(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Βασιλειών Α’ (Μασ. Σαμουήλ Α’)
Α’ Βασιλέων 22
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/12/profitis-samouil-o-david-dechetai-tous-artous-tis-protheseos-kai-stin-synecheia-pigainei-stin-geth-opou-prospoiithike-ton-trelo/
Α Βασ. 22,1 Ο Δαυίδ έφυγεν από την Γεθ και ήλθε σώος και αβλαβής στο σπήλαιον της Οδολλάμ. Οι αδελφοί του και όλοι οι άλλοι άνθρωποι του σπιτιού του, όταν επληροφορήθησαν αυτό, κατήλθον από την Βηθλεέμ στο σπήλαιον, πλησίον της πόλεως, προς αυτόν.
Α Βασ. 22,2 Συνεκεντρώθησαν γύρω από τον Δαυίδ και πολλοί ενδεείς χρεωφειλέται και καθένας, ο οποίος ήτο λυπημένος κατά την καρδίαν. Εις όλους αυτούς αρχηγός ήτο ο Δαυίδ. Όλοι αυτοί, οι οποίοι ήσαν μαζή του, ανήρχοντο εις τετρακοσίους περίπου άνδρας.
Α Βασ. 22,3 Ο Δαυίδ έφυγεν από το σπήλαιον της Οδολλάμ και ήλθεν εις την πάλιν Μασσηφάθ της χώρας Μωάβ. Είπε δε προς τον βασιλέα των Μωαβιτών· «ας παραμείνουν, σε παρακαλώ, κοντά σου ο πατέρας μου και η μητέρα μου, μέχρις ότου ιδώ τι θα κάμη δι’ εμέ ο Θεός».
Α Βασ. 22,4 Αυτά παρεκάλεσεν ο Δαυίδ τον βασιλέα των Μωαβιτών. Εκείνος εδέχθη την παράκλησιν του Δαυίδ και έτσι οι γονείς αυτού έμειναν εις την χώραν Μωάβ καθ’ όλον το διάστημα, κατά το οποίον ο Δαυίδ ευρίσκετο εις την περιοχήν εκείνην.
Α Βασ. 22,5 Ο προφήτης Γαδ είπε προς τον Δαυίδ· «μη κάθεσαι εις την περιοχήν αυτήν, αλλά φύγε και πήγαινε εις την χώραν της Ιουδαίας». Ο Δαυίδ πράγματι μετέβη και ήλθεν εις την χώραν της Ιουδαίας και εκάθισεν εις την πόλιν Σαρίχ.
Α Βασ. 22,6 Ο Σαούλ επληροφορήθη το γεγονός, διότι είχε γίνει πλέον γνωστός ο τόπος, όπου ευρίσκετο ο Δαυίδ και οι άνδρες, οι οποίοι ήσαν μαζή του. Ο Σαούλ εκάθισεν εις κάποιον ύψωμα επάνω από ένα χωράφι εις την Ραμά. Εις τα χέρια του δε εκρατούσε το δόρυ και όλοι οι δούλοι του ίσταντο όρθιοι πλησίον του.
Α Βασ. 22,7 Είπε ο Σαούλ προς τους δούλους του, οι οποίοι τον περιεστοίχιζαν· «ακούσατε, λοιπόν, σεις που ανήκετε εις την φυλήν Βενιαμίν. Ο υιός του Ιεσσαί θα σας δώση πράγματι αγρούς και αμπελώνας και θα διορίση όλους σας εκατοντάρχους και χιλιάρχους; Πιστεύετε εις τέτοιες υποσχέσεις;
Α Βασ. 22,8 Και όμως όλοι σεις, σαν να έχετε συνωμοτήσει εναντίον μου, διότι κανείς από σας δεν μου ανέφερεν ότι ο υιός μου έκαμε ένορκον συμφωνίαν φιλίας με τον υιόν του Ιεσσαί. Κανείς από σας δεν ενδιαφέρεται και δεν πονεί για μένα, διότι άλλως θα μου είχεν αναφέρει ότι το παιδί μου εξήγειρεν αυτόν τον δούλον μου και τον έκαμε εχθρόν εναντίον μου μέχρι της σημερινής ημέρας».
Α Βασ. 22,9 Ο Δωήκ, ο Σύρος, ο οποίος ήτο αρχηγός επί των ανθρώπων που εφύλασσαν τας ημιόνους του Σαούλ, εσηκώθη και είπεν· «εγώ είδα τον υιόν του Ιεσσαί, ότι ήλθεν εις Νομβά προς τον αρχιερέα Αβιμέλεχ, τον υιόν του Αχιτώβ.
Α Βασ. 22,10 Ο αρχιερεύς δε ηρώτησε χάριν αυτού τον Θεόν και έδωκεν εις αυτόν τροφάς. Και την ρομφαίαν του Γολιάθ του αλλοφύλου του έδωκεν».
