Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: Με το ζήλο, το σθένος, την φροντίδα και τον αγώνα, γινόμαστε ικανοί να αποκτήσουμε την αγάπη του Θεού!

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, Παράφραση των 50 λόγων του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου σε 150 κεφάλαια

α΄) Περί της πνευματικής τελειότητας

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2022/01/agios-makarios-o-egiptios-i-psichi-den-prepi-na-akolouthi-dio-gnomes/

6. «Η αγάπη όλα τα δέχεται, όλα τα υπομένει· η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει», λέει ο Απόστολος. Με το «ουδέποτε εκπίπτει» εννοεί το εξής: Εκείνοι που έλαβαν τα χαρίσματα του Πνεύματος που ανέφερε, αλλά δεν αξιώθηκαν ακόμη την τέλεια ελευθερία από τα πάθη μέσω της πλήρους και ενεργούς αγάπης, δεν έφτασαν ακόμη στην ασφάλεια, αλλά η αρετή τους βρίσκεται ακόμη σε κίνδυνο και αγώνα και φόβο λόγω της επιβουλής των πονηρών πνευμάτων.

Η τέλεια αγάπη όμως δεν υπόκειται ούτε σε πτώση, ούτε σε πάθος, αλλά, όπως υπέδειξε ο Απόστολος, είναι τέτοια ώστε οι γλώσσες των Αγγέλων, η προφητεία, όλη η γνώση και τα χαρίσματα των ιαμάτων είναι μηδέν όταν παραβληθούν με εκείνη.

7. Ο λόγος που ο Κύριος παρουσίασε την τελειότητα ως σκοπό, είναι για να βλέπει ο καθένας πόσο φτωχός είναι από ένα τόσο μεγάλο πλούτο και να τρέχει με ζέση και ορμή προς αυτό το τέρμα και να διανύει έτσι τον πνευματικό δρόμο μέχρις ότου το φτάσει, όπως λέει ο Απόστολος: «Έτσι να τρέχετε, για να κερδίσετε το βραβείο».

8. Το να απαρνηθεί κανείς τον εαυτό του σημαίνει το εξής:

Να είναι κανείς παραδομένος τελείως στην αδελφότητα και να μην ακολουθεί διόλου δικό του θέλημα, μήτε να έχει τίποτε δικό του, παρά μόνο το ένδυμα, για να είναι από όλα ελεύθερος και να εκτελεί με χαρά ό,τι τον διατάζουν. Τους αδελφούς όλους και μάλιστα τους ανωτέρους και εκείνους που έχουν αναλάβει τα βάρη της μονής, να τους θεωρεί κυρίους και δεσπότες του για τον Χριστό, υπακούοντας σ’ Αυτόν που είπε: «Όποιος από σας θέλει να είναι Πρώτος και μέγας, ας είναι τελευταίος απ’ όλους και υπηρέτης σε όλους και δούλος όλων».

Να μην επιδιώκει από τους αδελφούς ούτε δόξα, ούτε τιμή, ούτε έπαινο, ακόμη κι εκείνον τον έπαινο που συνοδεύει την καλή διακονία και διαγωγή. Γιατί λέει ο Απόστολος: «Να διακονείτε με κάθε καλή διάθεση, όχι για τα μάτια και για να είστε αρεστοί στους ανθρώπους». Και να θεωρεί πάντοτε τον εαυτό του χρεώστη της διακονίας προς τους αδελφούς με αγάπη και απλότητα.

9. Οι προϊστάμενοι της αδελφότητας, επειδή έχουν αναλάβει μεγάλο έργο, πρέπει να αγωνίζονται προς τις αντίθετες πανουργίες της κακίας με την ταπεινοφροσύνη, για να μην πέσουν στο πάθος της υπερηφάνειας και, ασκώντας δυναστική εξουσία στους υποταγμένους αδελφούς, προξενήσουν στον εαυτό τους ζημία αντί μέγιστο κέρδος.

