και δύο φορές, αλλά μόλις και μετά κόπου το κατόρθωσε. Ο Δαυίδ είπε προς τον βασιλέα· “Δεν μπορώ να βαδίσω με αυτά, διότι δεν έχω συνηθίσει”. Κατ’ εντολή του βασιλέως αφαίρεσαν την πανοπλίαν αυτήν από τον Δαυίδ.
Α Βασ. 17,40 Ο Δαυίδ πήρε τη ράβδο του στο χέρι του, διάλεξε πέντε λείους λίθους από τον χείμαρρο και έθεσε αυτούς στο ποιμενικό του σακκίδιο, το οποίο είχε πάντοτε μαζί του, για να θέτει μέσα σε αυτό τα διάφορα πράγματα. Επίσης πήρε και τη σφενδόνη του στο χέρι και βάδισε εναντίον του ανδρός αυτού, του Φιλισταίου.
Α Βασ. 17,41 Ο Φιλισταίος προχώρησε προς τον Δαυίδ και πλησίασε προς αυτόν, ο δε οπλοφόρος του Φιλισταίου, ο οποίος έφερε την ασπίδα εκείνου, βάδιζε εμπρός από τον Γολιάθ. Ο Γολιάθ παρατήρησε προσεκτικά,
Α Βασ. 17,42 Είδε τον Δαυίδ και τον καταφρόνησε, διότι αυτός ήταν παιδίον ξανθό με ωραία μάτια.
Α Βασ. 17,43 Ο αλλόφυλος λοιπόν αυτός είπε προς τον Δαυίδ· “Σαν να είμαι σκυλί έρχεσαι εναντίον μου με ράβδο και με πέτρες;” Ο Δαυίδ απάντησε· “Όχι, αλλά είσαι χειρότερος από το σκυλί”. Ο Φιλισταίος καταράστηκε τον Δαυίδ εν ονόματι των θεών του.
Α Βασ. 17,44 Είπε δε τότε ο αλλόφυλος προς τον Δαυίδ· “Έλα εδώ και θα δώσω τις σάρκες σου στα πτηνά του ουρανού και στα θηρία της γης”.
Α Βασ. 17,45 Είπε δε ο Δαυίδ προς τον αλλόφυλο· “Συ έρχεσαι εναντίον μου με ρομφαία και με δόρυ και με ασπίδα. Εγώ δε προχωρώ εναντίον σου εν ονόματι Κυρίου του Θεού του Παντοκράτορος, του Θεού του Ισραηλιτικού λαού, τον οποίον συ σήμερα ενέπαιξες και ύβρισες.
Α Βασ. 17,46 Σήμερα θα σε παραδώσει ο Κύριος στα χέρια μου, θα σε φονεύσω, θα αποκόψω την κεφαλή σου και θα δώσω τα μέλη σου και τα μέλη του στρατού των Φιλισταίων κατά την ημέρα αυτή στα πτηνά του ουρανού και στα θηρία της γης και θα μάθουν όλοι οι άνθρωποι ότι ο αληθινός Θεός βρίσκεται στον ισραηλιτικό λαό.
Α Βασ. 17,47Όλο δε αυτό το πλήθος του λαού θα μάθει ότι ο Κύριος δεν σώζει μόνον με το δόρυ και με τη ρομφαία, ότι ο Θεός είναι ο κυρίαρχος και του πολέμου και ότι ο Κύριος θα σας παραδώσει στα χέρια μας”.
Α Βασ. 17,48 Σηκώθηκε ο αλλόφυλος και επορεύθη σε συνάντηση του Δαυίδ.
Α Βασ. 17,49 Ο Δαυίδ άπλωσε το χέρι του στο σακκίδιό του, πήρε από εκεί έναν λίθο τον οποίον και εκσφενδόνισε εναντίον του Φιλισταίου και τον χτύπησε στο μέτωπο. Ο λίθος αυτός διέτρυπησε την περικεφαλαία, εισήλθε στο μέτωπο του Φιλισταίου και τον πλήγωσε θανασίμως. Ο Γολιάθ έπεσε πρηνής κάτω στο χώμα.
Α Βασ. 17,50 Έτσι ο Δαυίδ αναδείχθηκε ισχυρότερος από τον αλλόφυλο και νικητής εναντίον του με μία σφενδόνη και έναν λίθο. Χτύπησε τον Φιλισταίο και τον φόνευσε. Ο Δαυίδ δεν είχε ρομφαία στα χέρια του.
Α Βασ. 17,51 Για τούτο έτρεξε και στάθηκε επάνω από τον βαρέως τραυματισμένο Φιλισταίο, πήρε τη ρομφαία εκείνου, τον θανάτωσε και του απέκοψε την κεφαλή. Οι Φιλισταίοι είδαν ότι ο ακατανίκητος, όπως επίστευαν, πρόμαχός τους φονεύθηκε, καταλήφθηκαν από πανικό και τράπηκαν σε φυγή.
Α Βασ. 17,52 Οι Ισραηλίτες σηκώθηκαν τότε με αλαλαγμό, κατεδίωξαν τους Φιλισταίους έως την είσοδο της Γεθ και έως την πύλη της Ασκάλωνος. Από τους Φιλισταίους φονεύθηκαν πολλοί και οι νεκροί κείτονταν στην οδό των πυλών μέχρι της Γεθ και μέχρι της Ακκαρών.
Α Βασ. 17,53 Οι Ισραηλίτες επιστρέφοντας από την καταδίωξη των Φιλισταίων καταπατούσαν και λεηλατούσαν τα στρατόπεδά τους.
Α Βασ. 17,54 Ο Δαυίδ πήρε την κεφαλή του Γολιάθ, έφερε αυτήν στην Ιερουσαλήμ, τα δε όπλα του εχθρού τα απέθεσε ο Δαυίδ στη σκηνή του.
Α Βασ. 17,55 Όταν ο Σαούλ είδε τον Δαυίδ να προχωρεί σε μονομαχία κατά του Γολιάθ είπε προς τον Αβεννήρ τον αρχηγό του στρατού του· “Υιός τίνος είναι αυτός ο νεαρός;” Ο Αβεννήρ απάντησε· “Ορκίζομαι στην ψυχή σου, βασιλεύ, ότι δεν τον γνωρίζω”.
Α Βασ. 17,56 Ο βασιλεύς είπε· “Ρώτησε συ, υιός τίνος είναι αυτός ο νεαρός”.
Α Βασ. 17,57 Όταν ο Δαυίδ επέστρεψε από τη νίκη του εναντίον του Φιλισταίου Γολιάθ τον παρέλαβε ο Αβεννήρ και τον παρουσίασε ενώπιον του Σαούλ. Η δε κεφαλή του Γολιάθ ήταν στα χέρια του.
Α Βασ. 17,58 Ο Σαούλ ρώτησε αυτόν· “Νεαρέ, τίνος είσαι υιός;” Ο Δαυίδ απάντησε· “Είμαι υιός του δούλου σου του Ιεσσαί, ο οποίος κατάγεται από τη Βηθλεέμ.
Ο Προφήτης Σαμουήλ τιμάται στις 20 Αυγούστου.
Μετάφραση Ιωάννης Κολιτσάρας. Από την ιστοσελίδα Ιεράς Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/09.%20VasilionA.htm