Προφήτης Σαμουήλ, Ο Ιωνάθαν ο γιος του Σαούλ προστατεύει τον Δαυίδ από τον πατέρα του

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Βασιλειών Α’ (Μασ. Σαμουήλ Α’)

Α’ Βασιλέων 20

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/12/profitis-samouil-o-vasilias-saoul-synechizei-na-epivoulevetai-ton-david/

Α Βασ. 20,1 Ο Δαυίδ έφυγεν από την Ραμά Ναυάθ, ήλθε και συνάντησε τον Ιωνάθαν, στον οποίον και είπε: «Τι κακόν έχω πράξει; Ποιο είναι το αδίκημά μου; Εις τι εγώ έχω πταίσει απέναντι του πατρός σου, ο οποίος ζητεί να με θανατώσει;»

Α Βασ. 20,2 Ο Ιωνάθαν είπεν στον Δαυίδ: «Καθόλου· δεν πρόκειται να φονευθείς. Όχι. Ιδού, ο πατήρ μου δεν κάμνει καμίαν μεγάλην ή μικράν πράξιν, αν προηγουμένως δεν μου την εκμυστηρευθεί. Πώς λοιπόν θα κρύψει ο πατέρας μου ένα τέτοιο πράγμα από εμέ; Αυτό δεν πρόκειται να γίνει».

Α Βασ. 20,3 Ο Δαυίδ απάντησεν στον Ιωνάθαν και είπε: «Γνωρίζει πολύ καλά ο πατήρ σου ότι έχω τη συμπάθειά σου. Δεν αποκλείεται να πει: Ας μη μάθει αυτό ο Ιωνάθαν, διότι δεν θα εγκρίνει την πράξιν μου. Σου ορκίζομαι λοιπόν στον Κύριο και εις την ζωήν σου, ότι όπως σου είπα πιστεύω ότι έφθασε πλέον ο καιρός του θανάτου μου».

Α Βασ. 20,4 Ο Ιωνάθαν ερώτησε τον Δαυίδ: «Τι λοιπόν επιθυμεί η ψυχή σου; Τι θέλεις να κάμω εγώ για σένα;»

Α Βασ. 20,5 Ο Δαυίδ απάντησε προς τον Ιωνάθαν: «Ιδού, αύριο είναι η εορτή της πρώτης του νέου μηνός. Εγώ δεν πρόκειται να παρακαθίσω όπως συνήθως εις την τράπεζαν και να συμφάγω με τον πατέρα σου. Άφησέ με να φύγω και να κρυφθώ εις την πεδιάδα έως το απόγευμα.

Α Βασ. 20,6 Εάν δε ο πατήρ σου παρατηρήσει την απουσίαν μου και σε ερωτήσει για εμένα, να του απαντήσεις: Ο Δαυίδ μου εζήτησεν άδειαν να μεταβεί έως την πατρίδα του τη Βηθλεέμ, διότι εκεί πρόκειται να προσφερθεί η ετήσια θυσία για όλη την οικογένειά του

Α Βασ. 20,7 Εάν σου απαντήσει: Πολύ καλά η ειρήνη ας είναι με τον δούλον σου, τότε καλά θα είναι για εμένα τα πράγματα. Εάν όμως σου απαντήσει με θυμόν και σκληρότητα, γνώριζε ότι η κακία του έχει φθάσει πλέον στο αποκορύφωμά της.

Α Βασ. 20,8 Δείξε τότε εσύ καλοσύνην προς εμένα, τον δούλον σου. Άλλωστε εσύ είχες την πρωτοβουλίαν να συνάψεις ένορκον δεσμόν φιλίας με εμένα ενώπιον του Θεού. Εάν βλέπεις ότι εγώ ο δούλος σου διέπραξα μίαν αδικίαν, θανάτωσέ με εσύ. Γιατί να με οδηγήσεις προς τον πατέρα σου, ώστε να με φονεύσει εκείνος;»

Α Βασ. 20,9 Ο Ιωνάθαν είπε: «Κατ’ ουδένα λόγον και τρόπον δεν θα γίνει αυτό. Διότι εγώ εάν αντιληφθώ, ότι η κακία του πατρός μου έχει φθάσει στο απροχώρητον εναντίον σου και έχει την απόφασιν να σε φονεύσει, και αν ακόμη δεν έχει φθάσει η πληροφορία αυτή εις οποιαδήποτε πόλιν, εις την οποίαν εσύ θα είσαι, εγώ ο ίδιος θα σου αναγγείλω αυτό».

