Άγιος Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, Η συνεχής συμπαράστασή του προς τους ανθρώπους

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Όταν τον ρωτούσαν [τον Άγιο Ιερώνυμο τον Σιμωνοπετρίτη] γιατί δεν βγάζει μήτε τη νύχτα τα μοναχικά του ενδύματα, ίσως επειδή δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν κάτι άλλο, απαντούσε· «Ο καλόγερος είναι σαν τον στρατιώτη. Πρέπει να είναι ανά πάσαν στιγμήν πανέτοιμος. Εάν μού κτυπήσουν την θύραν την νύκτα και μου ειπούν κάποιος ασθενής έχει ανάγκην να μεταλάβη, μέχρι να ενδυθώ μπορεί να αποθάνη και να μην προλάβη…».

Κάποτε, μόλις είχε επιστρέψει από πολύ δρόμο και κάθησε να φάη, δεν πρόλαβε να βάλη την πρώτη κουταλιά στο στόμα του και ακούει να τού χτυπούν και να τον καλούν σε ασθενή. «Έρχομαι αμέσως», είπε.

Το πνευματικό του τέκνο τού είπε πως θα μπορούσε να φάη και μετά να πάη. «Μπορεί να μην προλάβουμε», ήταν η απάντησή του και ξεκίνησε δίχως να γευτή το φαγητό του.

Πράγματι μόλις τέλειωσε την εξομολόγηση και την μετάληψη των τιμίων δώρων, ο ασθενής βάρυνε [και δεν μπορούσε πλέον να τον κοινωνήσει].

Άλλη φορά, πηγαίνοντας νύχτα να μεταλάβη κάποιον γέροντα, στην επιστροφή έπεσε σ’ ένα βαθύ χαντάκι, πάνω από δύο μέτρα. Συνήθιζε να βαστά τ’ άχραντα μυστήρια στον κόρφο του, όπως η μάνα το παιδί.

Δεν έπαθε από το πέσιμο τίποτε παρά μια γρατζουνιά.

Όταν έτρεξαν να τον βοηθήσουν, τον βρήκαν να βαστά πιο σφιχτά τα τίμια δώρα και το πρόσωπό του να έχη μια ανέκφραστη ιλαρότητα. Όταν έπαιρνε σ’ αυτές τις επισκέψεις του κανέναν μαζί του, τού έλεγε· «Εσείς θα πηγαίνετε από το απέναντι πεζοδρόμιο» και βάδιζε προσεκτικά, γρήγορα και αμίλητα.

Αυτός που φοβάται αληθινά τον Θεό, δεν φοβάται τίποτε. Η αφοβία του ήταν κάτι που εντυπωσίαζε. Ό,τι κι αν άκουγε, ό,τι κι αν τού ζητούσαν ποτέ δεν τον έβλεπες μ’ έκπληξη, με ταραχή.

Τ’ άκουγε όλα με προσοχή, ήσυχος και γαλήνιος. Τίποτε δεν τον δείλιαζε. «Ουαί καρδίαις δειλαίς» και «οκνηρούς καταβάλλει φόβος», κατά την Γραφή.

Πνευματικό του τέκνο, διηγείται: «Όταν αρρώστησε βαρειά η μητέρα μου ερχότανε καθημερινώς και την κοινωνούσε. Ερχότανε μέσα στα μεσάνυκτα, μακριά στην Καισαριανή, μέσα από σκοτάδια και ρέματα. Τίποτε δεν φοβόταν. Στον δρόμο ποτέ δεν μιλούσε.

Έτρεχα από πίσω του και δεν τον προλάβαινα. Ήταν τότε η Κατοχή. Την ημέρα που ήταν να κοιμηθή η μητέρα την ασπάστηκε στο μέτωπο.

Πράγμα ασυνήθιστο γι’ αυτόν και της είπε: Θα συναντηθώμεν εις τον Παράδεισον. Εμείς δεν καταλάβαμε. Ήθελε η ίδια να την κάμη μοναχή. Όταν βάρυνε πολύ… δεν ήθελε τότε ο Γέροντας. Τού μιλούσε τούρκικα και εγώ μετέφραζα τις εξομολογήσεις της, γιατί δεν μιλούσε καλά τα ελληνικά.

Πριν πεθάνη του είπε: Τώρα δεν είσθε μόνο πατέρας των τέκνων μου αλλά και μητέρα. Ήταν τριανταπέντε χρόνια χήρα πολύτεκνη.

Ο Γέροντας δάκρυσε και είπε: Άλλη μία μητέρα μού το ζήτησε αυτό.

Αυτός την κήδεψε την άλλη ημέρα. Ευλόγησε τις βέρες των αδελφών μου, τα παιδιά τους.

Στο αντάρτικο ερωτούσε τον καθένα, πώς είναι οι δικοί του. Δόξα σοι ο Θεός, έλεγε, σαν μάθαινε πως όλοι είναι καλά.

Δεν ήθελε να λυπήση κανένα του τέκνο». Ο λόγος του Θεού «γίνου ορφανοίς ως πατήρ και αντί ανδρός τη μητρί αυτών· και έση ως υιός Υψίστου και αγαπήσει σε μάλλον ή μήτηρ σου», ταιριάζει απόλυτα στον φιλόστοργο πατέρα Ιερώνυμο.

Πολλές φορές τον έχαναν τις νύχτες. Τον έβλεπαν βιαστικά να επιστρέφη λίγο πριν από την πρωινή ακολουθία. Αν τον ρωτούσαν που είχε πάει, κάτι έβρισκε να πη για να κρυφτή, ή δεν έλεγε τίποτε, οπότε δεν τολμούσαν να συνεχίσουν, γιατί τη σιωπή του την σεβόντουσαν.

Ήξεραν ότι πίσω από τη σιωπή του κρύβεται αρετή. Μετά από καιρό έμαθαν, πως πήγαινε σε σπίτια ασθενών. Αν είχαν κάποιον πλάι τους, τούς έλεγε· «Πηγαίνετε να ξεκουρασθήτε και θα μείνω εγώ με τον ασθενή».

Τους έκανε συντροφιά όλη νύχτα προσευχόμενος και υπηρετώντας, εκτελώντας κάθε επιθυμία των ασθενών, ακόμη και τις πιο ταπεινωτικές με υπομονή και χαρά.

Εκοιμήθη στις 6 Ιανουαρίου του 1957. Η μνήμη του τιμάται στις 9 Μαΐου.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη, «Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, ο Γέρων της «Αναλήψεως», έκδοση Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα, Άγιον Όρος.