(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Το 1950 ήταν τεσσάρων ετών μία μικρή στη Δράμα κι έπασχε σοβαρά από ατροφία των ποδιών της και δεν μπορούσε να βαδίσει. Οι ιατροί προσπαθούσαν για καιρό να τη θεραπεύσουν, αλλά δεν μπορούσαν.
Μία ημέρα η αδελφή της άρρωστης μικρής πήγε στο μοναστήρι με άλλες τριάντα γυναίκες από τη Δράμα. Πλησίασε τον όσιο και τον ρώτησε αν θα πρέπει να συνεχίσουν την ιατρική θεραπεία.
Εκείνος απάντησε κάπως αδιάφορα, πως, αν θέλουν, ας συνεχίσουν.
Τότε σκέφτηκε μέσα της «είμαστε τόσο αμαρτωλοί που ο Θεός μας ξέχασε και ούτε ο Γέροντας θέλει να μας βοηθήσει» και καυτά δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της.
Τότε με λύπη και βεβαιότητα ο όσιος της είπε: «Όχι, ο Θεός επέτρεψε να το πάθει αυτό η αδελφή σου. Θα γίνει σκαμνί, να, έτσι θα διπλωθεί, αν την πάτε στον γιατρό».
Τότε άνοιξε λίγο το ράσο του κι έβγαλε από τον λαιμό του το πολύτιμο φυλαχτό της γιαγιάς του, που του έσωσε τη ζωή, και διηγήθηκε το θαύμα που του έγινε.
«Αν έχετε πίστη, θα πάτε στην Τούμπα, στην Αγία Τριάδα των Σερρών και εκεί θα περπατήσει και όχι μόνο θα περπατήσει, αλλά και τον εαυτό της θα εξυπηρετήσει. Έχετε πίστη λοιπόν».
Η μητέρα του κοριτσιού το πήρε στην αγκαλιά της και την παραμονή της πανηγύρεως της Αγίας Τριάδος, πήγε και το άφησε μπροστά στο προσκυνητάρι της αγίας εικόνας προσευχόμενη θερμά.
Κάποια στιγμή, μετά τα μεσάνυκτα, είδε το παιδί της να μη βρίσκεται στη θέση του. Θαυμαστά είχε περπατήσει.
Έφυγε παράλυτο από το χωριό του Δασωτό κι επέστρεψε να περπατά άνετα.
Πήγε η μητέρα με το θεραπευμένο κορίτσι της στον όσιο Γέροντα να τον ευχαριστήσει. Μόλις τους είδε άνοιξε το ράσο του, τύλιξε μέσα τη μικρούλα και γελώντας είπε: «Το πρόβατό μου ήρθε».