Στη μνήμη του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη “Για μια Χριστού Γέννα επί …προσωπικού!”

Μέσα στο ναό με το φως των κεριών και το άρωμα του λιβανιού, «λουλούδι της ερήμου», δώρο από κελλάκι της Καψάλας του Αγίου Όρους, ο νους μου ταξίδεψε στον πε-ζογράφο και ζωγράφο Νικόλαο Γαβριήλ Πεντζίκη.

Σε αυτόν που με τα γραπτά και την καλλιτεχνία του πρότεινε νέους δρόμους για την Πόλη του Φωτός και της αιωνίου Χαράς. Δρόμους που έκαναν λόγο για το Φως, μέσα από λέξεις όπως: «αγάπη», «δημιουργία», «τέχνη», «ποίηση», «χρώμα και ηχόχρωμα».

Δρόμοι χαράς μακριά από αφοριστικούς καθωσπρεπισμούς των πολλών «πρέπει» που έρχονται πολλές φορές σε σύγκρουση με τα γραπτά των Πατέρων της εκκλησίας μας.

Με γραπτά όπου ο τελώνης, η πόρνη και ο ληστής, την τελευταία στιγμή «κλέβουν» τον παράδεισο. Με γραπτά όπου ο ταμίας προδίδει το Διδάσκαλο, προδίδει την απόλυτη Αγάπη, μια Αγάπη που ενώ ξέρει τι θα ακολουθήσει, τον περιμένει, σεβόμενος την ελευθερία που ο ίδιος του έδωσε.

Όπως μου λεγε ο κ. Παντελής-φίλος του μακαριστού Πεντζίκη-ο Πεντζίκης έκανε λόγο για την ανάγκη συναξαρίων αγίων όπου να συμπεριλαμβάνονται και οι πτώσεις τους. «Άνθρωποι υπήρξαν και οι άγιοι και λάθη έκαναν αλλά αναστηθήκανε κοντά Του».

Με τον τρόπο αυτό, οι άγιοι, έρχονται πιο κοντά σε όλους εμάς λέγοντάς μας ότι και οι ίδιοι πέσαμε, μην το βάζετε κάτω. Μπρος, λοιπόν, και τα υπόλοιπα αφήστε τα πάνω Του.

Μην παρεξηγείτε τον συνάνθρωπό σας αλλά ούτε και τον εαυτό σας για την όποια πτώση παρατηρείτε. Ούτε κατάκριση, ούτε τύψεις. Αυτά να τα μετατρέψουμε σε διαλογική σχέση με τον πνευματικό και να προχωράμε παρακάτω.

Αυτή η αλήθεια ήταν ένα από τα σοφά γνωμικά του μακαριστού Πεντζίκη. Ειλικρινή αναφορά των πράξεών μας στον Πατέρα με αγωνιστικό πνεύμα και με διαρκή αναφορά στα λόγια των αγίων Πατέρων μας.

Με τις σκέψεις αυτές περπάτησα στον αυλόγυρο του ναού του αγίου Νικολάου και στη συνέχεια κατηφόρισα προς το κέντρο της πόλης.

Παρορμητικά, σε ένα καφέ, έπιασα το μολύβι και το άφησα να χορέψει στη λευκή κόλλα. Και έγραψα ένα ποίημα στη μνήμη αυτού που μίλησε και έγραψε για τη μοναδικότητα του προσώπου. Που έκανε αναφορά στην ύπαρξη πολλών δρόμων για τη γέννα της καινότητάς μας, για τη μετατροπή της καρδιάς μας σε φάτνη που θα φιλοξενήσει τα Χριστούγεννά Του.

Έκανα το μηδέν είσοδο

-όπως μου είπες-

δημιουργώντας κόσμο αναζήτησης των της ψυχής μου αισθητηρίων.

Μετέφερα και την παύλα

που βρίσκεται στη βάση του αριθμού ένα

-τη μοναδικότητα που χάρισε στον κάθε άνθρωπο –

στην κορυφή του αριθμού δεξιά

κάνοντάς το ένα βέλος.

Τέντωσα το βέλος

στις χορδές της εν-συναίσθησής μου

στοχεύοντας την είσοδο του μηδέν.

Μου παν, σε μια έρημο, πως αυτή είναι η πόρτα Σου.

Κύριε,

Το Φως Σου ζητιανεύω.

Δεν πρόλαβα να του σφίξω το χέρι από κοντά. Αλλά τον γνώρισα μέσα από το έργο του και, κυρίως, μέσα από κοντινά μου πρόσωπα που τον γνώρισαν για τα καλά. Ο π. Πορφύριος, ο κ. Παντελής, ο Χρυσόστομος, και πολλοί άλλοι μου μίλησαν για αυτόν. Τόσο ζωντανά, λες και ήμουν και γω μαζί τους, στις συζητήσεις τους.

(Σαρακοστή Χριστουγέννων 2025)