(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Βασιλειών Α’ (Μασ. Σαμουήλ Α’)
Α’ Βασιλέων 24
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2025/12/profitis-samouil-o-vasilias-katadiokei-ton-david/
Α Βασ. 24,1 Ο Δαυίδ εσηκώθη, ανεχώρησεν από εκεί και εστρατοπέδευσεν εις τας στενωπούς και τα καταφύγια της περιοχής Εγγαδδί.
Α Βασ. 24,2 Όταν ο Σαούλ επέστρεψεν από την καταδίωξιν των αλλοφύλων, του ανήγγειλαν ότι ο Δαυίδ ευρίσκεται εις την έρημον Εγγαδδί.
Α Βασ. 24,3 Ο Σαούλ επήρε μαζί του τρεις χιλιάδας άνδρας εκλεκτούς από όλους τους Ισραηλίτας και επορεύθη, διά να αναζητήση και εύρη τον Δαυίδ και τους άνδρας του εις την περιοχήν Σαδαϊέμ.
Α Βασ. 24,4 Έφθασε εις τα ποιμνιοστάσια, που ευρίσκοντο παραπλεύρως από κάποιον δρόμον. Εκεί υπήρχεν ένα σπήλαιον. Εις αυτό εισήλθεν ο Σαούλ, διά να ανακουφισθή και ξεκουρασθή. Εις το εσωτερικόν όμως του σπηλαίου εκάθηντο ο Δαυίδ και οι άνδρες του.
Α Βασ. 24,5 Οι άνδρες του Δαυίδ είπαν προς αυτόν· «ιδού, έφθασεν η ημέρα, κατά την οποίαν ο Κύριος απεφάσισε και σου παρέδωσεν εις τα χέρια τον εχθρόν σου. Κάμε λοιπόν εις αυτόν ό,τι σου φαίνεται καλόν». Ο Δαυίδ εσηκώθηκε, επλησίασε τον κοιμώμενον Σαούλ και αφήρεσε ένα άκρον από το επανωφόρι του Σαούλ κρυφίως.
Α Βασ. 24,6 Κατόπιν όμως ο Δαυίδ ησθάνθη μεγάλην στενοχωρίαν εις την καρδίαν του, διότι αφήρεσε το άκρον από το επανωφόρι του Σαούλ.
Α Βασ. 24,7 Είπε δε προς τους άνδρας του· «ποτέ να μη επιτρέψη ο Κύριος και κάμω το πράγμα αυτό, το κακόν που υπονοείτε, στον κύριόν μου τον Σαούλ, ο οποίος έχει χρισθή βασιλεύς από τον Θεόν. Ποτέ εγώ δεν θα βάλω το χέρι μου εις αυτόν, διά να τον φονεύσω, διότι αυτός έχει χρισθή από τον Κύριον ως βασιλεύς και είναι βασιλεύς».
Α Βασ. 24,8 Με τα λόγια αυτά έπεισεν ο Δαυίδ τους άνδρας του και δεν τους αφήκε να ξεσηκωθούν και να φονεύσουν τον Σαούλ. Ο Σαούλ έπειτα εσηκώθηκε και κατέβαινε την οδόν αυτού.
Α Βασ. 24,9 Ο Δαυίδ εσηκώθη από το σπήλαιον έπειτα από την αναχώρησιν του Σαούλ και εφώναξε πίσω από αυτόν λέγων· «Κύριε, βασιλεύ!». Ο Σαούλ εγύρισε την κεφαλήν προς τα οπίσω και τότε ο Δαυίδ έσκυψε το πρόσωπον αυτού εις την γην και προσεκύνησε τον Σαούλ.
Α Βασ. 24,10 Είπε δε ο Δαυίδ προς τον Σαούλ· «διατί πείθεσαι εις τας συκοφαντίας ανθρώπων αναξιοπίστων, οι οποίοι σου λέγουν· Ιδού, ο Δαυίδ ζητεί την ζωήν σου.
Α Βασ. 24,11 Ιδού, κατά την ημέραν αυτήν είδες με τα μάτια σου, ότι ο Κύριος σήμερον σε είχε παραδώσει εις τα χέρια μου μέσα στο σπήλαιον. Δεν ηθέλησα όμως να σε φονεύσω. Σε ελυπήθην. Εσκέφθην και είπα· Δεν θα απλώσω εγώ το χέρι μου εναντίον του κυρίου και βασιλέως μου, διά να τον φονεύσω. Διότι αυτός έχει χρισθή βασιλεύς από τον Κύριον και Θεόν.
