Άγιος Αντώνιος: Ένας ολοζώντανος και λαμπρότατος καθρέφτης της ουράνιας πολιτείας!

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Λόγος εγκωμιαστικός εις τον Μέγαν Αντώνιον
Του Ιεροδιδασκάλου Μακαρίου του Πατμίου ακμάσαντος κατά τον ΙΗ’ αιώνα,
ληφθείς εκ της «Ευαγγελικής Σάλπιγγος»

Ευχάριστοι οι άνθρωποι εις τας σωματικάς ευεργεσίας, τάχα να είναι οι αυτοί και εις τας πνευματικάς; επαινετοί διά τας κοσμικάς ωφελείας, τάχα να είναι τοιούτοι και διά τας υπερκοσμίους;

Επαινετός κοντά εις τους Αθηναίους Δράκων τις και Σόλων διά την εύρεσιν των Νόμων· διά τούτο το ίδιον αίτιον και οι Αιγύπτιοι έπλεκον πολλά στέφανα εγκωμίων εις τον τρισμέγιστον Ερμήν, οι Λακεδαιμόνιοι εις τον Λυκούργον και οι Ρωμαίοι εις τον Νουμάν Πομπήλιον.

Και τι κάμνει χρεία να ενθυμώμαι τα μερικά; ολόκληρα έθνη επαινούνται έως της σήμερον διά τινα εύρεσιν ευεργεσίας επιγείου ούτως επαινούνται οι Αιγύπτιοι διά την εύρεσιν της μοναρχίας· οι Εβραίοι διά την εύρεσιν της ποιητικής· οι Υιοί του Σηθ διά την εύρεσιν της αστρολογίας και των γραμμάτων· ο Ασκληπιός διά την εύρεσιν της ιατρικής· ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος διά την εύρεσιν της σφαίρας και των ωρολογίων· ο Κλεοφάνης ο Κορίνθιος διά την εύρεσιν των διαφόρων χρωμάτων· ο Ορφεύς διά την εύρεσιν της κιθάρας και της μουσικής· και διά να είπω με ένα λόγον, πολλήν αίσθησιν έχει ο άνθρωπος εις τας σωματικάς ευεργεσίας, τάχα να είναι τοιούτος και εις τας ψυχικάς;

Μου φαίνεται εις την ευεργεσίαν τούτων να είναι πολύ αργός, πολύ δυσκολοκίνητος και προσέξατε να εννοήσητε τούτου την αλήθειαν.

Τι σύγκρισιν έχουσιν αυταί αι ευρέσεις, αυταί αι ευεργεσίαι, τας οποίας προυξένησαν οι προειρημένοι άνθρωποι εις τους ανθρώπους, με εκείνας τας ευεργεσίας, με εκείνας τας ευρέσεις, τας οποίας εγέννησεν ο νους, με πολλούς ιδρώτας και αγώνας του σήμερον εορταζομένου Αγίου Αντωνίου;

Αυτός δεν είναι όστις μας έδειξε την ευκολωτάτην τέχνην, με την οποίαν να κατατροπώνωμεν τους τρεις μεγάλους και ακοιμήτους εχθρούς μας, την σάρκα, λέγω, τον κόσμον και τον διάβολον;

Αυτός δεν είναι ο πρώτος, όστις μας ήνοιξε μίαν σύντομον και ευκολωτάτην οδόν, διά να αναβώμεν εις την αιώνιον και μακαριωτάτην μας πατρίδα;

Τις άλλος ωσάν τούτον τον Μέγαν Αντώνιον εφανέρωσε τας απειλάς, τα φόβητρα, τας επιβουλάς του κοινού μας εχθρού διαβόλου, ότι δηλαδή δεν είναι ταύτα τίποτε άλλο παρά μία φαντασία, εν ψεύδος αδύνατον; τις έδειξεν ωσάν τον Άγιον Αντώνιον την φαινομένην ανδρείαν του διαβόλου, ότι δεν είναι άλλο, παρά μία παντελής αδυναμία;