Αλλά σαν εύσπλαχνοι πατέρες και σαν να έχουν παραδώσει για τον Θεό τους εαυτούς των στην αδελφότητα σωματικά και πνευματικά, να φροντίζουν γι’ αυτούς και να τους επιμελούνται σαν παιδιά του Θεού. Στα φανερά βέβαια δεν πρέπει να αμελούν τα καθήκοντα του προϊσταμένου, δηλαδή να διατάζουν, ή να συμβουλέψουν τους πιο ώριμους, ή να επιπλήξουν, ή να ελέγξουν όπου χρειάζεται, ή να παρηγορήσουν όπου πρέπει, για να μην επέλθει σύγχυση στα μοναστήρια με την πρόφαση της ταπεινώσεως ή της πραότητας, καθώς θα καταργείται η πρέπουσα διάκριση σε προϊσταμένους και σε υποτακτικούς.

Βαθιά όμως στην καρδιά τους να πιστεύουν ότι είναι ανάξιοι δούλοι όλων των αδελφών και, σαν καλοί παιδαγωγοί που τους έχουν εμπιστευθεί τα παιδιά του κυρίου τους, να φροντίζουν με κάθε καλή διάθεση και φόβο Θεού να καταρτίζουν καθένα αδελφό σε κάθε καλό έργο, γνωρίζοντας ότι γι’ αυτόν τον κόπο τους ο Θεός τους έχει ετοιμάσει μεγάλο και αναφαίρετο μισθό.

10. Αυτοί που έχουν αναλάβει την παιδαγωγία παιδιών που τυχαίνει να είναι κάποτε και δικοί τους κύριοι, για χάρη της αγωγής και της ευταξίας δεν παραμελούν και να τα χτυπούν, αλλά με αγάπη. Έτσι πρέπει και οι προεστώτες όχι από θυμό και υψηλοφροσύνη, ούτε για εκδίκηση, να τιμωρούν τους αδελφούς εκείνους που έχουν ανάγκη παιδεύσεως, αλλά με σπλάχνα οικτιρμών, και με σκοπό πνευματικής ωφέλειας να προξενούν τη διόρθωσή τους.

11. Ο καθένας που θέλει να χαραχθούν επάνω του αυτά τα καλά ήθη, πρέπει πριν από κάθε άλλο και παντού να επιδιώκει το φόβο του Θεού και την ιερή αγάπη, η οποία είναι η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή.

Και να την ζητεί από τον Κύριο ακατάπαυστα να την κάνει περιεχόμενο της καρδιάς του, και έτσι με τη συνεχή και αδιάκοπη μνήμη του Θεού, προκόβοντας μέρα τη μέρα με τη χάρη, να προσθέτει σ’ αυτήν και να την αυξάνει.

Γιατί με το ζήλο και το σθένος, την φροντίδα και τον αγώνα, γινόμαστε ικανοί να αποκτήσουμε την αγάπη του Θεού, η οποία διαμορφώνεται μέσα μας με τη χάρη και τη δωρεά του Χριστού. Από αυτήν κατορθώνουμε εύκολα και τη δεύτερη εντολή, δηλαδή την αγάπη προς τον πλησίον.

Γιατί τα πρώτα πρέπει να μπαίνουν μπροστά και να τα φροντίζουμε περισσότερο από τα άλλα, και κατόπιν τα δεύτερα ακολουθούν τα πρώτα.

Αν τώρα κανείς παραμελήσει την πρώτη και μεγάλη εντολή, δηλαδή την αγάπη προς τον Θεό, —η οποία συγκροτείται από την εσωτερική μας διάθεση, την αγαθή συνείδηση και τα ορθά περί Θεού φρονήματα, συνάμα δε και από τη θεία βοήθεια—, και από τη δεύτερη θέλει μόνο στην εξωτερική επιμέλεια της διακονίας να αφοσιωθεί, είναι αδύνατο να την ασκήσει σωστά και καθαρά.

Γιατί όταν η κακία βρει το νου έρημο από τη μνήμη και την αγάπη και την αναζήτηση του Θεού, ή κάνει να φαίνονται δύσκολα και κοπιαστικά τα θεία προστάγματα, συδαυλίζοντας στην ψυχή γογγυσμούς και λύπες και κατηγορίες εναντίον της διακονίας των αδελφών, ή τον εξαπατά με την ιδέα ότι είναι τάχα ενάρετος και τον φουσκώνει και τον παραπείθει να θεωρεί τον εαυτό του άξιο τιμής και σπουδαίο και τέλειο τηρητή των εντολών.

Από τον γ’ τόμο, της «Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών», των εκδόσεων το Περιβόλι της Παναγίας. Μετάφραση Αντώνιος Γαλίτης, 1986.