Α Βασ. 20,10 Ο Δαυίδ ερώτησε τότε τον Ιωνάθαν: «Ποιος θα με ειδοποιήσει, εάν ο πατέρας σου αποκριθεί κατά ένα σκληρόν τρόπον προς εσένα;»

Α Βασ. 20,11 Ο Ιωνάθαν είπεν στον Δαυίδ: «Πήγαινε και μείνε στον αγρόν». Αναχώρησαν δε και οι δύο για τον αγρόν εκείνον.

Α Βασ. 20,12 Είπε δε ο Ιωνάθαν στον Δαυίδ: «Κύριος ο Θεός του Ισραήλ γνωρίζει, ότι εγώ θα ξεψαχνίσω τον πατέρα μου στον κατάλληλον καιρόν μεθαύριο. Εάν έχει αγαθάς διαθέσεις για σένα τον Δαυίδ, δεν θα αποστείλω άνθρωπον προς σε να σε ειδοποιήσει στον αγρόν.

Α Βασ. 20,13 Άλλως, εγώ θα σου αποκαλύψω όσα κακά απειλεί εναντίον σου ο πατήρ μου, και θα προσπαθήσω να σε φυγαδεύσω, και εσύ θα απέλθεις εν ειρήνη. Ο Θεός να με τιμωρήσει με κάθε τιμωρίαν, αν δεν ενεργήσω έτσι. Ο Κύριος θα είναι μαζί σου, όπως ήταν και με τον πατέρα μου προηγουμένως.

Α Βασ. 20,14 Όταν όμως εσύ γίνεις βασιλεύς και ζω ακόμη εγώ, θα δείξεις καλοσύνην προς εμένα. Εάν όμως έχω αποθάνει,

Α Βασ. 20,15 σου ζητώ να μη στερήσεις ποτέ τους απογόνους μου από την καλοσύνην σου, ακόμη και όταν ο Κύριος απομακρύνει τον ένα κατόπιν του άλλου όλους τους εχθρούς από σένα τον Δαυίδ και τους εξαλείψει από το πρόσωπον της γης. Το όνομα του Ιωνάθαν πρέπει διά των απογόνων του να επιζήσει χάρις εις την προστασίαν του οίκου Δαυίδ. Είθε ο Κύριος να αναζητήσει και να τιμωρήσει τους εχθρούς του Δαυίδ».

Α Βασ. 20,17 Ο Ιωνάθαν ορκίσθη προς τον Δαυίδ και πάλι ότι τον αγαπά, όπως αγαπά τον εαυτόν του.

Α Βασ. 20,18 Προσέθεσε δε ακόμη ο Ιωνάθαν: «Αύριο είναι εορτή επί τη πρώτη του νέου μηνός. Ο πατήρ μου θα προσέξει την κενήν δική σου θέση.

Α Βασ. 20,19 Εσύ επί τρεις ημέρες θα απουσιάσεις. Θα επανέλθεις στον τόπον σου, όπου θα κρυφθείς κατά την ημέραν την εργάσιμον. Θα καθίσεις πλησίον στο γνωστό μας εκείνο κοίλωμα.

Α Βασ. 20,20 Εγώ δε την τρίτη ημέρα θα κάμω σκοποβολήν και θα ρίψω βέλη εις ένα στόχον.

Α Βασ. 20,21 Κατόπιν θα στείλω τον νεαρόν δούλον μου λέγοντας προς αυτόν: Έλα, πήγαινε να βρεις το βέλος μου.

