(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
[…] Μετά δε ημέρας τινάς έστειλεν ανθρώπους ο άρχων και έφερε τους Αγίους [τον Ιερομάρτυρα Κλήμη Επίσκοπο Αγκύρας και τον Μάρτυρα Αγαθάγγελο], και τους λέγει· «Με τας μαγείας σας εκάμετε τον όχλον να σηκώσουν χείρας επάνω μου και να βλασφημούν τους θεούς αναίσχυντα».
Οι δε είπον εις αυτόν· «Ο Θεός τους εφώτισε να κηρύξουν τον αλήθειαν, ότι εάν δεν ήτο Θεός αληθής, δεν έκαμνε τοιαύτα θαυμάσια. Λοιπόν μη αμελήσης, αλλά δος μας και άλλας τιμωρίας, όπως μελετάς, να ίδης πως μας λυτρώνει πάλιν από τας χείράς σου ως Θεός παντοδύναμος».
Τότε ο έπαρχος ανεβίβασε τους Αγίους εις την κορυφήν του όρους και πρώτον μεν κατέκοψε τας σάρκας αυτών και τα οστά (φεύ!) συνέτριψεν· έπειτα τους έβαλεν εις δύο σάκκους, και δένων εις αυτούς λίθους μεγάλους, τους έρριψεν από την κορυφήν του όρους εις τον κατήφορον, και κατέβαινον οι σάκκοι κατακτυπώντες εις τους λίθους, έως ου έπεσαν εις το πέλαγος, και όλοι ενόμισαν ότι απέθανον οι Μάρτυρες.
Οι δε φιλομάρτυρες επήγαν από το άλλο μέρος και εστέκοντο εις τον αιγιαλόν, αναμένοντες μήπως και τους εκβάλη η θάλασσα. Αφού δε παρήλθεν ώρα αρκετή βλέπουσι τους σάκκους αναβαίνοντας από τον βυθόν και πλέοντας εις τα ύδατα.
Όθεν εμβαίνοντες εις μίαν λέμβον επήραν τους σάκκους και ανοίξαντες αυτούς, βλέπουσιν, ω της αφάτου σου, Χριστέ βασιλεύ, και απορρήτου δυνάμεως! ζώντας τους Αγίους και δεν είχον ουδέ μικρόν σημείον πληγής επάνω των.
Ήλθε δε και φως εις αυτούς από τους ουρανούς το μεσονύκτιον, Άγιοι δε Άγγελοι λαβόντες αυτούς από την χείρα τους εξήγαγον εις την ξηράν και τους έδωσαν τροφήν ουράνιον, και φαγόντες εδυνάμωσαν, οι δε Άγγελοι τους εστερέωσαν και έγιναν ισχυρότεροι και δυνατώτεροι παρά ό,τι πρότερον, ερχόμενοι δε εις το μέσον της πόλεως διηγούντο εις τους πιστούς του Θεού τα θαυμάσια.
Περιπατούντες δε εις την οδόν οι Άγιοι εύρον δύο τυφλούς εις ένα δωμάτιον και ένα του οποίου ήτο εξηραμμένη η χείρ, και άλλον τελείως παράλυτον, εις τους οποίους προσεγγίσαντες τας χείρας οι Μάρτυρες εθεράπευσαν χωρίς κόπον και έξοδον.
Και όχι μόνον αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι, οίτινες είχον διαφόρους ασθενείας, ιατρεύθησαν.
Ταύτα μαθών ο έπαρχος εγνώρισεν, ότι όχι μόνον αυτούς δεν ηδύνατο να θανατώση, αλλά και εζημιώνετο πολλούς ειδωλολάτρας, οίτινες επίστευον εις τον Χριστόν, βλέποντες τοιαύτα θαυμάσια. Λοιπόν έστειλε προς τον βασιλέα γράμματα, να κάμη τους Αγίους ως βούλεται.
Ιδών δε εκείνος πόσα κολαστήρια έλαβον και δεν απέθανον, εδειλίασε να τους επιχειρηθή, διά να μη καταισχυνθή και αυτός εις το ύστερον, αλλά του έγραψε να τους στείλη εις τον ηγεμόνα της Αγκύρας, Κουρίκιον ονόματι, ίνα τους θανατώση εκείνος εις αυτήν την χώραν του Κλήμεντος.
Τούτο δε ήτο οικονομία Θεού και πρόνοια να υπάγη πάλιν ο θείος Κλήμης εις την πατρίδα του, αφού επέρασε τόσην γην και θάλασσαν, καθώς αυτός ηύχετο, ως άνωθεν είρηται.
Όταν λοιπόν έφθασεν ο Άγιος εις την χώραν του, ηυχαρίστει τον Θεόν με φαιδρότητα, λέγων· «Δόξα σοι, Χριστέ ο Θεός, ότι επήκουσες της δεήσεώς μου και με έφερες εις την πατρίδα μου με καλήν προσθήκην τον σύναθλον Αγαθάγγελον»…
Οι Άγιοι Ιερομάρτυρας Κλήμης Επίσκοπος Αγκύρας και ο Μάρτυρας Αγαθάγγελος τιμώνται στις 23 Ιανουαρίου.
Απόσπασμα από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Ιανουάριος, τόμος Α’.