«Εγώ γράφω όπως μου κατεβαίνει». Τι τραγικό και τι πιο ωραίο! Τραγικό για έναν επαγγελματία του Τύπου όταν του ζητάνε να γράψει ένα άρθρο και αυτός μπλοκάρεται, αποσυντονίζεται, δεν ξέρει από πού να αρχίσει και πού να τελειώσει· και ευλογία όταν πρόκειται για έναν ποιητή τον οποίο θα καθοδηγήσει η έμπνευσή του, να γράψει κάτι μέσα στην προσωπική φόρμα που έχει καθιερώσει για τον εαυτό του.
Αυτό συμβαίνει και για έναν πεζογράφο της τάξεως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ο οποίος είπε την πιο πάνω φράση. Ήταν ιδιαίτερα τραγικό γι’ αυτόν να του ζητάνε να αυτοσχεδιάσει, κατά κάποιον τρόπο, και επί τόπου πάνω σε ένα επίκαιρο θέμα, γράφοντας κάποιο άρθρο για να δημοσιευτεί στην εφημερίδα. Ουδέν πιο σοκαριστικό για έναν ποιητή, όπως ο μεγάλος σκιαθίτης συγγραφέας! Ακόμη και τον ίδιο άνθρωπο που εργαζόταν μέσα στον Τύπο ως μεταφραστής από τις αγγλικές και γαλλικές εφημερίδες.
Παρ’ όλα αυτά ο Παπαδιαμάντης, μάλλον, εκτέθηκε απέναντι στον εργοδότη του τον θρυλικό Κωνσταντινουπολίτη εκδότη Βλάση Γαβριηλίδη ο οποίος του το ζήτησε ή καλύτερα του το εμπιστεύτηκε. Πίστευε πως αυτός θα ήταν ο πιο κατάλληλος για να το γράψει. Ίσως, μάλιστα να εξέφραζε και την «γραμμή» του εκδότη και της εφημερίδας.
Να πως ο Παύλος Νιρβάνας μας μεταφέρει τα λόγια του Παπαδιαμάντη σχετικά με το γεγονός αυτό ο οποίος του είπε:
– Ο Γαβριηλίδης μου παράγγειλε ένα άρθρον. Μήπως ημπορώ εγώ να τον ευχαριστήσω; Εγώ δεν ηξεύρω να γράφω τέτοια πράγματα. Εγώ γράφω όπως μου κατεβαίνει.
Και συνεχίζει ο Νιρβάνας: «Είναι λόγια του ανθρώπου αυτού, μέσα εις το γραφείον της ‘Ακροπόλεως’, την στιγμήν που εις πέντε γειτονικά τραπέζια πέντε πέννες έγραφαν πέντε άρθρα διά πέντε θέματα κατά παραγγελίαν. Ένας ‘αγνός’ άνθρωπος ήτο μέσα εις το γραφείον εκείνο. Ήτο ο γεροντότερος και ήτο ο Παπαδιαμάντης».
Ήταν, λοιπόν, ο γεροντότερος, δηλαδή ο πιο έμπειρος, ο πιο ικανός και καίριος εις την χρήση της γλώσσας, αλλά, δυστυχώς, θα λέγαμε για τον Βλ. Γαβριηλίδη ήταν ο Παπαδιαμάντης. Οποία απογοήτευση!
Κάποτε όταν ζήτησαν από τον Θεόφιλο, ίσως από κάποιον άλλο θρυλικό στο είδος του τον Ελευθεριάδη (Τεριάντ) να ζωγραφίσει με τον Δυτικό τρόπο του είπε δεν πάει το χέρι μου. Έτσι και ο Παπαδιαμάντης, αντίστοιχα, δεν μπορούσε να εμπλακεί στις δημοσιογραφικές απαιτήσεις του εδώ, του τώρα και του αμέσως. Ίσως να μην ήθελε να εμπλακεί και στην άμεση επικαιρότητα του πολιτικού βίου. Ένα είναι, πάντως, το σίγουρο, αυτό που ο ίδιος κατά δήλωσή του είπε: «Εγώ γράφω όπως μου κατεβαίνει».
Υπαινίσσεται το ποιητικά ή έστω κατά «ονειροπόληση» και κατ’ έμπνευση ή μου φαίνεται; Όπως και να έχει ο Παύλος Νιρβάνας μας απαντά έμμεσα, αλλά με ιδιαίτερη σαφήνεια στο ερώτημα αυτό. Και η σαφήνεια αυτή συνδυάζεται και με το πότε ο γνωστός αυτός άνθρωπος των γραμμάτων ο οποίος «τράβηξε» και την πασίγνωστη φωτογραφία του Παπαδιαμάντη μάς αποκάλυψε σαφώς την ιδιότητα του μεγάλου συγγραφέα.