Α Βασ. 20,22 Εάν είπω στον νεαρόν δούλον, το βέλος είναι εδώ, δηλαδή ανάμεσα από εμένα και από εσένα, πάρε εσύ ο ίδιος το βέλος και έλα, διότι τα πράγματα είναι ειρηνικά, και δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για σένα. Ορκίζομαι ότι έτσι θα ενεργήσω. Εάν όμως είπω στον νεαρόν δούλον μου: Το βέλος είναι εκεί, πέραν από τη θέση που εσύ ευρίσκεσαι, φύγε διότι ο Θεός σε διατάσσει να αναχωρήσεις.

Α Βασ. 20,23 Για τα λόγια αυτά, τα οποία ανταλλάξαμε εσύ και εγώ, ιδού, θα είναι μάρτυς παντοτινός μεταξύ μας ο Κύριος και Θεός μας».

Α Βασ. 20,24 Ο Δαυίδ εκρύφθη πράγματι στον αγρόν. Έφθασε η πρώτη του μηνός. Ο βασιλεύς Σαούλ ήλθεν εις την τράπεζαν, για να φάγει.

Α Βασ. 20,25 Εκάθισεν εις την ορισμένην καθέδραν του, όπως και προηγουμένως, εις την καθέδραν πλησίον του τοίχου. Ο Ιωνάθαν εκάθισεν απέναντί του. Παραπλεύρως και εκ πλαγίων του Σαούλ εκάθισεν ο Αβεννήρ, ο στρατηγός. Έγινε δε αισθητόν το γεγονός ότι ήταν κενή η θέση του Δαυίδ.

Α Βασ. 20,26 Ο Σαούλ δεν είπε τίποτε κατά την ημέραν εκείνην, διότι εσκέφθη καθ’ εαυτόν, ότι ίσως ο Δαυίδ να μη ήταν νομικώς καθαρός και δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να κάμει τον νομικόν καθαρισμόν.

Α Βασ. 20,27 Την επομένην ημέραν, δευτέραν του μηνός, έκαμεν εντύπωσιν πάλι ότι η θέση του Δαυίδ ήταν κενή. Ο Σαούλ ηρώτησε τον Ιωνάθαν, τον υιόν του: «Γιατί το παιδί του Ιεσσαί δεν ήλθε χθες και σήμερα εις την τράπεζάν μας;»

Α Βασ. 20,28 Ο Ιωνάθαν απεκρίθη και είπεν στον Σαούλ: «Ο Δαυίδ εζήτησεν από εμένα άδειαν να μεταβεί έως εις την Βηθλεέμ, την πατρίδα του.

Α Βασ. 20,29 Μου είπε δηλαδή: Άφησέ με, σε παρακαλώ, διότι η οικογένειά μου θα τελέσει θυσίαν εις την πόλιν Βηθλεέμ και οι αδελφοί μου μου παρήγγειλαν να μεταβώ και εγώ εκεί. Εάν λοιπόν έχω κάποιαν χάριν ενώπιόν σου, δώσε μου την άδειαν να μεταβώ και να ιδώ τους αδελφούς μου. Γι’ αυτό δεν ήλθεν εις την τράπεζαν του βασιλέως ο Δαυίδ».

Α Βασ. 20,30 Ο Σαούλ κατελήφθη από ισχυρόν θυμόν εναντίον του Ιωνάθαν και είπεν εις αυτόν: «Νόθε υιέ, τέκνον διεφθαρμένων γυναικών, νομίζεις ότι εγώ δεν γνωρίζω, πως είσαι φίλος και συνένοχος του υιού του Ιεσσαί προς εντροπήν σου και προς εντροπήν της μητρός, η οποία σε εγέννησε;

Α Βασ. 20,31 Διότι, εφόσον ο υιός του Ιεσσαί ζει επί της γης, δεν πρόκειται εσύ να γίνεις βασιλεύς. Λοιπόν στείλε αμέσως και φέρε εδώ τον νεαρόν, διότι είναι άξιος θανάτου και πρέπει να θανατωθεί».