Τις άλλος εφανέρωσε την κολακείαν του σώματος, ότι είναι εις βρόχος θανατηφόρος της ψυχής;

Τις άλλος απεκάλυψε τόσον την κεκρυμμένην απάτην του κόσμου;

Αυτός δεν είναι όστις εκ νεότητος έδειξε θαυμαστήν και άγνωστον πρότερον τέχνην, με την οποίαν δύναται ο πλούσιος να μεταφέρη τον πλούτόν του εις τον ουρανόν;

Τόσας ευρέσεις, τόσα νέα πράγματα, όλα ουράνια, όλα ψυχωφελή, όλα θεάρεστα, επενόησε πρώτος, ευρήκε πρώτος, μας έδειξε πρώτος ο Μέγας Αντώνιος με την ιδικήν του ζωήν, όχι με το χαρτί και μελάνι, αλλά με ιδρώτας και πόνους· και όμως, πού είναι οι έπαινοί του; πού τα εγκώμιά του; πού η αίσθησις των ανθρώπων εκείνη, την οποίαν έχουν εις τας σωματικάς ευεργεσίας;

Αλλ’ έστω δεδοξασμένον το όνομα του γλυκυτάτου μας Ιησού, εκείνου όστις ηξεύρει όχι μόνον να τιμά αλλά και να επαινή τα καλά. Αυτός επάρας σήμερον τους οφθαλμούς αυτού εις τους μαθητάς αυτού, είδε την εκούσιον πτωχείαν του Μεγάλου Αντωνίου και την επήνεσε· «Μακάριοι οι πτωχοί» λέγων, «ότι υμετέρα εστίν η Βασιλεία των ουρανών».

Είδε τας νηστείας και τας εμακάρισε· «Μακάριοι οι πεινώντες νυν, ότι χορτασθήσεσθε». Είδε τας προσευχάς, τα δάκρυα και τα εκαλοτύχησε· «Μακάριοι οι κλαίοντες νυν, ότι γελάσετε».

Ω έπαινοι, ω στέφανα λαμπρά του Αγίου Αντωνίου, και όχι μόνον λαμπρά, αλλά και πολλά, ώστε δεν ήθελον ειπεί πράγμα έξω της αληθείας σήμερον, ανίσως και ονομάσω τον Άγιον Αντώνιον εν λαμπρότατον και έμψυχον κάτοπτρον της Ουρανίου Πολιτείας, επειδή μέσα εις την μακαρίαν αυτού ψυχήν ευρίσκω την λαμπρότητα των Αγίων Πάντων.

Και δι’ άλλα μεν αξιοθαύμαστος είναι ο ουρανός, ότι καθέδρα Θεού εστιν, ότι διαφανές σώμα και λαμπρότατος υπέρ τον ήλιον, ότι γαληνιαίος [γαλήνιος] και ατάραχος κατά πάντα τον αιώνα, αλλά προς τούτοις λαμπρός, αξιοθέατος και άξιος διά να αρπάζη κάθε οφθαλμόν εις την θεωρίαν του, καθώς ακριβώς έλεγεν ο παλαιός εκείνος Αναξαγόρας, ότι δεν εγεννήθη δι’ άλλο ειμή διά να βλέπη τον ουρανόν, επειδή ηξιώθη να είναι περιδιάβασις των Αγγέλων, οίκος των μακαρίων, σκηνή και παλάτιον των Μαρτύρων και να είπω με ένα λόγον, αυτός ο ουρανός είναι το μυριοχαριτωμένον παλάτιον, ο γαληνότατος λιμήν, ο ευωδέστατος κήπος μέσα εις τον οποίον χαίρονται, αναπαύονται και υμνολογούσι τον των πάντων Θεόν τα μακάρια πνεύματα των Δικαίων, Οσίων, Μαρτύρων, ελεημόνων και απλώς πάσαι αι ψυχαί των εγγεγραμμένων εν βίβλω ζωής. Τοιούτος ένδοξος, τοιούτος περιβόητος ο φαινόμενος ούτος και άψυχος ουρανός, μάλιστα διά τους οικήτοράς του.

Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Ιανουάριος, τόμος α’.