Ο φίλος του, λοιπόν, και… κοντοχωριανός του από την Σκόπελο Νιρβάνας, ήδη, από το 1906 και ενώ ο Παπαδιαμάντης ήταν ακόμη εν ζωή γράφει στο περιοδικό «Παναθήναια» το εξής: «Ο Παπαδιαμάντης δεν είνε γραμματάνθρωπος, είνε κυρίως ποιητής».
Και συνεχίζει με την εξής καταπληκτική φράση: «Ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ τεχνίτης εἰς αὐτὸν εἶνε κάτι ὁμοούσιον». Ο Παπαδιαμάντης, λοιπόν, και το έργο του είναι ένα και το αυτό. Και αυτός είναι ποιητής και το έργο του ποίηση.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχω στην διάθεσή μου ο Παύλος Νιρβάνας είναι ο πρώτος που χαρακτήρισε τον Παπαδιαμάντη ως ποιητή. Δεν ξέρω, βεβαίως, αν η αναφορά του Κωστή Παλαμά στην «ποιητική πνοή» Παπαδιαμάντη τον επηρέασε για να διατυπώσει με ιδιαίτερη σαφήνεια τον δικό του χαρακτηρισμό.
Ο ποιητής Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, λοιπόν, ο εργαζόμενος στον Τύπο, ως μεταφραστής, όταν τον πρόσταξαν να γράψει κάτι το οποίο ήταν έξω από αυτόν και τον κόσμο του που τον περιείχε σάστισε, μπλόκαρε. Θα πείτε, μήπως, και τα εορταστικά διηγήματά του δεν τα έγραφε κατά παραγγελίαν εκδοτών των εφημερίδων και των περιοδικών; Σίγουρα, αλλά αυτά τα περιείχε και τον περιείχαν! Ήταν ο κόσμος του, η ζωή του όλη!

Και πώς τα έγραφε αυτά, όπως του κατέβαινε; Πράγματι! Μόνο που ο ποιητικός του οίστρος ήξερε να διανθίζει και να δένει καλά αυτά που του «κατέβαιναν» που εμπνεόταν. Ακόμη και αν πολλές φόρες ξέφευγε από τη σειρά του, από την κατά κάποιον τρόπο τάξη του θέματος του και περιπλανιόταν σε άλλα αντί του θέματος του «θεματίδια». Μετά, όμως, επέστρεφε και ήξερε να πιάσει την συνέχεια του μίτου και να ολοκληρώσει αισίως την γραπτή του αφήγηση.
Ήταν και αυτό ένα σασπένς, μία αγωνιώδης προσμονή, ένα εναγώνιο ερώτημα πού το πάει, και αν έχει ή δεν έχει σχέση με το θέμα του, το κυρίως… πιάτο της υπόθεσης. Και εσύ έπρεπε να είσαι σε πλήρη ετοιμότητα, όπως όταν παίζεται κατά την διάρκεια ενός γεύματος το «Γιάντες» ή «ζινάπιν» σε διάφορες τοπικές διαλέκτους. Αυτή λοιπόν ήταν η πεζογραφική μέθοδος και διαλεκτική του Παπαδιαμάντη. Ξεκινούσε να γράφει και τον οδηγούσε το θέμα του και η έμπνευσή του.
Αλλά μήπως οι παρεκβάσεις του αυτές ήταν τα δικά του επίκαιρα άρθρα;
Ήταν οι δικές του πολιτικές και ευρύτερες κοινωνικές εκτιμήσεις και ουσιαστικά οι άμεσες παρεμβάσεις του στην καθημερινότητα;
Ίσως γιατί μερικά έμοιαζαν σαν να ήταν οι δικές του έκτακτες έφοδοι στην τρέχουσα ζωή, ενώ ο ίδιος έμοιαζε να είναι αλλού για αλλού και τα Ρόδινα ακρογιάλια της πατρίδας του και της έμπνευσής του. Έτσι όλοι οι άλλοι τον θεωρούσαν απόμακρο, ακοινώνητο, έναν «χαμένο άνθρωπο παρ’ όλα τα γράμματα που ήξερε» ακόμη και μισάνθρωπο!