Α Βασ. 20,32 Ο Ιωνάθαν απάντησε προς τον Σαούλ: «Γιατί να θανατωθεί; Τι κακόν έχει κάμει;»

Α Βασ. 20,33 Ο Σαούλ τυφλωμένος από τον θυμόν εσήκωσε το δόρυ εναντίον του Ιωνάθαν, για να τον θανατώσει. Ο Ιωνάθαν επείσθη ότι η κακία αυτή του πατρός του έφθασεν στο αποκορύφωμά της και τον οδηγεί πλέον, ώστε να θανατώσει τον Δαυίδ.

Α Βασ. 20,34 Ο Ιωνάθαν γεμάτος και εκείνος θυμόν αναπήδησεν από την τράπεζαν, δεν έφαγε κατά τη δεύτερη ημέρα του μηνός εκ του φαγητού, διότι συνετρίβη η καρδία του από τον πόνο για τον Δαυίδ, όταν είχε πλέον πεισθεί, ότι ο πατέρας του επήρεν οριστικήν και αμετάκλητον απόφασιν εναντίον του Δαυίδ.

Α Βασ. 20,35 Την πρωίαν της επομένης ημέρας, εξήλθεν ο Ιωνάθαν στον αγρόν, όπως είχε συμφωνήσει προηγουμένως με τον Δαυίδ. Μαζί του δε ήταν και ένας νεαρός δούλος.

Α Βασ. 20,36 Είπε δε ο Ιωνάθαν στον νεαρόν δούλον: «Τρέξε για να βρεις και να μου φέρεις πάλι τα βέλη, τα οποία εγώ ρίχνω δια του τόξου». Πράγματι ο Ιωνάθαν έκαμε σκοποβολήν και έρριψε τα βέλη του. Ο νεαρός δούλος του έτρεξε να τα φέρει.

Α Βασ. 20,37 Ο νεαρός δούλος του Ιωνάθαν έφθασεν στον τόπον, όπου είχε εξακοντίσει το βέλος ο Ιωνάθαν. Εφώναξε τότε ο Ιωνάθαν και είπε: «Το βέλος είναι εκεί πέρα, πίσω από σένα. Εκεί είναι το βέλος».

Α Βασ. 20,38 Ο Ιωνάθαν εφώναξε τον υπηρέτην καθώς εκείνος επήγαινε: «Φύγε γρήγορα, μη σταματάς». Ο νεαρός δούλος εμάζεψε τα βέλη και έφερε αυτά προς τον κύριό του.

Α Βασ. 20,39 Αυτός ο δούλος δεν κατάλαβε τίποτε από όσα ελέχθησαν, ειμή μόνον ο Ιωνάθαν και ο Δαυίδ κατενόησαν τη σημασίαν των λεχθέντων.

Α Βασ. 20,40 Ο Ιωνάθαν έδωσε τον οπλισμόν του στο παιδάριον και του είπε: «Πήγαινε, γύρισε εις την πόλιν».

Α Βασ. 20,41 Όταν ο νεαρός δούλος έφυγε για την πόλη, ο Δαυίδ σηκώθηκε από το κοίλωμα, όπου ήταν κρυμμένος, έπεσε με το πρόσωπον αυτού προς τη γη και προσεκύνησε τρεις φορές τον Ιωνάθαν. Και οι δύο ασπάσθηκαν ο ένας τον άλλον, έκλαψαν επί πολύ και με πολλά δάκρυα.

Α Βασ. 20,42 Ο Ιωνάθαν είπεν στον Δαυίδ: «Πήγαινε στο καλό. Θα γίνει, όπως οι δύο μας ορκίσθημεν ενώπιον του Κυρίου λέγοντας ότι ο Κύριος θα είναι παντοτινός μάρτυς της φιλίας μας, η οποία θα επικρατεί μεταξύ ημών των δύο και μεταξύ των απογόνων μας».

Ο Προφήτης Σαμουήλ τιμάται στις 20 Αυγούστου.

Μετάφραση Ιωάννης Κολιτσάρας. Από την ιστοσελίδα Ιεράς Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/09.%20VasilionA.htm