Α Βασ. 22,11 Ο βασιλεύς έστειλε τότε ανθρώπους του και εκάλεσαν τον Αβιμέλεχ, τον υιόν του Αχιτώβ, και όλους τους υιούς του πατρός του, τους ιερείς που ευρίσκοντο εις Νομβά. Όλοι δε αυτοί ήλθον και παρουσιάσθησαν στον βασιλέα.
Α Βασ. 22,12 Είπεν ο Σαούλ· «άκουσε, λοιπόν, παιδί του Αχιτώβ». Εκείνος απήντησεν· «ιδού εγώ, λαλεί, Κύριε».
Α Βασ. 22,13 Ο Σαούλ είπε· «διατί έχετε συνωμοτήσει εναντίον μου συ και ο υιός του Ιεσσαί, ώστε να δώσης εις αυτόν άρτον και να δώσης την ρομφαίαν του Γολιάθ και να συμβουλευθής δι’ αυτόν τον Θεόν και έτσι να γίνη αυτός εχθρός μου μέχρι της ημέρας αυτής;»
Α Βασ. 22,14 Ο αρχιερεύς απήντησεν στον βασιλέα και είπε· «ποιος άλλος από όλους τους δούλους σου είναι τόσον πιστός εις σέ, όσον ο Δαυίδ, ο γαμβρός του βασιλέως ο προεξάρχων πάντοτε εις την εκτέλεσιν κάθε εντολής σου, ένδοξος μεταξύ όλων των αυλικών σου;
Α Βασ. 22,15 Μήπως, τάχα, σήμερον έκαμα αρχήν να ερωτώ δι’ αυτόν τον Θεόν; Καθόλου. Μη θελήση ο βασιλεύς να καταλογίση ευθύνην εις εμέ και εις όλους τους ανθρώπους του σπιτιού μου διά την διαγωγήν μου προς τον Δαυίδ, διότι εγώ ο δούλος σου ούτε όλην την υπόθεσιν γνωρίζω ούτε καν μικράν γνώσιν αυτής έχω».
Α Βασ. 22,16 Είπεν ο βασιλεύς Σαούλ· «θα εκτελεσθής συ, Αβιμέλεχ, και όλη η οικογένεια του πατρός σου».
Α Βασ. 22,17 Διέταξεν ο βασιλεύς αμέσως τους άνδρας της σωματοφυλακής του, που ίσταντο πλησίον του, και είπε· «φέρετε εδώ και εκτελέσατε τους ιερείς του Κυρίου, διότι αυτοί έχουν συμμαχήσει με τον Δαυίδ. Ενώ δε εγνώριζαν ότι ο Δαυίδ είχε δραπετεύσει από εμέ διά να μη τιμωρηθή, δεν μου απεκάλυψαν το γεγονός». Οι άνδρες της σωματοφυλακής του βασιλέως, δεν ετόλμησαν να σηκώσουν τα χέρια των και να φονεύσουν τους ιερείς του Κυρίου.
Α Βασ. 22,18 Είπε τότε ο βασιλεύς προς τον Δωήκ· «γύρισε συ και κτύπα τους ιερείς». Ο Δωήκ ο Σύρος εγύρισε πράγματι και εθανάτωσε τους ιερείς του Κυρίου κατά την ημέραν εκείνην. Τριακοσίους και πέντε άνδρας εφόνευσε, όλους έχοντας το ιερατικόν ένδυμα εφούδ.
Α Βασ. 22,19 Ο δε Σαούλ εν στόματι μαχαίρας επέρασε την πόλιν Νομβά, όλους τους κατοίκους της πόλεως αυτής των ιερέων από ανδρός έως γυναικός, από νηπίου μέχρι θηλάζοντος, από μόσχου μέχρι όνου και προβάτου.
Α Βασ. 22,20 Από δε την σφαγήν αυτήν διεσώθη ένας μόνον υιός του Αβιμέλεχ, υιού του Αχιτώβ. Το όνομα του διασωθέντος ήτο Αβιάθαρ. Αυτός έσπευσε και κατέφυγε πλησίον του Δαυίδ.
Α Βασ. 22,21 Ο Αβιάθαρ ανήγγειλεν στον Δαυίδ ότι ο Σαούλ εθανάτωσεν όλους τους ιερείς του Κυρίου.
Α Βασ. 22,22 Ο δε Δαυίδ απήντησεν στον Αβιάθαρ· «καλά το είχα αντιληφθή κατά την ημέραν εκείνην ότι ο Δωήκ ο Σύρος θα έσπευδε να αναγγείλη όλα στον Σαούλ. Εγώ είμαι η αιτία του φόνου των ανθρώπων της πατρικής σου οικογενείας.
Α Βασ. 22,23 Κάθισε μαζή μου και μη φοβήσαι. Διότι εγώ, όπως φροντίζω διά τον εαυτόν μου, θα φροντίσω και διά την ιδικήν σου ζωήν. Μείνε πλησίον μου και θα ευρίσκεσαι εν ασφαλεία».
Μετάφραση Ιωάννης Κολιτσάρας. Από την ιστοσελίδα Ιεράς Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/09.%20VasilionA.htm