(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Υπόμνημα της ΙΗ´ Ιανουαρίου
Ο Άγιος Κύριλλος ήτον επί της βασιλείας Θεοδοσίου του μικρού εν έτει υιε´ [415], ανεψιός ων Θεοφίλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, και του θρόνου αυτού γενόμενος διάδοχος. Ούτος εστάθη έξαρχος και προστάτης της εν Εφέσω αγίας και Οικουμενικής Τρίτης Συνόδου, της εν έτει υλα´ [431] συγκροτηθείσης, και τον δυσσεβή καθείλε Νεστόριον, ο οποίος βλάσφημα πολλά κατά της Αγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, ο κακόδοξος εδογμάτισε.
Με πολλά δε κατορθώματα και αρετάς ο Άγιος ούτος Κύριλλος διαλάμψας, προς Κύριον εξεδήμησε.
Ολίγον τι είχε πλέον εύμορφον το χρώμα του προσώπου, είχε τα οφρύδια δασέα και μεγάλα και στρογγυλά με ευαρμοστίαν. Ήτον μακρομύτης, είχε τα μάγουλα μακρά, και τα χείλη παχέα, ήτον φαλακρός, είχε το μέτωπον μικρόν, και το γένειον δασύ και μακρόν, είχε τα μαλλία συνεστραμμένα και σκαντζουρά, ήτον ολίγον ξανθός, είχε τας τρίχας μεμιγμένας, ήτοι άσπρας με μαύρας.
Τελείται δε η Σύναξις αυτών εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία.
Σημειούμεν εδώ, ότι η κυρία μνήμη της τελευτής του Αγίου Κυρίλλου, δεν είναι σήμερον, αλλά κατά την ενάτην του Ιουνίου μηνός. Σήμερον δε είναι μόνον η μνήμη της φυγής του Αγίου, ως δηλοί το δίστιχον τούτο, δηλαδή της από Αλεξανδρείας εις Έφεσον ίσως αναβάσεως αυτού.
Αξία γαρ εορτής εκρίθη η τοιαύτη του Αγίου φυγή, διατί εστάθη αιτία πολλών αγαθών εις την Εκκλησίαν του Χριστού. Καθότι δι’ αυτής, η μεν αγία και Οικουμενική Τρίτη Σύνοδος συνεκροτήθη, η του Νεστορίου βλάσφημος αίρεσις εξωστρακίσθη, και η Ορθοδοξία της πίστεως εις την οικουμένην εκηρύχθη.
Το δε σιγής οπού ευρίσκεται εν τοις τετυπωμένοις Μηναίοις αντί του φυγής, τυπογραφικόν σφάλμα εστίν.
Υπόμνημα της Θ´ Ιουνίου
Τον κατά πλάτος Βίον του Αγίου τούτου Κυρίλλου, όστις ήκμασε κατά το υκ´ [420] έτος, όρα εις το Νέον Εκλόγιον, τον οποίον η εμή αδυναμία μετέφρασεν βέλτιον, και εις ην οράται τελειότητα ήγαγεν.
Ομοίως όρα περί του Αγίου τούτου, και εις την δεκάτην ογδόην του Ιανουαρίου. Σημειούμεν δε ενταύθα, ότι η καθ’ αυτό και κυρία μνήμη και κοίμησις του Αγίου τούτου, εορτάζεται σήμερον.
Εις δε την δεκάτην ογδόην του Ιανουαρίου μηνός, δεν εορτάζεται η μνήμη της κοιμήσεως και τελευτής του, αλλά η μνήμη της φυγής του. Δηλαδή της από της Αλεξανδρείας εις Έφεσον ίσως αναβάσεώς του.
Αξία γαρ εορτής εκρίθη η τοιαύτη του Αγίου φυγή, διατί εστάθη αιτία πολλών αγαθών εις την Εκκλησίαν του Χριστού.