Α Βασ. 24,12 Ιδού δε το άκρον από το επανωφόρι σου ευρίσκεται εις τα χέρια μου. Εγώ σου αφήρεσα την άκραν αυτήν του ενδύματός σου και δεν σε εφόνευσα. Ιδέ λοιπόν σήμερον και μάθε ότι δεν υπάρχει εις την καρδίαν μου καμία κακή διάθεσις εναντίον σου, ούτε ασέβεια, ούτε επανάστασις. Μάθε ότι δεν σου έχω πταίσει εις τίποτε. Εσύ όμως με κατατρέχεις και μου στήνεις παγίδας, διά να μου αφαιρέσης την ζωήν.
Α Βασ. 24,13 Ας κρίνη και ας δικάση ο Κύριος μεταξύ σου και εμού. Ας μου αποδώση ο Κύριος το δίκαιον απέναντί σου. Το δικόν μου όμως χέρι ποτέ δεν θα πέση φονικόν εναντίον σου.
Α Βασ. 24,14 Όπως λέγει και κάποια αρχαία παροιμία· Από τους κακούς προέρχεται η κακία. Εγώ όμως δεν θα απλώσω το χέρι μου επάνω σου.
Α Βασ. 24,15 Τώρα δε σε ερωτώ, βασιλεύ του Ισραηλιτικού λαού, εναντίον τίνος επιτίθεσαι; Ποιον συ ο βασιλεύς καταδιώκεις; Καταδιώκεις εμέ, ο οποίος είμαι ένα ψόφιο σκυλί, ένας ψύλλος;
Α Βασ. 24,16 Είθε ο Κύριος να γίνη κριτής και δικαστής μεταξύ εμού και σου. Ο Κύριος ας ίδη, ας κρίνη και ας με υπερασπισθή και ας με γλυτώση από τα δικά σου τα χέρια».
Α Βασ. 24,17 Όταν ετελείωσεν ο Δαυίδ τα λόγια αυτά προς τον Σαούλ, είπεν ο Σαούλ· «παιδί μου Δαυίδ, αυτή είναι η φωνή σου;» Και έβγαλε μεγάλην φωνήν ο Σαούλ και έκλαυσε.
Α Βασ. 24,18 Είπε δε προς τον Δαυίδ· «συ Δαυίδ είσαι πολύ καλύτερος από εμέ, διότι με ευεργετείς με πολλά αγαθά, εγώ δε αντί των ευεργεσιών σου σου ανταπέδωκα κακά.
Α Βασ. 24,19 Συ μου είπες σήμερον το καλόν, το οποίον μου έκαμες, όταν ο Θεός με παρέδωσεν εις τα χέρια σου και δεν με εφόνευσες.
Α Βασ. 24,20 Εκείνος δε ο οποίος θα εύρη τον εχθρόν του εις δύσκολον θέσιν, από την οποίαν δεν θα ημπορή να του ξεφύγη και τον αφήση να φύγη ελεύθερος στον δρόμον του, όπως έκαμες συ σήμερον, θα αμειφθή με πολλά αγαθά από τον Κύριον.
Α Βασ. 24,21 Και τώρα ιδού, εγώ γνωρίζω ότι συ οπωσδήποτε θα γίνης βασιλεύς και με το δικό σου χέρι θα στερεωθή η βασιλεία των Ισραηλιτών.
Α Βασ. 24,22 Ορκίσου μου λοιπόν σήμερον ενώπιον του Κυρίου, ότι δεν θα εξολοθρεύσης τους απογόνους μου και δεν θα εξαφανίσης το όνομά μου από τον πατρικόν μου οίκον».
Α Βασ. 24,23 Ο Δαυίδ ωρκίσθη στον Σαούλ ότι έτσι θα πράξη. Ο Σαούλ επανήλθεν εις την πόλιν του ο δε Δαυίδ και οι άνδρες του ανεχώρησαν εις τας στενωπούς της Μεσσαράς.
Μετάφραση Ιωάννης Κολιτσάρας. Από την ιστοσελίδα Ιεράς Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/09.%20VasilionA.htm