Ὁ Johann Sebastian Bach (Ἰωάννης – Σεβαστιανός Μπάχ) γεννήθηκε τό 1685 στό Ἄϊζεναχ τῆς Κεντρικῆς Γερμανίας καί ἀπέθανε τό 1750 στή Λειψία καί μάλιστα τυφλός. Λίγο δέ, πρό τοῦ θανάτου του, ὑπαγόρευσε τό τελευταῖο του μουσικό τεμάχιο, τό ὁποῖο εἶχε ὡς θέμα: «Στό θρόνο Σου, Κύριε, ἐμπρός πλησιάζω». Ὑπῆρξε, ὡς εἶναι διεθνῶς γνωστόν, μέγιστος μουσουργός, ὁ ὁποῖος εὕρισκε πλούσια ἔμπνευση μέσα ἀπό τά κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
Μεταξύ τῶν καλλιτεχνικῶν ἔργων του ὑπάρχει καί τό ἀξιόλογο δημιούργημά του, τό ὀρατόριο τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Μπάχ μᾶς ἔχει κληροδοτήσει τρία ὀρατόρια. Τό ὀρατόριο τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Πάσχα καί τῆς Ἀναλήψεως, ἄν ἐξαιρέσουμε τά τρία σωζόμενα μέ τόν τίτλο «Πάθη» (κατά Ματθαῖον, κατά Μάρκον καί κατά Ἰωάννην), πού ἄν καί εἶναι γραμμένα στόν τύπο τοῦ ὀρατορίου, ἔχουν ἀποτελέσει μαζί μέ ἄλλα παρόμοια ἔργα, ξεχωριστό τύπο ἔργων μέ τό κλασικό ὄνομα «Πάθη», ὅπως εἶναι τῶν Σύτσ, Τέλεμαν, Χαῖντελ κἄ.
Γενικά, τό ὀρατόριο εἶναι ὅμοιο μέ τό μελόδραμα, μέ τήν διαφορά, ὅτι σ’ αὐτό, τά πρόσωπα πού λαμβάνουν μέρος, μένουν ἀκίνητα πάνω στή σκηνή καί δέν ἔχουν, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ἀμφιέσεις. Ἐπίσης, τό ὀρατόριο ἀποτελεῖται ἀπό τά ἑξῆς μέρη: Εἰσαγωγή ὀρχήστρας, μονωδίες τῶν δρώντων προσώπων (π.χ. ἄριες), μικρά φωνητικά σύνολα (π.χ. ντουέτα), χορωδίες καί ἐνίοτε καί μικρή συμφωνία. Συνήθως ἡ ὑπόθεση εἶναι θρησκευτικῆς ὑφῆς. Παρελαύνουν πρόσωπα τόσο ἀπό τήν Παλαιά, ὅσο καί τήν Καινή Διαθήκη. Ὑπάρχουν καί οἱ ἐξαιρέσεις μέ μή θρησκευτικές ὑποθέσεις, ὅπως ἔργα ἱστορικά ἤ καθαρῶς ἀλληγορικά. Βέβαια, «πατέρας τοῦ ὀρατορίου» θεωρεῖται ὁ Χαῖντελ, πού ἔγραψε 32 ὀρατόρια, ἀλλά καί ὁ Μπάχ ἀσχολήθηκε ἐπισταμένως μέ τό εἶδος αὐτό τῆς κλασικῆς μουσικῆς ἔχοντας ὡς βάση τήν θρησκευτική καντάτα (candatae) μέ ἔμπνευση ἀπό Εὐαγγελικές περικοπές τῆς Κυριακῆς ἤ τῶν μεγάλων Ἑορτῶν. Διατήρησε δέ, ἐπί 27 ἔτη τήν θέση τοῦ κάντορος τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Θωμᾶ τῆς Λειψίας.
Συγκεκριμένα τό ὀρατόριο τῶν Χριστουγέννων, ἀποτελεῖται ἀπό ἕξη καντάτες, πού συνετέθησαν χωριστά στήν ἀρχή, γιά νά ἐκτελεστοῦν ἡ καθεμιά στήν ὡρισμένη της μέρα, κατά τίς γιορτές τῶν Χριστουγέννων, τῆς Πρωτοχρονιᾶς καί τῶν Θεοφανείων καί εἰδικότερα: 1. Γιά τήν πρώτη ἡμέρα τῆς γιορτῆς τῶν Χριστουγέννων, 2. γιά τή δεύτερη ἡμέρα, 3. γιά τήν τρίτη ἡμέρα, 4. γιά τήν Πρωτοχρονιά, 5. γιά τήν Κυριακή μετά τήν Πρωτοχρονιά καί 6. γιά τή γιορτή τῶν Θεοφανείων. Ἔχοντας ὅμως κοινό χαρακτηριστικό τό θέμα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τή μιά, συμμετρία καί ἀναλογία στή φόρμα ἀπό τήν ἄλλη, ἑνώθηκαν κατόπιν (1734) ἀπό τόν ἴδιο σέ μιά ἀξιοθαύμαστη ὀργανική ἑνότητα, γιά ν’ ἀποτελέσουν τό ἀριστουργηματικό ὀρατόριο τῶν Χριστουγέννων, πού ἐκτελέστηκε τήν ἴδια χρονιά στή Λειψία.