Καθότι δι’ αυτής, η μεν αγία και Οικουμενική Τρίτη Σύνοδος συνεκροτήθη, η δε του Νεστορίου βλάσφημος αίρεσις εξωστρακίσθη, και η Ορθοδοξία της πίστεως εις την οικουμένην εκηρύχθη. Μαρτυρούσι δε τούτο, και άλλα πολλά, μάλιστα δε οι εν τη δεκάτη ογδόη του Ιανουαρίου ευρισκόμενοι στίχοι ούτοι.
Φυγής Κυρίλλου σήμερον μνήμην άγει,
Αλλ’ ου τελευτής της αειμνήστου κτίσις.
Το δε, σιγής (αντί φυγής) ευρισκόμενον εν τοις τετυπωμένοις Μηναίοις, τυπογραφικόν σφάλμα εστίν. Ότι δε εξ αντιστρόφου, σήμερον είναι η καθ’ αυτό μνήμη της κοιμήσεως του Αγίου, μαρτυρούσι και τούτο οι ανωτέρω στίχοι του Χριστοφόρου Πατρικίου Μυτιληναίου.
Τούτου του Αγίου την Ακολουθίαν ανεπλήρωσεν η εμή αδυναμία, και τελείαν αυτήν απειργάσατο. Ου γαρ έκρινα εύλογον να μη μεταδώσω εις το κοινόν διά του τύπου, τοιούτου μεγάλου Πατρός τροπάρια.
Περί του Αγίου Κυρίλλου τούτου γράφει ο Ευεργετινός, σελ. 453, ότι ηρώτησεν αυτόν ένας αδελφός, όστις ενωχλείτο από τους λογισμούς της πορνείας, λέγων· τι ποιήσω Πάτερ; Και απεκρίθη αυτώ ο Άγιος· ανίσως δεν έχης λογισμούς, έχεις την πράξιν, ήτοι ανίσως δεν αντιστέκεσαι εις τους αισχρούς λογισμούς, φανερόν ότι πράττεις αυτούς, και διά τούτο δεν ενοχλείσαι πλέον από αυτούς.
Διατί εκείνος οπού τελειόνοι διά του έργου, όσα οι λογισμοί του υποβάλλουσιν, αυτός, πως θέλει ενοχλείται από αυτούς; Είπε δε ο Άγιος προς τον αδελφόν· μήπως έχης συνομιλίαν και συναναστροφήν με γυναίκα; Ο αδελφός απεκρίθη, ουχί, αλλ’ οι λογισμοί μου, είναι παλαιοί και νέοι ζωγράφοι (ήγουν αι ενθυμήσεις και τα είδωλα των λογισμών, είναι οπού με ενοχλούσιν, αι οποίαι ενθυμήσεις, είναι μεν παλαιοί ζωγράφοι, καθότι παλαιά έφθασαν να τυπωθούν εις την φαντασίαν μου· είναι δε και νέοι ζωγράφοι, καθότι συνεχώς διά της προλήψεως η προσβολής, νεάζουν και ανακαινίζονται εις την φαντασίαν μου).
Απεκρίθη αυτώ ο Άγιος· νεκρούς μη φοβήσαι, αλλά τους ζωντανούς φεύγε, και εκτείνου μάλλον εις προσευχήν. Και νεκρούς μεν, ωνόμασεν ο θείος Πατήρ, τας παλαιάς ενθυμήσεις των απόντων προσώπων, οπού είδέ τινας.
Ζωντανούς δε, τας συνομιλίας και συναναστροφάς των παρόντων ζώντων προσώπων, από τα οποίά τινας σκανδαλίζεται.
Σημείωσαι, ότι εις τον μέγαν τούτον Κύριλλον εγκώμιον γλαφυρώτατον έπλεξεν ο υπερφυής Ζωναράς, ου η αρχή· «Άρδει μεν ο πολυχεύμων Νείλος, ο ποταμός ο Αιγύπτιος». (Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τω τετάρτω Πανηγυρικώ της Ιεράς Μονής του Βατοπαιδίου, και εν τη του Διονυσίου, αλλά δη και εν τη των Ιβήρων.)