Η Νιρβάνας σημειώνει επίσης, πως η: «παραγωγή του ἔχει κάτι αὐθόρμητον καὶ τυχαίον, ὅπως τυχαία φαίνονται τὰ μεγάλα φυσικά φαινόμενα, ὑποσυνείδητον καὶ ἀπρομελέτητον. Κανένας συρμός ἢ κανένα πρότυπον δὲν τὸν ἐπηρέασε ποτέ. Τίποτε δὲν ἐπρομελέτησε ψυχρῶς, δὲν ἐπροσχεδίασε ἀκαδημαϊκῶς, δὲν προϋπελόγισε τεχνικώς. Καμμία ὑποχρέωσις φιλολογικής ἐθιμοτυπίας ἢ μορφῆς προϋπαρχούσης, καὶ καθερωμένης ἢ ἀπωσδήποτε συνθηματικῆς, δὲν τὸν ἐδέσμευσε ποτέ».
Θα μπορούσαμε λοιπόν, να ισχυριστούμε και εμείς πως πράγματι τα έργα του ήταν ένα φυσικό φαινόμενο; Σίγουρα δεν υπαινίσσεται κάτι τέτοιο ο Παύλος Νιρβάνας, αφού αυτό το φυσικό φαινόμενο προήλθε από την γραφίδα του ποιητή, ύστερα από μια μεγάλη μορφωτική καλλιέργεια τόσο ως εκπαιδευτική και προσωπική μόρφωση όσο και ως ευρύτερη πνευματική. Και φυσικά και την σχέση του με την φοβερά πλούσια γλωσσικής και ποιητικής των ύμνων της εκκλησίας και το πλούσιο και «βαρύ» τους θεολογικό περιεχόμενο. Ένα μεγαλειώδες ουσιαστικά κράμα μέλους (μελωδίας) και ποίησης.
Αυτά, πράγματι, τα διέθετε και επιπλέον είχε και την ψυχική και καρδιακή ευαισθησία η οποία προερχόταν από τον χαρακτήρα του, ή και από την συστολή του, αλλά και απ’ όσα έζησε στην ζωή του: δυσκολίες, κακοπάθειες, στενοχώριες, υποχρεώσεις…
Αλλά η πιο «φυσική» κατάσταση γι’ αυτόν ήταν, ουσιαστικά, η επιλογή του να γίνει συγγραφέας. Αυτό δεν προήλθε γιατί το έφερε η ζωή. Είναι γνωστό πως αυτό ήθελε και επέλεξε να κάνει στην ζωή του και αυτό είναι κάτι που ακόμη και σήμερα στην χώρα μας και στην γλώσσα μας μοιάζει με ηρωισμό. Φανταστείτε εκείνα τα χρόνια τι σήμαινε αυτό. Σχεδόν με αυτοκτονία.
Και πράγματι αυτό έπαθε. «Αυτοκτόνησε»! Αυτοκτόνησε κατά κόσμον για να ζήσει η ποιητική του ψυχή.
Έτσι, βρέθηκε ουσιαστικά εκτός της κανονικής ζωής, θα λέγαμε, και αυτό ομολογούν όσοι τον έζησαν. Ήταν ένα πάντρεμα του χαρακτήρα του και των επιλογών του. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος, πλέον, έπαιζε παιχνίδια με το μυαλό του και την καρδιά του και εκεί ζούσε. Στον κόσμο της γραφής, της ποίησης, της έμπνευσης. Δεν ξέρω πόσο καταπονήθηκε για να γράψει και να δημοσιεύσει στην αρχή τα τρία μυθιστορήματά του πριν ανοίξει πανιά σε μικρότερα σκαριά και καράβια με τα διηγήματά του, τις νουβέλες κτλ. Αλλά και την «Φόνισσα» και αυτό πρόκειται για μυθιστόρημα. Και όπως είπε ο Κωστής Παπαγιώργης το μοναδικό ελληνικό μυθιστόρημα!
Ήταν κατά συνέπειαν ο ποιητής που έγραφε διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα! Κατά ποιητική ουσιαστικά σύλληψη, όπως αναφέραμε παλαιότερα και αντίστοιχη ποιητική διατύπωση.

Άλλωστε ο ίδιος, ως ποιητής, έβλεπε πάντα μπροστά και δημιουργικά και όχι πίσω. Και έτσι σκάλιζε τα ποιήματά του με όλον τον ελληνικό πνευματικό κόσμο που είχε κατακτήσει με την μελέτη του και συνάμα γνωρίζοντας και τους Δυτικούς συγγραφείς που μετέφραζε για τον Τύπο, για να μας τα προσφέρει ως μια από τις πιο βαριές και ευαίσθητες πνευματικές κληρονομιές που δόθηκαν στον ελληνικό λαό.