Ἀπό τά 16 «χορικά» του, τά 7 εἶναι γραμμένα μέ πολυφωνική ἀντιστικτική ἐπεξεργασία, ἐνῶ τά ὑπόλοιπα στόν τύπο τοῦ λεγομένου «κοράλ». Ὑμνοῦν τόν Χριστό καί τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί ἐνδιάμεσα τῶν χορικῶν, ἀκούγεται καί ἡ φωνή τοῦ Εὐαγγελίου (ὀξυφώνου) πού ἐξιστορεῖ τά συμβάντα τῆς Γεννήσεως κατά τά Ἱερά Εὐαγγέλια. Ἀκούγονται ἐπίσης οἱ Ἄγγελοι (ὑψίφωνο) καί ὁ Ἡρώδης (βαθύφωνο). Μετά ἀπ’ αὐτά ἀκολουθοῦν τά «ρετσιτατίβα» καί οἱ «ἄριες» πού ἀναφέρουν σκέψεις γιά τήν Γέννηση. Τέλος, ἡ γνωστή «συμφωνία τῶν Χριστουγέννων» ὁλοκληρώνει τό ἔργο.
Θεωρήσαμε χρήσιμο νά παρουσιάσουμε καί μάλιστα πρό τῆς μεγάλης Δεσποτικῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων τό ἔργο αὐτό, τοῦ μεγάλου αὐτοῦ μουσικοῦ, καθ’ ὅτι, ὡς ἔχει προσφυῶς λεχθεῖ, τό ἔργο του αὐτό, ἀναγνωρίζεται ὡς «ἡ πιό γερή καί ἡ πιό ἁγνή μουσική ἀμβροσία» καί ὡς «θρίαμβος τοῦ πνεύματος».
Εἰδικότερα, τίς ἡμέρες μας, ὅπου ἡ Εὐρώπη τείνει νά ἀπωλέσει τίς χριστιανικές ρίζες της εἶναι ἀπόλυτη ἀνάγκη, νά δοθεῖ ἡ δέουσα προσοχή καί νά ὑπάρχει σαφής νομοθεσία, ὥστε νά μήν ἐκφυλιστεῖ καί ἀλλοιωθεῖ ἡ πολιτιστική αὐτή παρακαταθήκη καί φθάσει στήν πλήρη ἀθεΐα καί τόν μηδενισμό. Τά αἴτια, βέβαια, αὐτῆς τῆς καταστάσεως στό εὐρωπαϊκό γίγνεσθαι εἶναι σαφῶς πολλά, πού ἀπορρέουν τόσο ἀπό τήν λατινική ἐκκλησιολογική ἀντίληψη, ὅσο καί ἀπό τήν ἰδεολογία τοῦ νεο – διαφωτισμοῦ, ζητήματα ἐξόχως ἐνδιαφέροντα, τά ὁποία ὅμως χρήζουν ἐπισταμένης μελέτης. Ἀλλά μία φωνή περίσκεψης πρέπει καί πάλιν ν’ ἀκουστεῖ, οὕτως ὥστε τό φαινόμενο μιᾶς μεταχριστιανικῆς Εὐρώπης, νά σταματήσει. Καί βέβαια καί ἐδῶ στήν Ἑλλάδα, ὑπάρχει ἕνας παραπικρασμός, γι’ αὐτά τά ἀσεβῆ πρός τόν χριστιανισμό, πού συμβαίνουν στόν εὐρωπαϊκό χῶρο, καθ’ ὅτι, δέν μένουμε σέ μία πνευματική καί πολιτιστική ἀδιαφορία.
Κανένας, δέν θά πρέπει νά λησμονεῖ, ὅτι τό εὐρωπαϊκό οἰκοδόμημα, ἔχει χριστιανικά πολιτιστικά ἐρείσματα καί ἐν προκειμένῳ, ὁ Μπάχ τό ἀποδεικνύει.