Και όταν την βραδιά, στις 2 προς 3 Ιανουαρίου του 1911, πριν δηλαδή 115 χρόνια, δεν κατάφερε να διαβάσει κάτι από ένα βιβλίο του Σαίξπηρ γιατί δεν έβλεπε πλέον καλά, έπιασε να ψέλνει έναν ύμνο της παραμονής των Φώτων, «Την χείρα σου την αψαμένην…». (Αυτά ήταν κάποια από τα μεγάλα αναγνώσματα στα οποία ασκήθηκε, αναπαύτηκε, εμφορήθηκε, γιατί όχι και εμπνεύστηκε για να δημιουργήσει το ποιητικό φυσικό φαινόμενο που μας πρόσφερε).
Πιο κάτω μπορείτε να διαβάσετε τον εν λόγω ύμνο ως πρόχειρο δείγμα μεγάλης ποιητικής σύνθεσης που μας καλεί να μπούμε μέσα στα Φώτα τα ολόφωτα και την όλη πνευματική της ατμόσφαιρα μαζί με τον προεξάρχοντα της πανηγύρεως Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Μήπως το ψάλσιμο του ύμνου αυτού ήταν μια προσπάθεια του να λάβει μέρος κι αυτός μέρος στην μεγάλη γιορτή των Θεοφανίων που πλησίαζε και ένιωθε αδύναμος να την ζήσει, όπως τις προηγούμενες χρονιές;
Μήπως ήταν μια έκκληση προς τον Άγιο Ιωάννη να παραλάβει την ταλαιπωρημένη ποιητική του ψυχή και την δική του χείρα που μας έδωσε αυτόν τον τεράστιο πνευματικό θησαυρό;
Όπως και να έχει ένα ήταν το σίγουρο: Έγραφε, όπως του κατέβαινε και όπως του «ανέβαινε» στην έμπνευση και ύστερα από μια μεγάλη θητεία και καλλιέργεια στα γράμματα και την πνευματική ζωή. Και μάλιστα μέχρι την τελευταία του μυρωμένη πνοή στην γη και την πατρίδα του Σκιάθο.
Τον ευχαριστούμε. Πέραν από τα μοναδικά λογοτεχνικά του επιτεύγματα τα οποία αποτελούν ένα αληθινό κόσμημα και στολίδι των γραμμάτων μας, είναι συνάμα και η τροφός και η καταφυγή όλων των ευαίσθητων αναγνωστών όπως και των μεγάλων νεοελλήνων συγγραφέων.
Διατύπωσε, επίσης, διακριτικά μια ολόκληρη πνευματική ποιητική κοσμοθεωρία ως αιώνιο εφόδιο για μας, χωρίς να παρασυρθεί σε καμιά περίπτωση από τα καμώματα του νου του και αυτά που του κατέβαιναν. Ήταν ένας άνθρωπος καλά καλλιεργημένος και ασκημένος πνευματικά και έτσι αυτά που του κατέβαιναν ήταν αντίστοιχα. Άλλωστε και ο ίδιος εννοούσε τον τρόπο γραφής του, την φόρμα και όχι το περιεχόμενο.
Όσο για μας που και εμείς μπορούμε να ισχυριστούμε πως γράφουμε, όπως μας κατέβει, σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε πως στοιχειοθετούμε ή προσφέρουμε αντίστοιχο έργο, όπως ο Μέγας Παπαδιαμάντης μας. Με λίγες λέξεις: «Των παθών μας τον τάραχο»! Την ταραχή του εσωτερικού μας σάλου!
Αιωνία του η μνήμη!
Δόξα. Καὶ νῦν. Ἦχος πλάγιος τοῦ α΄
Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου. Μεθ’ ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτόν, ἡμῖν καθυπέδειξας, ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά, ὡς παρρησίαν ἔχων πολλήν, καὶ γὰρ μείζων τῶν Προφητῶν ἁπάντων, ὑπ’ αὐτοῦ μεμαρτύρησαι. Τοὺς ὀφθαλμούς σου πάλιν δέ, τοὺς τὸ Πανάγιον Πνεῦμα κατιδόντας, ὡς ἐν εἴδει περιστερᾶς κατελθόν. Ἀναπέτασον πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά, ἵλεων ἡμῖν ἀπεργασάμενος. Καὶ δεῦρο στῆθι μεθ’ ἡμῶν, ἐπισφραγίζων τὸν ὕμνον καὶ προεξάρχων τῆς πανηγύρεως.